Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 03 Ιαν 2018
Σαν Σήμερα...Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα...Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

 

 
Ανατολή Ήλιου: 07:39 – Δύση Ήλιου: 17:19

 

Σαν Σήμερα...

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι δοκιμάζει ανεπιτυχώς να πετάξει με ιπτάμενη μηχανή.
  Ο αγγλικός στόλος, με πρόσχημα την αποζημίωση του Δαβίδ Πατσίφικο (εβραιοπορτογάλου με αγγλική υπηκοότητα), καταπλέει στον Πειραιά και απειλεί να αποκλείσει όλα τα ελληνικά παράλια, αν δεν ρυθμιστούν οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών. Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει το τελεσίγραφο και οι Άγγλοι αποκλείουν τον Πειραιά, προχωρώντας στην κατάσχεση του φορτίου, όποιου πλοίου πλησιάζει. (Υπόθεση Πατσίφικο και τα Παρκερικά)

Υπόθεση Πατσίφικο και τα Παρκερικά

Σερ Ουίλιαμ Πάρκερ

Σερ Ουίλιαμ Πάρκερ

Οι παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας ξεκίνησαν αμέσως σχεδόν με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξαιτίας και του τρόπου που επετεύχθη η απελευθέρωση του Γένους. Ένα τέτοιο γεγονός ήταν η υπόθεση Πατσίφικο και τα επακολουθήσαντα «Παρκερικά».

Τον Απρίλιο του 1849, κατά τη διάρκεια των εορτών του Πάσχα, απαγορεύθηκε από τις αρχές το έθιμο του καψίματος του Ιούδα. Εξαγριωμένοι Αθηναίοι επέδραμαν επί της οικίας ενός εβραίου τυχοδιώκτη, ονόματι Δαβίδ Πατσίφικο, στην οδό Καραϊσκάκη στου Ψυρρή, προξενώντας ασήμαντες ζημίες. Μία άλλη εκδοχή αναφέρει ότι το περιστατικό έγινε τη Μεγάλη Παρασκευή κατά την περιφορά του Επιταφίου του Αγίου Φιλίππου, όταν ο Πατσίφικο προκάλεσε τους πιστούς.

Ο Πατσίφικο, που είχε διατελέσει πρόξενος της Πορτογαλίας στην Αθήνα, αλλά είχε απαλλαγεί των καθηκόντων του λόγω καταχρήσεων, εστράφη κατά της ελληνικής κυβερνήσεως και ζήτησε αποζημίωση 888.736 δραχμών και 57 λεπτών. Ο πανούργος τυχοδιώκτης έβαλε στο παιγνίδι και την Αγγλία, αφού, εν τω μεταξύ, είχε αποκτήσει τη βρετανική υπηκοότητα. Η πονηρή «Αλβιών», που ανταγωνίζετο Γαλλία και Ρωσία στην περιοχή, ζήτησε την καταβολή του υπέρογκου ποσού στον υπηκόο της.

Η κυβέρνηση Κριεζή αρνήθηκε και η Αγγλία διέταξε στις 3 Ιανουαρίου του 1850 τον ναύαρχο Ουίλιαμ Πάρκερ να επιβάλλει ναυτικό αποκλεισμό στον Πειραιά και τα κυριότερα ελληνικά λιμάνια.

Η Ελλάδα υπέστη ανυπολόγιστες ζημίες, ιδίως οι έμποροι και οι ναυτιλλόμενοι, ενώ σημαντικά ήταν και τα προβλήματα επισιτισμού στην πρωτεύουσα.

Η σθεναρή στάση του βασιλιά Όθωνα συσπείρωσε το λαό, που με ψυχραιμία και καρτερικότητα αντιμετώπισε την αγγλική πρόκληση. Ο αποκλεισμός ήρθη τελικά στις 15 Απριλίου του 1850, μετά και από την αντίδραση Γαλλίας και Ρωσίας, τα συμφέροντα των οποίων είχαν πληγεί από τον αποκλεισμό. Το θέμα Πατσίφικο παραπέμφθηκε τελικά σε διαιτησία και η αποζημίωση που του επιδικάσθηκε ήταν μόλις 3.750 δραχμές, ποσό, όμως, σημαντικό για το φτωχό ελληνικό κράτος εκείνη την εποχή.

Οι οπαδοί του Χαρίλαου Τρικούπη πραγματοποιούν την πρώτη σημαντική προεκλογική συγκέντρωση στην ιστορία της Πλατείας Συντάγματος. Περισσότερα από 10.000 άτομα επευφημούν στην πλατεία τον αρχηγό τους.
Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχεται πρόταση του γάλλου πρωθυπουργού Ζορζ Κλεμανσό να σταλούν ελληνικές δυνάμεις στη Ρωσία, στο πλαίσιο της επέμβασης των συμμάχων της Αντάντ εναντίον του Κόκκινου Στρατού.
Η ΑΔΕΔΥ καταφέρεται εναντίον της σάτιρας των δημοσίων υπαλλήλων από τα θέατρα… «Αρκετά γέλασε ο κόσμος σε βάρος τους με τη φτώχεια τους» αναφέρεται σε ανακοίνωσή της.
Εγκαινιάζεται το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας με τον αγώνα ΑΕΚ - Μπαρτσελόνα (0-6), μπροστά σε 38.000 θεατές, ανάμεσα στους οποίους είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο ισπανός πρίγκιπας και μετέπειτα βασιλιάς Χουάν Κάρλος. Το κόστος των εισιτηρίων είναι 40 δραχμές το απλό και 60 δραχμές το αριθμημένο. Θα κατεδαφισθεί 41 χρόνια αργότερα.

Γεννήσεις

 


π.Χ.
106
Μάρκος Τούλιος Κικέρων, ρωμαίος πολιτικός, ρήτορας και συγγραφέας. (Θαν. 7/12/43 π.Χ.)
μ.Χ.
Τζον Τόλκιν, βρετανός συγγραφέας. («Χόμπιτ», «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών») (Θαν. 2/9/1973)
Μίκαελ Σουμάχερ, γερμανός πιλότος της Φόρμουλα 1.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Άγιος Αντέρως ή Ανθηρός, ελληνικής καταγωγής Πάπας της Ρώμης. (Γεν. ?)
 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, έλληνας διηγηματογράφος και ποιητής. (Γεν. 4/3/1851)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
1851 – 1911

Διηγηματογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και μεταφραστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851. Ήταν ένα από τα εννέα παιδιά του δάσκαλου και ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ (1817-1897) και της Γκιουλώς Μοραΐτη (1822-1896). Έτσι, ο νεαρός Αλέξανδρος μεγάλωσε μέσα σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και θρησκευτικότητα. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του και στη Σκόπελο, φοίτησε κατόπιν στο γυμνάσιο της Χαλκίδας και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα (Βαρβάκειο) με χίλιες δυο στερήσεις. Το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν πήρε το δίπλωμά του.

Φύση ασκητική ο Παπαδιαμάντης, στα είκοσί του πήγε στο Άγιο Όρος μαζί με τον εξάδελφό του, επίσης διηγηματογράφο, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, για να προσκυνήσει, όπως έλεγε ο ίδιος. Πάντως, δεν έμεινε πολύ εκεί. Γύρισε στην Αθήνα και όλη του η ζωή κύλησε λιτά και ασκητικά ανάμεσα στη βιοπάλη, τη συγγραφή και την εκκλησία. Επί χρόνια ήταν ο τακτικός ψάλτης στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι και από τα μικρά του χρόνια ως το θάνατό του η πιο αγαπημένη του ενασχόληση ήταν η μελέτη εκκλησιαστικών βιβλίων.

Ο Παπαδιαμάντης πολύ νέος άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά. Δημοσίευε ιδίως μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και γαλλικά, γλώσσες που τις έμαθε μόνος του. Παράλληλα, άρχισε και το καθαυτό λογοτεχνικό του έργο. Τα πρώτα χρόνια καταγίνεται με ιστορικά μυθιστορήματα: «Μετανάστις (1880), «Οι Έμποροι των Εθνών» (1883), «Η Γυφτοπούλα» (1884). Γράφει και μερικά ποιήματα.

Γρήγορα, όμως, βρήκε τον αληθινό του δρόμο και στράφηκε προς το διήγημα. Ο «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), εμπνευσμένος από ένα δημοτικό τραγούδι, είναι η απαρχή της στροφής αυτής. Από το 1885 καταγίνεται αποκλειστικά μ’ αυτό το είδος. Γράφει μικρά και μεγάλα διηγήματα (νουβέλες): «Η Χολεριασμένη (1901), «Ο Πεντάρφανος» (1905), «Ο Νεκρός ταξιδιώτης (1910), «Η Φόνισσα» (1903), «Οι Μάγισσες (1900), «Η Νοσταλγός» (1894), τα «Χριστουγεννιάτικα διηγήματα», τα « Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα και τα «Πασχαλινά διηγήματα».

Το πλούσιο διηγηματικό του έργο, με θέματα και τύπους από τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας ή την απλοϊκή ζωή της κοινωνίας της Σκιάθου, τον παρουσιάζει συγγραφέα του είδους, που λέγεται ηθογραφία. Αλλά η ηθογραφία του είναι μόνο ο σκηνικός διάκοσμος, όπου κινούνται τα πρόσωπα και ξετυλίγονται τα γεγονότα. Ο Παπαδιαμάντης δεν αντιγράφει ήθη και έθιμα. Βλέπει τη λαϊκή ψυχή, ζει τις εκδηλώσεις και αποτυπώνει όλα αυτά στο έργο του, ένα έργο τελείως προσωπικό και ιδιότυπο ως προς την εκλογή των θεμάτων, την έμπνευση και τη γλώσσα.

Ο Παπαδιαμάντης αγάπησε την απλοϊκή ζωή, τη νοσταλγούσε και την ονειροπολούσε συνεχώς και είχε το μεγάλο μυστικό να μεταμορφώνει τα ονειροπολήματά του σε εκλεκτά διηγήματα. Ασφαλώς τέτοιες ώρες νοσταλγίας και ονειροπόλησης έπλασε τα «Ρόδινα Ακρογιάλια» (1908), «Ολόγυρα, στη λίμνη» (1892), «Το Αστεράκι» (1909), «Το μοιρολόγι της φώκιας»(1908) κ.ά. Τέτοιες ώρες, επίσης, καθώς έσκυβε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο, έγραψε τη «Μαυρομαντηλού» (1891), τη «Σταχομαζώχτρα» (1889), το «Σπιτάκι στο λιβάδι» (1896), την «Υπηρέτρα» (1888) ή το μικρό αριστούργημα «Στο Χριστό στο κάστρο» (1892).

Στο προσωπικό ύφος του Παπαδιαμάντη ανήκουν ακόμα η έντονη λατρεία της φύσης, η θρησκευτική ευλάβεια και η βυζαντινή μελωδία, που είναι διάχυτη στο έργο του. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: «Όσον ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».

Ιδιόμορφη είναι και η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, επηρεασμένη από τα εκκλησιαστικά βιβλία. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει ούτε τη σαφήνεια και κατανόηση, ούτε το να έχουν οι φυσικές του περιγραφές, ποίηση αληθινή.

Γενικά, ο Παπαδιαμάντης χάρισε σελίδες αριστοτεχνικές στη νεοελληνική λογοτεχνία και θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους διηγηματογράφους μας. Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη έγραψε: «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον Παπαδιαμάντη».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έζησε τον περισσότερο χρόνο του στην Αθήνα και όταν κατάλαβε το τέλος του, αναζήτησε την αγαπημένη του Σκιάθο, όπου και πέθανε από πνευμονία τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911.

Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος

     Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικὴν Σχολήν, όπου ήκουα κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τα ξένας γλώσσας.
     Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.

 Γεώργιος Δροσίνης, έλληνας ποιητής και πεζογράφος. (Γεν. 9/12/1859)

Γεώργιος Δροσίνης
1859 – 1951

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.

Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Εστία, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη, καθώς και το ετήσιο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.

Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά Ραμπαγάς και Μη Χάνεσαι. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Ιστοί Αράχνης, η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή Ειδύλλια.

Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του Το βοτάνι της αγάπης (1901).

Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

 

Τζαβαλάς Καρούσος
1904 – 1969

Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, με σπουδαίο υποκριτικό ταλέντο και σημαντική διαδρομή στο θεατρικό σανίδι.

Ο Τζαβαλάς Καρούσος γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 8 Σεπτεμβρίου του 1904. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Ελληνικού Ωδείου και σε ηλικία 20 ετών πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο με τον θίασο Βεάκη- Νέζερ - Λούη, στο έργο «Το άσπρο και το μαύρο» του Σπύρου Μελά. Στη συνέχεια έκανε όνομα με ιδιωτικούς θιάσους σε ρόλους του κλασικού και νεοελληνικού ρεπερτορίου (Μακντόφ στον «Μάκβεθ» του Σέξπιρ, Κάσιος στον «Οθέλλο» του Σέξπιρ, Τειρεσίας στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, Καπετάν Λεμπέσης στα «Αρραβωνιάσματα» του Μπόγρη κ.ά.)

Το 1932 ξεκινά τη συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο και έως το 1946 ερμηνεύει ρόλους του κλασικού και νεοκλασικού ρεπερτορίου (Σκούλε στους «Μνηστήρες του Θρόνου» του Ίψεν, Σάιλοκ στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, Ραγόζιν στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, Ιάσων στη «Μήδεια» του Ευριπίδη κ.ά.). Ενδιάμεσα, τη διετία 1938-1939, συγκρότησε δικό του θίασο με τη συνεργασία του Πέλου Κατσέλη και υποδύθηκε ρόλους, όπως Ματ Μπούργκε στην «Άννα Κρίστι» του Ευγένιου Ο’ Νιλ, Σμιρνόφ στην «Αρκούδα» του Τσέχοφ και Ορέστης στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη.

Αριστερών πεποιθήσεων, εντάχθηκε στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών στην Κατοχή, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίζεται στην Ικαρία και τη Μακρόνησο έως το 1951. Επιστρέφοντας από την εξορία, δημιούργησε τον θίασο «Νέα Σκηνή» και ανέβασε τα έργα «Ευγενία Γκραντέ» του Μπαλζάκ, «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ και «Του φτωχού τ’ αρνί» του Στέφαν Τσβάιχ. Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε τον ανάγκασαν να διακόψει τη λειτουργία του θιάσου του το 1956 και να συνεργαστεί έκτοτε με διάφορους θιάσους («Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Κατράκη», Κοτοπούλη, Κατερίνας, Βεργή, Βουγιουκλάκη και Μυράτ).

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1933 στην κωμωδία του Πέλου Κατσέλη «Η δεσποινίς δικηγόρος». Έπαιξε σε περισσότερες από τριάντα ταινίες, κυρίως δράματα, ερμηνεύοντας δεύτερους ρόλους. Κύκνειο άσμα της καριέρας του υπήρξε η συμμετοχή του στην ταινία του Νίκου Παπατάκη «Οι Βοσκοί».

Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 εξορίστηκε στη Γυάρο, όπου παρέμεινε επί τρίμηνο. Η χούντα αναγκάστηκε να τον απελευθερώσει για λόγους υγείας και ο Τζαβαλάς Καρούσος κατέφυγε στο Παρίσι, όπου τον βρήκε ο θάνατος στις 3 Ιανουαρίου του 1969. Σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, ο Καρούσος υπήρξε ηθοποιός με αδρό τάλαντο, βαθιά και πλούσια φωνή και πηγαίο συναίσθημα. Ανήκε στην παλιά υποκριτική σχολή, μ’ έναν ιδιότυπο στόμφο, που δεν γινόταν ποτέ ρητορικός και φτηνός. Είχε μέτρο, εσωτερικό ρυθμό και στα νατουραλιστικά έργα μία ιδιότυπη έκφραση, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως λαϊκό μπαρόκ. Όταν έπαιζε έργα ποιητικά και ιδίως σε στίχο, έφερνε τον αέρα των διδασκαλιών του Φώτου Πολίτη, τον ποιητικό ρεαλισμό, απλότητα και σοβαρούς τόνους.

Ο Τζαβαλάς Καρούσος είχε νυμφευθεί δύο φορές: Το 1926 την Ελένη Βανικιώτη με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη συγγραφέα και μεταφράστρια Δέσπω Καρούσου και το 1946 την Ελευθερία Αναστασιάδη.

Σχετικά

Η πατρότητα της διάσημης φράσης «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις», που αποδίδεται στον Γιάννη Τσαρούχη, ανήκει στον Τζαβαλά Καρούσο, σύμφωνα με παραδοχή του ίδιου του Τσαρούχη, ο οποίος ανέφερε ότι απλά τη διέδωσε, όπως ο Απόστολος Παύλος τον Χριστιανισμό.

Εμφανίσεις στο Εθνικό Θέατρο

  • «Αγαμέμνων» του Αισχύλου (1932) - Α' Κορυφαίος
  • «Ιούλιος Καίσαρ» του Σέξπιρ (1932) - Μεσσάλας
  • «Ο έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ (1932) - Γενάρος
  • «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει» της Γαλάτειας Καζαντζάκη (1932) - Β' Επιχειρηματίας
  • «Το τραγούδι της κούνιας» και «Ο άνθρωπος του πεπρωμένου» των Γκρεγκόριο Μαρτίνεθ Σιέρα και Μαρίας Μαρτίνεθ Σιέρα (1932) - Ποιητής
  • «Ο θάνατος του Δαντόν» του Μπίχνερ (1933) - Ερμάν
  • «Ο προσηλυτισμός του καπετάν Μπράσμπαουντ» του Σω (1933) - Καδής
  • « Να ζη το Μεσολόγγι» του Βασίλη Ρώτα (1933) - Παπάς
  • «Οθέλλος» του Σέξπιρ (1933) - Λουδοβίκος
  • «Οιδίπους τύραννος» του Σοφοκλή (1933) - Τειρεσίας
  • «Καθήκον» του Τζον Γκαλσγουόρθι (1933) - Κόλφορντ
  • «Η κόρη του Γιόριου» του Ντ’ Ανούτσιο (1933) - Αλίγκης
  • «Λόρδος Βύρων» του Α. Λιδωρίκη (1934) - Πιέτρο Γκάμπα
  • «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι» του Ντοστογέφσκι (1934) - Ιβάν Πετρόβιτς
  • «Πέρσαι» του Αισχύλου (1934) - Β' Κορυφαίος
  • «Ιούδας» του Σπύρου Μελά (1934) - Ο Άγνωστος
  • «Του φτωχού τ' αρνί» του Στέφαν Τσβάιχ (1934) - Μπερτιέ
  • «Δον Κάρλος, Ινφάντης της Ισπανίας» του Σίλερ (1934) - Κόμης Λέρμας
  • «Ιβάν ο τρομερός» του Αλεξέι Τολστόι (1935) - Σίτσκη
  • «Τα αρραβωνιάσματα» του Δημήτρη Μπόγρη (1939 και 1944) - Λεμπέσης
  • «Ο έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ (1939 και 1945) - Σάυλωκ
  • «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» του Σπύρου Μελά (1939) - Γιάννης, γιος του
  • «Πριν απ' το ηλιοβασίλεμα» του Γκ. Χάουπτμαν (1939) - Βόλφγκανγκ
  • «Είλωτες» του Α. Τερζάκη (1939) - Πέτρος
  • «Η μεγάλη στιγμή» του Α. Λιδωρίκη (1939) - Δημήτρης Λαμπρίδης
  • «Μήδεια» του Ευριπίδη (1942) - Ιάσων
  • «Λουίζα Μίλλερ» του Σίλερ (1942) - Φερδινάνδος
  • «Η γυναίκα στοιχειό» του Πέδρο Καλντερόν ντελά Μπάρκα (1943) - Δον Χουάν του Τολέδου
  • «Εκάβη» του Ευρυπίδη (1943) - Αγαμέμνων
  • «Αιμιλία Γκαλόττι» του Γκ. Λέσινγκ (1944) - Έττορε Γκονζάγκα, πρίγκηπας της Γκουαστάλλα
  • «Λευτεριά» του Μιχαήλ Ροδά (1944) - Μπότσαρης
  • «Η Αρλεζιάνα» του Αλφόνς Ντοντέ (1945) - Μπαλτάσαρ
  • «Οι μνηστήρες του θρόνου» του Ίψεν (1945) - Γιαρλ Σκούλε
  • «Στο γέρμα του χειμώνα» του Μ. Άντερσον (1945) - Γκωντ
  • «Ο ηλίθιος», θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Ντοστογέφσκι από τον Μιχάλη Σκουλούδη (1946) - Παρθένης Σεμιώνιτς Ραγόζιν
  • «Καποδίστριας» του Νίκου Καζαντζάκη (1946) - Μακρυγιάννης

Φιλμογραφία

  • Δεσποινίς δικηγόρος (1933)
  • Η φωνή της καρδιάς (1943)
  • Το κορίτσι της γειτονιάς (1954)
  • Η ζαβολιάρα (1959)
  • Ζάλογγο, το κάστρο της λευτεριάς (1959)
  • Σαρακατσάνισσα (1959)
  • Ναυάγια της ζωής (1959)
  • Ματωμένο ηλιοβασίλεμα (1959)
  • Η λίμνη των στεναγμών (1959)
  • Ήρθες αργά (1961)
  • Επικίνδυνη αποστολή (1961)
  • Αντιγόνη (1961)
  • Οργή (1962)
  • Φαίδρα (1962)
  • Όταν η μοίρα κυβερνά (1962)
  • Τερέζα (1963)
  • Σταυραετοί (1963)
  • Κουράστηκα να σ' αποκτήσω (1963)
  • Ρημαγμένο σπίτι (1964)
  • Τα δάκρυά μου είναι καυτά (1964)
  • Άπονη ζωή (1964)
  • Βάνα (1965)
  • Με ιδρώτα και δάκρυα (1965)
  • Το λάθος (1965)
  • Η φωνή μιας αθώας (1965)
  • Τα δίχτυα της ντροπής (1965)
  • Αφήστε με να ζήσω (1965)
  • Η παραστρατημένη (1966)
  • Δεν είμαι ατιμασμένη (1966)
  • Άνθρωπος για όλες τις δουλειές (1966)
  • Η Έξοδος του Μεσολογγίου (1966)
  • Το χρήμα ήταν βρώμικο (1967)
  • Κολωνάκι: διαγωγή μηδέν (1967)
  • Οι βοσκοί (1967)

Βιβλιογραφία

  • Τζαβαλάς Καρούσος: «Γιούρα, η προσωπική εμπειρία ενός εξόριστου» (1972)
  • Δέσπω Καρούσου: «Δεν έχει θέατρο απόψε...», χρονικό της ζωής και του έργου του Τζαβαλά Καρούσου. (2003)

Καλαμάκι

Λεπτό πλαστικό σωληνάκι για την πόση χυμών, αναψυκτικών, ποτών και ροφημάτων. Λειτουργεί με τη διαφορά πίεσης που δημιουργείται στη στοματική κοιλότητα και την ατμόσφαιρα.

Η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πρώτοι φαίνεται να το χρησιμοποίησαν οι Αρχαίοι Σουμέριοι για να απολαμβάνουν την μπύρα τους και να αποφεύγουν τα ανεπιθύμητα υποπροϊόντα της ζύμωσης. Ήταν κατασκευασμένο από στέλεχος άχυρου και έτσι πήραν το όνομά τους. Πολύ αργότερα, οι κάτοικοι της Αργεντινής και των γύρω περιοχών χρησιμοποιούσαν σιδερένια καλαμάκια (bombilla στα ισπανικά, bomba ή canudo στα πορτογαλικά) για να ανακατεύουν και να πίνουν το ματέ, ένα αφέψημα που μοιάζει με το τσάι.

Το πρώτο μοντέρνο καλαμάκι σχεδιάστηκε από τον αμερικανό κατασκευαστή τσιγαρόχαρτων Μάρβιν Στόουν. Στις 3 Ιανουαρίου 1888 έλαβε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για ένα χάρτινο καλαμάκι με επάληψη από κερί. Ήταν αδιάβροχο, αλλά είχε πολύ μικρό σωλήνα και χρειάζονταν δύο καλαμάκια για την ανεκτή αναρρόφηση του υγρού. Κέρδισε, όμως, αμέσως την εκτίμηση των καταναλωτών και στα τέλη του 19ου αιώνα η βιοτεχνία του Στόουν παρασκεύαζε περισσότερα καλαμάκια απ' ότι τσιγαρόχαρτα. Το 1906 αυτοματοποίησε την παραγωγή, που ως τότε γινόταν με το χέρι.

Με την ευρεία χρήση του πλαστικού τη δεκαετία του '60 άλλαξε και το υλικό κατασκευής του. Τα καλαμάκια είχαν μεγαλύτερη κοιλότητα κι έτσι ένα και μόνο ήταν αρκετό για την απόλαυση του αναψυκτικού ή του ποτού. Τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα σπαστά και πολύχρωμα καλαμάκια.

Στην Ελλάδα το καλαμάκι γνώρισε πιένες τη δεκαετία του '70, όταν αποτέλεσε απαραίτητο αξεσουάρ του φραπέ, που εισέβαλε δυναμικά στο καυτό ελληνικό καλοκαίρι. Ταυτίστηκε τόσο πολύ με το εθνικό μας πλέον ρόφημα, που φραπεδιά χωρίς σπαστό καλαμάκι δεν νοείται στις μέρες μας.

Η τεχνολογική εξέλιξη δεν το άφησε ανέγγιχτο. Νέες τεχνικές αναπτύσσονται για να μειώσουν το κόστος παραγωγής και να βελτιώσουν την ποιότητά του. Είναι έτοιμα να λανσαριστούν στην αγορά καλαμάκια που θα αλλάζουν χρώμα ανάλογα αν το υγρό είναι θερμό ή κρύο.

Σχετικά…

  • Καλαμάκι αποκαλούν οι Αθηναίοι και το μακρόστενο λεπτό ξυλάκι, στο οποίο περνιούνται κομμάτια κρέας για ψήσιμο στη σχάρα, αυτό που οι Θεσσαλονικείς ονομάζουν σουβλάκι.
  • Λειτουργεί ως υποκατάστατο του τσιγάρου σε συνδυασμό με τον φραπέ.
  • Είναι χρήσιμο σε διάφορα σχολικά πειράματα φυσικής, όπως για την εξήγηση της διαστολής και συστολής των υγρών και του στατικού ηλεκτρισμού.
  • Ο ελβετός Μάρκο Χορτ χώρεσε στο στόμα του 264 πλαστικά καλαμάκια και τα κράτησε για 10 δευτερόλεπτα στις 18 Σεπτεμβρίου 2006. Έτσι κατέχει το σχετικό παγκόσμιο ρεκόρ, που είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο Γκίνες.

Τζορτζ Μάρτιν
1926 – 2016

Άγγλος δισκογραφικός παραγωγός, ο επονομαζόμενος και «πέμπτος Μπιτλ», εξαιτίας της καθοριστικής συνεισφοράς του στον ήχο των Beatles.

Ο Τζορτζ Μάρτιν γεννήθηκε στη συνοικία Χάιμπουρι του Λονδίνου στις 3 Ιανουαρίου 1926. Γιος ξυλουργού, σπούδασε όμποε και πιάνο στο Guildhall School of Music and Drama του Λονδίνου, από το 1947 έως το 1950. Ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από το τμήμα κλασικής μουσικής του BBC, προσλήφθηκε στη δισκογραφική εταιρεία ΕΜΙ, όπου έκανε παραγωγή δίσκων για κωμικούς, όπως ο Πίτερ Σέλερς και ο Σπάικ Μίλιγκαν.

To 1962 άκουσε μία δοκιμαστική ηχογράφηση (demo) των Beatles και από τότε συνδέθηκε στενά μαζί τους, απογειώνοντας την καριέρα τους, όπως και τη δική του. Ήταν εκείνος που τους οδήγησε από τους ποπ ήχους των πρώτων άλμπουμ τους στον απολύτως πρωτοποριακό και ψυχεδελικό ήχο του «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band».

Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του έκανε παραγωγή σε περισσότερους από 700 δίσκους. Εκτός από τους Beatles συνεργάστηκε με πληθώρα καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, όπως οι Gerry and the Pacemakers, Wings, America, Τζεφ Μπεκ, Τζον ΜακΛάφλιν, Σίρλεϊ Μπάσεϊ και Σίλα Μπλακ. Είχε 30 Νο1 στη Μεγάλη Βρετανία και 23 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τζορτζ Μάρτιν πέθανε στις 8 Μαρτίου 2016, σε ηλικία 90 ετών.

    πηγη: www.sansimera.gr

     
    © Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου