Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 01 Ιαν 2018
Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018Σαν Σήμερα...Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:39 – Δύση Ήλιου: 17:17

 Σαν Σήμερα...

Γεγονότα

Ο έρωτας στα χιόνια

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο έρωτας στα χιόνια δημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά του 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάσση Γαβιηλίδη. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έργο ωριμότητας του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα. Σύμφωνα με μαρτυρία του Γρηγορίου Ξενοπούλου, ο Παπαδιαμάντης έγραψε το έργο αυτό για να αποδείξει σε αυτούς που τον κατέκριναν για τον καλογερισμό του, ότι δεν γράφει μόνο θρησκευτικά διηγήματα.

    Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άης Bασίλης, Φώτα.
    Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα·
    ― Σεβντάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέροντας.
    Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι… «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
    Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζύ με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
    Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του  και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα. Αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
    Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
    Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

        Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
        κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

    Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

        Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα
        δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου, έλα μέσα.

    Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

        Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
        κι ο παπάς χειρομυλίζει.

    Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε, ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κι επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
    Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην η πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κι ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
    Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

    Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
    Συχνά, όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κι ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
    ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
    Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν ει μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρουλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

    Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κι εμορμύριζεν·
    ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κι ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
    Kαι είτα, μετά στεναγμού, προσέθετε·
    ― Kι ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
    Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες ασμάτιον·

        Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
        κάμε κι εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

    Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
    ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
    Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην. Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την Πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

    Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλιότερον παράποτε.
    Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
    Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
    Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε·
    ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλειές χιόνια...
    Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
    Πάλιν εκλονίσθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
    ― Ποιός είναι;
    Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
    Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
    ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
    Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
    O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
    «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
    Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
    ― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι!
    Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
    Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
    «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eί…είχαν οι θηλειές χιόνια!..»
    Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
    Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Kι επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
    Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κι εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρουσιασθή γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.


Η ιστορία του Έλις Άιλαντ

Το νησί Έλις (Ellis Island), στ' ανοιχτά του Μανχάταν, υπήρξε ο κύριος σταθμός υποδοχής των μεταναστών που έφταναν στην Αμερική, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, από τα τέλη του 19ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου.

Έως τις αρχές του 17ου αιώνα το νησί ονομαζόταν Γκαλ. Στις 12 Ιουλίου του 1603 ο κυβερνήτης του Νέου Άμστερνταμ (μετέπειτα Νέας Υόρκης) το αγόρασε από τους Ινδιάνους και το μετονόμασε σε Όιστερ Άιλαντ. Κατόπιν, μετονομάστηκε σε Έλις Άιλαντ και μετατράπηκε σε σταθμό υποδοχής.

Εγκαινιάστηκε την 1η Ιανουαρίου του 1892 και ως τις 12 Νοεμβρίου του 1954, οπότε έκλεισε, υποδέχθηκε πάνω από 20 εκατομμύρια μετανάστες απ' όλο τον κόσμο. Εκεί υποβάλλονταν σε ιατρικές εξετάσεις, προκειμένου να εγκριθεί η είσοδός τους στις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που έπαιρναν την πολυπόθητη άδεια, εγκαθίσταντο -τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια- στη Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ.

Από το 1924 χρησιμοποιήθηκε μόνο για κρατουμένους και πρόσφυγες. Η υποδοχή των συνηθισμένων μεταναστών γινόταν σε άλλους σταθμούς.

Κατά κάποιο τρόπο, το Έλις Άιλαντ λειτούργησε και ως μία κολυμπήθρα, καθώς πολλοί άνθρωποι απέκτησαν εκεί ένα νέο όνομα. Λέγεται πως αν κάποιος από τους υπαλλήλους δεν μπορούσε να εκφέρει το όνομα ενός μετανάστη, το άλλαζε κατά προσέγγιση σε κάτι πιο σύντομο και απλό. Ιδιαίτερα, αν ο νεοφερμένος δεν ήξερε να γράφει και να διαβάζει Αγγλικά.

Σήμερα, τις ημέρες αυτές θυμίζει το Μουσείο Μετανάστευσης των ΗΠΑ που στεγάζεται στο Έλις Άιλαντ. Κατά καιρούς, πολλοί εξέφρασαν την άποψη ότι σ' αυτό το νησί θα έπρεπε να βρίσκεται και το Άγαλμα της Ελευθερίας, λόγω του συμβολισμού του.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ


μ.Χ.

Ιουλιανό και Γρηγοριανό Ημερολόγιο

Πάπας Γρηγόριος ο 13ος

Πάπας Γρηγόριος ο 13ος

Τα χρονολογικά συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν ανά τους αιώνες είναι εκατοντάδες. Σχεδόν κάθε πολιτισμός ανέπτυσσε το δικό του, λίγα όμως κατόρθωσαν να επιβιώσουν. Έως τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. το ημερολόγιο που επικρατούσε ήταν αυτό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το οποίο βασιζόταν στις φάσεις της Σελήνης. Λόγω της ατέλειάς του, όμως, δημιουργήθηκαν μεγάλες αποκλίσεις, κυρίως στην εαρινή ισημερία, με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία και τη λειτουργία του κράτους.

Έτσι, ο Ιούλιος Καίσαρας ανέθεσε στον αλεξανδρινό αστρονόμο Σωσιγένη την αναμόρφωση του ημερολογίου. Προς την κατεύθυνση αυτή, προστέθηκαν στο έτος 90 μέρες, δηλαδή η 1η Μαρτίου του 44 π.Χ αντικαταστάθηκε από την 1η Ιανουαρίου. Το νέο, ηλιακό, ημερολόγιο ανταποκρινόταν απόλυτα στη διαδοχή των εποχών και η διάρκεια του έτους προσδιορίστηκε στις 365,25 ημέρες. Η μικρή διαφορά καλύπτονταν από μία επιπλέον ημέρα που προσθέτονταν κάθε τέσσερα χρόνια, μετά την «έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου», που ονομαζόταν «bis sextus». Έτσι, η ημέρα αυτή, επειδή τη μετρούσαν δυο φορές, ονομάζεται ακόμα και σήμερα «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει δίσεκτο.

Όμως και από το Ιουλιανό Ημερολόγιο προέκυπτε ένα σφάλμα 11 λεπτών και 14 δευτερολέπτων το χρόνο. Εξαιτίας της απόκλισης αυτής, μιάμιση χιλιετία αργότερα η εαρινή ισημερία είχε μετατοπιστεί ημερολογιακά 11 μέρες πίσω, σε σχέση με τα αστρονομικά δεδομένα. Μπροστά στον κίνδυνο να εορτάζονται τα Χριστούγεννα φθινόπωρο και το Πάσχα χειμώνα, ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος προχώρησε σε νέα μεταρρύθμιση του συστήματος. Στις 4 Οκτωβρίου του 1582 προστέθηκαν 10 ημέρες, ενώ για να αποφευχθούν ανάλογες ασυμφωνίες και στο μέλλον, αποφασίστηκε κάθε τέσσερις αιώνες να θεωρούνται δίσεκτα, αντί για 100 χρόνια μόνο τα 97.

Το Νέο ή Γρηγοριανό ημερολόγιο συνάντησε έντονες αντιδράσεις. Τα καθολικά κράτη της Ευρώπης το υιοθέτησαν τελικά μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα προτεσταντικά χρειάστηκαν έναν ακόμη αιώνα. Αγγλία και Αμερική το αποδέχτηκαν μόλις το 1752. Το ίδιο συνέβη και στην Ανατολή, όπου όλα τα ορθόδοξα κράτη συνέχισαν να ακολουθούν το Ιουλιανό έως τον 20ο αιώνα.

Η Ελληνική Πολιτεία εφάρμοσε το Γρηγοριανό ημερολόγιο το 1923, ονομάζοντας την 16η Φεβρουαρίου, 1η Μαρτίου. Η Εκκλησία της Ελλάδος το εφάρμοσε στο εορτολόγιό της ένα χρόνο αργότερα.

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
330 – 379

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Εξέχουσα προσωπικότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας, ο Βασίλειος υπήρξε σπουδαίος ιεράρχης και κορυφαίος θεολόγος, γι’ αυτό και ανακηρύχτηκε Άγιος και Μέγας. Είναι ένας από τους Πατέρες της Εκκλησίας κι ένας από τους Τρεις Ιεράρχες. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου από τους Ορθοδόξους (14 Ιανουαρίου απ’ όσους ακολουθούν το Ιουλιανό Ημερολόγιο) και στις 2 Ιανουαρίου από τους Καθολικούς. Η μνήμη του συνεορτάζεται στις 30 Ιανουαρίου, κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τους δύο άλλους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Γεννήθηκε το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (νυν Καϊσερί Τουρκίας) και ήταν γιος του ποντίου ρήτορα (δικηγόρου της εποχής) Βασιλείου και της Εμμέλειας, η μνήμη της οποίας τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μαζί με του υιού της. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ ή εννέα παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Γρηγόριος, ο μετέπειτα σπουδαίος θεολόγος, γνωστός ως Γρηγόριος Νύσσης. Η γιαγιά του Μακρίνα ήταν κόρη χριστιανού μάρτυρα και μαζί με τη μητέρα του Εμμέλεια έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χριστιανικού χαρακτήρα του Βασιλείου.

Μετά τα εγκύκλια μαθήματα που πήρε στην πατρίδα του, ο Βασίλειος στάλθηκε στο Βυζάντιο για ευρύτερες σπουδές. Το 351 πήγε στην Αθήνα, όπου ανθούσαν ακόμη τα γράμματα και οι τέχνες. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική, φυσική κ.ά. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον Ιουλιανό, μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου και αργότερα μεγάλο πολέμιο του Χριστιανισμού, και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, με τον οποίο τον συνέδεσε μία ιερή και ισόβια φιλία.

Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα επέστρεψε το 351 στην Καισάρεια, όπου άσκησε το επάγγελμα του ρήτορα, όπως και ο πατέρας του. Πολύ γρήγορα ξεκίνησε ένα πνευματικό ταξίδι στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία και τη Συρία, για να γνωρίσει τους ασκητές και να σπουδάσει τον μοναχισμό. Τόσο πολύ γοητεύτηκε από την αυστηρή ασκητική ζωή, ώστε πήγε στον Πόντο κι έζησε μοναχός στην έρημο για μία πενταετία (357-362).

Σκόπευε να μείνει οριστικά εκεί, αν δεν επισυνέβαινε ο θάνατος του επισκόπου Καισαρείας Ευσέβιου. Ο λαός της Καισαρείας ζήτησε να τον διαδεχθεί ο Βασίλειος και μετά την εκλογή του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Καισάρεια. Παρέμεινε για εννέα χρόνια επίσκοπος Καισαρείας και άφησε σπουδαίο έργο, που αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τις επόμενες γενιές. Ίδρυσε μία σειρά από φιλανθρωπικά ιδρύματα, που έγιναν γνωστά ως «Βασιλειάδα», η οργάνωση των οποίων για την περίθαλψη των φτωχών και των ασθενών αποτέλεσε υπόδειγμα πνευματικής προσφοράς και κοινωνικής δράσης.

Ο Βασίλειος ήταν αλύγιστη ψυχή μπροστά σε κάθε είδους κοσμική εξουσία. Κάποτε, ο αυτοκράτορας Ουάλης, που υποστήριζε τους Αρειανούς, του έστειλε τον επίτροπό του Μόδεστο. Ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος τον φοβέρισε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και μαρτυρικό θάνατο. Ατάραχος, ο Βασίλειος απάντησε:
– «Λίγα τριμμένα ρούχα και κάμποσα βιβλία αποτελούν όλη μου την περιουσία· επομένως δεν φοβάμαι τη δήμευση. Την εξορία δεν τη λογαριάζω, γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο είμαι παρεπίδημος. Ούτε τα μαρτύρια φοβούμαι, γιατί τον θάνατο θεωρώ ως ευεργέτη, επειδή θα με οδηγήσει πιο γρήγορα στον Θεό.»
– «Κανένας άλλος επίσκοπος δεν μου μίλησε έτσι», είπε θυμωμένος ο Μόδεστος.
– «Δεν θα μίλησες ποτέ με πραγματικό επίσκοπο», του ανταπάντησε ο Βασίλειος.

Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, με καθοριστική συνεισφορά στη διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας, ενώ συνέταξε και Θεία Λειτουργία («Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου»). Τα έργα του διακρίνονται σε δογματικά, αντιαιρετικά, ασκητικά, πρακτικά, ομιλίες και επιστολές.

Σε όλη τη σύντομη ζωή του αγωνίστηκε για την ενότητα της Χριστιανικής Εκκλησίας, που μαστιζόταν στην εποχή του από θεολογικές έριδες σχετικά τις δοξασίες του Αρείου. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 σε ηλικία 49 ετών και τάφηκε με μεγάλες τιμές.

Απολυτίκιον Αγίου Βασιλείου

Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου,
ως δεξαμένην τον λόγον σου,
δι’ ου θεοπρεπώς εδογμάτισας,
την φύσιν των όντων ετράνωσας,
τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας.
Βασίλειον ιεράτευμα, Πάτερ Όσιε·
πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ,
σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Σχετικά

  • Η ορθόδοξη παράδοση συνδέει το έθιμο της βασιλόπιτας με τον Μέγα Βασίλειο.
  • Σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση, ο Άι-Βασίλης μοιράζει τα δώρα στα παιδιά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Είναι το αντίστοιχο του Σάντα Κλάους των Δυτικών.

Η Άλωση της Ρόδου

Η πολιορκία της Ρόδου

Η πολιορκία της Ρόδου

Ήταν η δεύτερη προσπάθεια των Οθωμανών το 1522 να εκδιώξουν τους Ιωαννίτες Ιππότες από τη Ρόδο και να διασφαλίσουν με την κατάληψη του νησιού την κυριαρχία τους στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Αυτή τη φορά στέφθηκε από επιτυχία, σε αντίθεση με την πρώτη το 1480.

Ο 16ος αιώνας ήταν η περίοδος της μεγίστης ακμής για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την ηγεσία του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α' του Μεγαλοπρεπή. Τη Ρόδο κατείχαν από το 1309 οι Ιωαννίτες Ιππότες (Τάγμα του Αγίου Ιωάννη), απομεινάρια των Σταυροφόρων, που είχαν χάσει και τα τελευταία τους ερείσματα στους Αγίους Τόπους το 1291. Αγόρασαν την πόλη της Ρόδου από τους Γενουάτες και κατόρθωσαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε όλο το νησί, εκδιώκοντας τους Τούρκους. Με την πάροδο των ετών δημιούργησαν ένα ισχυρό προπύργιο στην περιοχή και κατέστησαν αρκετά ενοχλητικοί για τους Οθωμανούς, αφού παρεμπόδιζαν με τις επιδρομές τους τη ναυσιπλοΐα από τη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία προς τα λιμάνια της Συρίας και της Αιγύπτου.

Μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Ρόδου από τους Οθωμανούς το 1480, ήταν θέμα χρόνου η επάνοδός τους στο νησί. Για αυτό, το κύριο μέλημα του Μέγα Μάγιστρου Φιλίπ Βιλιέ ντε Λιλ Αντάμ ήταν να βελτιώσει και να επεκτείνει τα οχυρωματικά έργα της πόλης και να κλείσει το λιμάνι με την τοποθέτηση μιας τεράστιας σιδερένιας αλυσίδας στην είσοδό του. Ο Σουλειμάν, από την πλευρά του, αποφάσισε ότι το καλοκαίρι του 1522 ήταν ο καλύτερος χρόνος για να επιχειρήσει την κατάληψη της Ρόδου.

Στις 26 Ιουνίου, ο στόλος του, αποτελούμενος από περίπου 280 πλοία, αποβίβασε τα πρώτα στρατεύματα στη Ρόδο. Μέχρι τις 28 Ιουλίου, οπότε κατέφθασε αυτοπροσώπως ο Σουλτάνος για να εποπτεύσει την επιχείρηση, ο αριθμός τους έφθανε τις 100.000 άνδρες. Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων τέθηκε ο μπατζανάκης του Σουλτάνου, Μουσταφά Πασά. Την καλά οχυρωμένη πόλη της Ρόδου υπερασπίζονταν περίπου 5.000 άνδρες, από τους οποίους οι 600 ήταν του Τάγματος (200 Ιππότες), 400 Κρητικοί (Έλληνες και Βενετοί, ανάμεσά τους και ο μεγάλος τειχιστής Γαβριήλ Μαρτινέγκο) και οι υπόλοιποι ξένοι ναυτικοί και ντόπιοι Ροδίτες.

Η πολιορκία της Ρόδου βάστηξε πέντε μήνες και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις του είδους. Στην αρχή, ο Μουσταφά Πασάς μπλόκαρε το λιμάνι και βομβάρδισε την πόλη με το πεδινό πυροβολικό του. Στη συνέχεια, οι επιθέσεις του πεζικού ήταν καθημερινό φαινόμενο, αλλά απέβαιναν άκαρπες. Το φρούριο της Ρόδου κρατούσε γερά και δεν ήταν εύκολη υπόθεση η κατάληψή του, όπως πίστευαν αρχικά οι σύμβουλοι του Σουλτάνου. Στις 24 Σεπτεμβρίου ο Μουσταφά πραγματοποίησε μια συνδυασμένη μαζική επίθεση με πυροβολικό και πεζικό. Πάνω στα τείχη της Ρόδου διεξήχθησαν ομηρικές μάχες και πολλές φορές άλλαξαν χέρια. Μία μέρα αργότερα και αυτή η επίθεση κατέληξε σε αποτυχία, με σημαντικές απώλειες για τους επιτιθέμενους.

Εξοργισμένος ο Σουλεϊμάν από την ανικανότητα του στρατηγού του διέταξε να τον θανατώσουν και ανέθεσε την επιχείρηση στον Αχμέτ Πασά, έμπειρο πολιορκητή και με γνώσεις μηχανικής. Μόνο με την παρέμβαση των συμβούλων του η οργή του Σουλτάνου καταλάγιασε και χαρίστηκε στον συγγενή του. Ο Αχμέτ με τα διαρκή πυρά του πυροβολικού του προξένησε σημαντικές ζημιές στις οχυρώσεις, ενώ προσπάθησε να σκάψει λαγούμια κάτω από τα τείχη και να αιφνιδιάσει τους αμυνόμενους. Μια νέα επίθεση τον Νοέμβριο κατέληξε σε αποτυχία.

Και οι δύο πλευρές, μετά από πέντε μήνες άγριων μαχών, είχαν φθάσει στα όριά τους. Σε πιο δεινή θέση ήταν οι πολιορκούμενοι, που αντιμετώπιζαν έλλειψη τροφών και πολεμοφοδίων, αφού η βοήθεια από τη Δύση δεν έφθασε ποτέ. Οι οχυρώσεις καταστρέφονταν, χωρίς δυνατότητα επισκευής. Ο αποδεκατισμός της φρουράς δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί, ενώ αντίθετα στο τουρκικό στρατόπεδο οι τρομακτικές απώλειες αναπληρώνονταν με αφίξεις νέων στρατευμάτων.

Υπό την πίεση του λαού, ο Μέγας Μάγιστρος ζήτησε ανακωχή από τον Σουλτάνο στις 20 Δεκεμβρίου 1522. Δύο μέρες αργότερα, ο Σουλεϊμάν δέχθηκε και ανακοίνωσε τους όρους του, οι οποίοι ήταν αρκούντως γενναιόδωροι και εξέπληξαν τους αμυνόμενους. Ο Σουλεϊμάν απαίτησε από τους Ιππότες να εγκαταλείψουν τη Ρόδο εντός 12 ημερών με την περιουσία και τον οπλισμό τους. Στους ντόπιους, Έλληνες και Λατίνους, έδωσε φορολογική απαλλαγή για πέντε χρόνια και παρείχε τη διαβεβαίωση ότι δεν θα μετέτρεπε τους χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά. Αν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νησί όφειλαν να το πράξουν εντός τριών ετών.

Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιππότες και αρκετοί Έλληνες εγκατέλειψαν τη Ρόδο με προορισμό τη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Στη συνέχεια, οι Ιππότες διεκπεραιώθηκαν στη Σικελία και κατέληξαν στη Μάλτα, όπου θα μετονομαστούν σε Ιππότες της Μάλτας και θα τεθούν εκ νέου αντιμέτωποι των Οθωμανών το 1565.

Εν τω μεταξύ, στη Ρόδο ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές, όταν οι νικητές έδιωξαν Λατίνους και Έλληνες από το φρούριο, στο οποίο εγκαταστάθηκαν Τούρκοι και Εβραίοι. Η πολιορκία και η άλωση της Ρόδου επιτεύχθηκε με μεγάλο ανθρώπινο κόστος για τους Οθωμανούς (περίπου 50.000 οι νεκροί και οι τραυματίες), αλλά τους διασφάλισε την κυριαρχία τους στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο.

Ψηφίζεται από την A’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα. Μεταξύ άλλων, καθορίζει το γαλάζιο και το λευκό ως τα χρώματα της ελληνικής σημαίας.

Η ιστορία του Αλκατράζ

Η λέξη «Αλκατράζ» προέρχεται από την ισπανική λέξη για το θαλασσοπούλι. Έτσι ονόμασε ο ισπανός εξερευνητής Χουάν Μανουέλ ντ' Αγιάλα τη μία από τις τρεις βραχονησίδες που βρίσκονται στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, όταν κατέπλευσε στην περιοχή και τη χαρτογράφησε.

Λόγω της στρατηγικής του σημασίας, το 1850 ο αμερικανικός στρατός μετέτρεψε το νησάκι σε οχυρό, για την προστασία του λιμανιού. Προς τα τέλη της δεκαετίας, το φρούριο άρχισε να δέχεται και στρατιωτικούς κρατουμένους, οι οποίοι από το 1909 έως το 1911 αξιοποιήθηκαν για την ανέγερση μιας νέας στρατιωτικής φυλακής, που επρόκειτο να μείνει στην ιστορία ως «Ο Βράχος».

Για περισσότερα από 80 χρόνια χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Στις 12 Οκτωβρίου του 1933 πέρασε στη δικαιοδοσία του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και την επόμενη χρονιά μετατράπηκε σε ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας. Τα εγκαίνεια έγιναν την πρωτοχρονιά του 1934 και οι πρώτοι κατάδικοι έφτασαν στις 11 Αυγούστου 1934.

Εκεί στέλνονταν οι πιο επικίνδυνοι κακοποιοί και όσοι αρνούνταν να προσαρμοστούν στους κανόνες των κοινών φυλάκων. Στα 29 χρόνια λειτουργίας της, τρόφιμοί της υπήρξαν ορισμένοι από τους πλέον διάσημους γκάνγκστερ, όπως ο Αλ Καπόνε.

Στο Αλκατράζ, οι κρατούμενοι είχαν τέσσερα δικαιώματα: τροφή, ένδυση, στέγη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Οποιοδήποτε άλλο προνόμιο έπρεπε να το κερδίσουν. Στα προνόμια αυτά συμπεριλαμβάνονταν οι επισκέψεις συγγενικών προσώπων, η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη των φυλακών, ψυχαγωγικές δραστηριότητα όπως ζωγραφική, μουσική, κ.α. Από τον Βράχο δεν μπόρεσε ποτέ να αποδράσει κανείς. Όσοι το επεδίωξαν, είτε πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν από τους φύλακες, είτε πέθαναν στα παγωμένα νερά του Ειρηνικού Ωκεανού.

Η φυλακή του Αλκατράζ έκλεισε στις 21 Μαρτίου του 1963. Το κόστος συντήρησης της ήταν τόσο υψηλό, που προτιμήθηκε η κατασκευή μιας νέας στην ηπειρωτική χώρα. Μετά το κλείσιμό της, το νησάκι εγκαταλείφθηκε, παρότι υπήρξαν διάφορες ιδέες για την αξιοποίησή του. Μεταξύ άλλων, προτάθηκε να συμπεριληφθεί στα μνημεία των Ηνωμένων Εθνών ως ένα άλλο Άγαλμα της Ελευθερίας, ή να μετατραπεί σε ξενοδοχειακό συγκρότημα και εμπορικό κέντρο.

Το 1969 διεκδικήθηκε από μία ομάδα ιθαγενών, θέλοντας να δημιουργήσουν σ' αυτό ένα ινδιάνικο πολιτιστικό κέντρο. Η προσπάθειά τους, όμως, απέτυχε και το 1973 το Αλκατράζ μετατράπηκε σε εθνικό πάρκο. Σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής και δέχεται περισσότερους από ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως.

Τίθεται σε ισχύ στις ΗΠΑ νόμος που επιβάλει την αναγραφή της ένδειξης «Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία» στα πακέτα των τσιγάρων.
Στο πρωτοχρονιάτικο διάγγελμά του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναφέρει: «Ο κομμουνισμός αποτελεί μίασμα, γεννηθέν έξω της Ελλάδος, εμπνεόμενον και κινούμενον έξωθεν. Ηθική του είναι το ψεύδος και η προδοσία. Μολύνει και καθιστά ανύποπτον εχθρόν της πατρίδος πάντα ερχόμενον εις επαφήν με αυτόν, άτομον ή ομάδα, πάντα καλόν Ελληνα, μή διαβλέποντα τον κίνδυνον (...)». Προκαλούνται έντονες αντιδράσεις.
Η Ελλάδα γίνεται το 10ο μέλος της ΕΟΚ.
Τίθεται σε ισχύ στην Ελλάδα η επιβολή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), επιφέροντας μεγάλη αύξηση των τιμών.
Το Ευρώ αντικαθιστά τη Δραχμή και τα εθνικά νομίσματα άλλων 11 κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

Πιερ ντε Κουμπερτέν
1863 – 1937

Γάλλος συγγραφέας και παιδαγωγός, γνωστός παγκόσμια ως ο πρωτεργάτης της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ο Πιερ ντε Φρεντί βαρώνος του Κουμπερτέν γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1863 στο Παρίσι και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Γαλλίας. Νεώτατος επισκέφθηκε την Αγγλία και τις ΗΠΑ, όπου παρακολούθησε μαθήματα φυσικής αγωγής, ενώ παράλληλα μελετούσε το βίο των αρχαίων Ελλήνων. Υπήρξε υπέρμαχος της εισαγωγής των αθλοπαιδιών στα σχολεία, εμπνεόμενος από την ανάγκη αναστήλωσης του ηθικού της γαλλικής νεολαίας, μετά την ήττα από τη Γερμανία το 1871 στα πεδία των μαχών.

Το 1892 επηρεασμένος από τη φιλοσοφία των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και τις πεποιθήσεις του άγγλου φιλάθλου Γουίλιαμ Μπρουκς και ελλήνων διανοουμένων διακήρυξε την πρόθεσή του να ανασυστήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες πάνω σε σύγχρονες βάσεις, σε ομιλία του στη Σορβόνη. Τον Ιούνιο του 1894 ως γενικός γραμματέας της Ένωσης των Γαλλικών Αθλητικών Σωματείων (USFSA) οργάνωσε στη Σορβόνη διεθνές συνέδριο για τη διάδοση και μελέτη του φιλαθλητισμού, στο οποίο πήραν μέρος αντιπρόσωποι από 14 χώρες.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου αποφασίσθηκε η ίδρυση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ), η οποία θα είχε την ευθύνη για την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, με πρώτο πρόεδρο τον έλληνα αντιπρόσωπο Δημήτριο Βικέλα (23 Ιουνίου). Την ίδια ημέρα το συνέδριο εξέφρασε την ευχή οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες της σύγχρονης εποχής να διεξαχθούν στην Αθήνα.

Με χρηματικό ποσό που συγκεντρώθηκε σε δημόσιο έρανο και με τη συνδρομή του εθνικού ευεργέτης Γεωργίου Αβέρωφ, άρχισαν το 1895 οι εργασίες ανακατασκευής τού καλλιμάρμαρου σταδίου τού Περικλή, όπου τελέσθηκαν το 1896 οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες (25 Μαρτίου - 3 Απριλίου). Αμέσως μετά τους αγώνες, ο Κουμπερτέν ανέλαβε από τον Βικέλα την προεδρία της ΔΟΕ, την οποία διατήρησε έως το 1925, παρότι στο ιδρυτικό της συνέδριο είχε αποφασιστεί η ανά τετραετία αλλαγή του προέδρου.

Το 1906 έλαβε αρνητική και επικριτική στάση απέναντι στη «Μεσολυμπιάδα», που διοργάνωσε η Ελλάδα, με συνέπεια να διαρραγούν οι σχέσεις του με τον παλιό φίλο και συνεργάτη του Δημήτριο Βικέλα. Το 1912 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης κέρδισε με ψευδώνυμο το χρυσό μετάλλιο στη λογοτεχνία για το ποίημά του «Ode au sport» («Ωδή στον αθλητισμό»).

Το 1913 σχεδίασε τη σημαία των Ολυμπιακών Αγώνων, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αμβέρσας το 1920, ενώ με δική του πρόταση υιοθετήθηκε το ολυμπιακό σύνθημα «Citius, Altius, Fortius» («Γρηγορότερα», «Υψηλότερα», «Δυνατότερα») από τους Ολυμπιακούς του 1924 στο Παρίσι.

Από το πλούσιο συγγραφικό του έργο ξεχωρίζουν τα βιβλία: «Η αγωγή εν Αγγλία» (1888), «Αναμνήσεις της Αμερικής και της Ελλάδος» (1897), «Η ωφέλιμος γυμναστική» (1912), «Δοκίμιον αθλητικής ψυχολογίας» (1913), «Μαθήματα παιδαγωγικής αθλητικής» (1923) και «Η αγωγή των εφήβων κατά τον 20ο αιώνα».

Στην προσωπική του ζωή, ήταν νυμφευμένος από το 1895 με την παιδική του φίλη Μαρί Ροτάν (1861-1963), με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Ζακ (1896-1952) και τη Ρενέ (1902-1968).

Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν πέθανε στη Γενεύη της Ελβετίας στις 2 Σεπτεμβρίου 1937, σε ηλικία 74 ετών. Κατ’ επιθυμία του , η καρδιά του τοποθετήθηκε σε αναμνηστική στήλη σε χώρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας, στην Αρχαία Ολυμπία.

Γεώργιος Σταύρος
1788 – 1869

Ηπειρώτης έμπορος, τραπεζίτης, Φιλικός και πολιτικός. Υπήρξε ο πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας κι ένας από τους θεμελιωτές της οικονομικής συγκρότησης του ελληνικού κράτους.

Ο Γεώργιος Σταύρος ή Σταύρου γεννήθηκε στα Ιωάννινα την 1η Ιανουαρίου του 1788. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του εμπόρου και πρόκριτου των Ιωαννίνων Ιωάννη Σταύρου ή Τσιαπαλάμου και της Μπαλάσως Κερασάρη, κόρης προκρίτου των Ιωαννίνων. Φοίτησε αρχικά στην Μπαλάνειο και στη συνέχεια στην Καπλάνειο σχολή των Ιωαννίνων και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του σε Λύκειο της Βιέννης. Στην πρωτεύουσα των Αψβούργων απέκτησε τις πρώτες εμπορικές γνώσεις, έμαθε να μιλά με ευχέρεια τρεις γλώσσες (Γερμανικά, Γαλλικά και Ιταλικά) και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Σημαντικός έμπορος της Βιέννης όταν ξέσπασε η επανάσταση του '21 βοήθησε ποικιλοτρόπως τους αγωνιζόμενους Έλληνες, με όπλα, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Τον Σεπτέμβριο του 1824 έφθασε στην επαναστατημένη Ελλάδα και λίγους μήνες αργότερα διορίστηκε ταμίας του Εκτελεστικού (κάτι σαν Υπουργός Οικονομικών) από τον πρόεδρο του Σώματος Γεώργιο Κουντουριώτη.

Έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος της Ηπείρου στη Γ' Εθνοσυνέλευση Ερμιόνης και Τροιζήνας (1827) και στην Ε' Εθνοσυνέλευση Άργους και Ναυπλίου (1831- 1832). Με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα διορίστηκε σύμβουλός του επί οικονομικών θεμάτων και στη συνέχεια μέλος του τμήματος οικονομικών του Πανελληνίου (συμβουλευτικού οργάνου του Κυβερνήτη) και μέλος της Τριμελούς Επιτροπής της Οικονομίας (οργάνου που υποκαθιστούσε το υπουργείο Οικονομικών). Ταυτόχρονα, υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Χρηματιστηριακής Τράπεζας, του πρώτου κρατικού τραπεζικού ιδρύματος στην Ελλάδα.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την επικράτηση των αντικαποδιστριακών, ο Σταύρος αποσύρθηκε από τα κοινά. Επανήλθε στο προσκήνιο το 1835, όταν ο βασιλιάς Όθωνας τον διόρισε σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το 1839 ο γαλλοελβετός φιλέλληνας τραπεζίτης Γαβριήλ Εϋνάρδος, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, του απέστειλε το ποσό των 500.000 φράγκων για τη διενέργεια κολλυβιστικών (χρηματιστηριακών) και τραπεζιτικών εργασιών, αλλά και για να διερευνήσει τη δυνατότητα ίδρυσης τράπεζας, καθώς η Εθνική Χρηματιστηριακή είχε διαλυθεί.

Ο Σταύρου άνοιξε ένα μικρό γραφείο στην Αθήνα, στην Πλατεία Δημοπρατηρίου (στη συμβολή των σημερινών οδών Μητροπόλεως και Αιόλου) και διενεργούσε με μεγάλη επιτυχία κολλυβιστικές και τραπεζιτικές εργασίες. Η επιτυχία του αυτή κίνησε το ενδιαφέρον του βασιλιά Όθωνα και με τον νόμο της 30ης Μαρτίου 1841 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας. Ο Σταύρος διορίσθηκε μέλος της διοικούσας επιτροπής, αλλά πολύ γρήγορα ξεχώρισε για τις ικανότητές του και με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της 13ης Νοεμβρίου του 1841 ανέλαβε το τιμόνι της νεοσύστατης τράπεζας, το οποίο διατήρησε μέχρι τον θάνατό του.

Στα 27 χρόνια που διηύθυνε την Εθνική Τράπεζα, ο Σταύρος αύξησε το μετοχικό της κεφάλαιο θεαματικά, μερίμνησε για την αγορά οικοπέδου για την οικοδόμηση ιδιόκτητου κτιρίου στην οδό Αιόλου, την ίδρυση υποκαταστημάτων και Ταμιευτηρίου. Με δική του πρωτοβουλία το 1867 ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης, ο πρώτος ασφαλιστικός οργανισμός εργαζομένων στη χώρα μας.

Ο Γεώργιος Σταύρος πέθανε στις 31 Μαΐου του 1869 από καρδιακή ανακοπή μέσα στο κτίριο του κεντρικού καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας, όπου διέμενε. Η Αθήνα τον τίμησε, δίνοντας το όνομά του σε μικρή οδό στη μία πλευρά του κεντρικού κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας, μεταξύ των οδών Σταδίου και Αιόλου.

Ελληνικά Χρονικά

Η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά, φύλλο 7 Ιανουαρίου 1825.

Η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά, φύλλο 7 Ιανουαρίου 1825.

Τίτλος εφημερίδας, που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη - Ιάκωβο Μάγερ (1798-1826). Το πρώτο φύλλο των Ελληνικών Χρονικών κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1824 και το τελευταίο στις 20 Φεβρουαρίου 1826.

Ο Μάγερ, που είχε σπουδάσει φαρμακευτική και λίγη ιατρική, ήλθε στην Ελλάδα τους πρώτους μήνες της Επανάστασης του '21, για να βοηθήσει στην περίθαλψη των αγωνιζομένων Ελλήνων. Το όνομά του, όμως, συνδέθηκε με τα πρώτα βήματα της ελληνικής δημοσιογραφίας.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε την 1η Ιανουαρίου 1824 και τυπώθηκε σ’ ένα μικρό χειροκίνητο πιεστήριο του Μεσολογγίου, ενώ από τις 20 Απριλίου τα Ελληνικά Χρονικά τυπώνονταν σ' ένα πιο σύγχρονο χειροκίνητο πιεστήριο, που είχε φέρει στην Ελλάδα ο Άγγλος συνταγματάρχης Λέστερ Στάγχοπ, από τους ακολούθους του Λόρδου Βύρωνα. Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο Θεσσαλονικιός τυπογράφος Δημήτριος Μεσθενέας (?-1826).

Η εφημερίδα κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα και η τριμηνιαία συνδρομή της κόστιζε έξι ισπανικά τάλληρα. Συχνά αναγκαζόταν να μην είναι συνεπής με το αναγνωστικό της κοινό, λόγω ανυπέρβλητων εμποδίων. «Ζητούμε συγγνώμην από τους κυρίους συνδρομητάς μας διά την διακοπήν, την οποίαν εξ ανάγκης μεταχειριζόμεθα ενίοτε εις την εφημερίδα. Αι συνεχείς ζημίαι, τας οποίας από τον εχθρικόν πυροβολισμόν πάσχει η τυπογραφία, γίνονται αιτίαι αναπόφευκτοι ταύτης της διακοπής…» έγραφε ο Μάγερ στο φύλλο της 19ης Αυγούστου 1825.

Η ύλη της εφημερίδας διαπνεόταν από φιλελεύθερο πνεύμα και περιλάμβανε άρθρα, στα οποία αναπτύσσονταν απόψεις για πολιτειακά και άλλα θέματα. Ο Μάγερ, οπαδός του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (1791-1865), υποστήριξε το κύρος της Διοίκησης, σε πολλές όμως περιπτώσεις επέκρινε τις ενέργειές της. Τους τελευταίους μήνες της έκδοσής της δημοσιεύονταν ημερολογιακά οι περιγραφές των πολεμικών συγκρούσεων και εξ’ αυτού του λόγου η εφημερίδα αποτελεί πολύτιμη πηγή για την ιστορία της Επανάστασης και ειδικότερα για την πορεία των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου.

Τα Ελληνικά Χρονικά έπαψαν να κυκλοφορούν στις 20 Φεβρουαρίου 1826, όταν μία βόμβα από το τουρκοαιγυπτιακό στρατόπεδο κατέστρεψε ολοκληρωτικά τις εγκαταστάσεις της, λίγες εβδομάδες πριν από την έξοδο των πολιορκημένων. Συνολικά, εκδόθηκαν 211 φύλλα, κάποια από τα οποία διασώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Η εφημερίδα επανεκδόθηκε στο Μεσολόγγι στις 13 Φεβρουαρίου 1859 από τον δικηγόρο και λόγιο Αναστάσιο Κ. Γιαννόπουλο. Είχε διαφορετική μορφή και η ύλη της περιείχε αναδημοσιεύσεις άρθρων από τον ελληνικό και διεθνή τύπο. Ήταν εβδομαδιαία και η κυκλοφορία της διάρκεσε έως τις 15 Ιουνίου 1864.

Σταύρος Ψυχάρης, έλληνας δημοσιογράφος και εκδότης.
Ιωάννης Δραγασάκης, έλληνας πολιτικός (ΣΥΡΙΖΑ).
Ευάγγελος Μαρινάκης, έλληνας εφοπλιστής και αθλητικός παράγων (πρόεδρος της ΠΑΕ Ολυμπιακός).

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Άγιος Τηλέμαχος, μοναχός και ερημίτης, που μαρτύρησε για τη χριστιανική πίστη στο Κολοσσαίο της Ρώμης. (Γεν. ?)
Χάινριχ Ρούντολφ Χερτζ, γερμανός φυσικός, που ασχολήθηκε κυρίως με την εκπομπή και λήψη ραδιοκυμάτων. Στη μονάδα συχνότητας (1 κύκλος ανά δευτερόλεπτο) δόθηκε το όνομά του. (Γεν. 22/2/1857)
Χανκ Γουίλιαμς, αμερικανός τραγουδιστής της κάντρι. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους του μουσικού αυτού είδους, με 36 τραγούδια του να έχουν μπει στο Top 10 των ΗΠΑ. (Γεν. 17/9/1923)

πηγη: www.sansimera.gr

     
    © Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου