Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 29 Ιούλ 2018
Κυριακή 29 Ιουλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018Κυριακή 29 Ιουλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:24 – Δύση Ήλιου: 20:38
  • Παγκόσμια Ημέρα Τίγρης
  • Γιορτάζουν:  Καλλίνικος, Καλλινίκη

Σαν Σήμερα...

1938
  Εξέγερση ξεσπά στα Χανιά εναντίον του καθεστώτος Μεταξά. Θα καταρρεύσει την επόμενη μέρα.

Η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου


Στις 4 Αυγούστου 1936 ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς με τη συγκατάθεση του βασιλιά Γεωργίου Β’ αναστέλλει βασικά άρθρα του Συντάγματος και κηρύσσει δικτατορία. Θα επιβάλλει ένα αυταρχικό καθεστώς με κάποια φασιστικά στοιχεία, που δεν θα οδηγήσουν όμως στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Το καθεστώς αποδείχτηκε ότι ήταν προσωποπαγές και θα καταρρεύσει μετά τον θάνατό του, στις 29 Ιανουαρίου 1941.

Ο Μεταξάς δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση στη διάρκεια της εξουσίας του. Η τετραετία πολιτικής αστάθειας, στρατιωτικών κινημάτων και οξύτητας των παθών που προηγήθηκαν είχαν κουράσει τον λαό, ο οποίος αποζητούσε τάξη και ασφάλεια. Επιπλέον, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της εποχής, Ελευθέριος Βενιζέλος, Παναγής Τσαλδάρης και Γεώργιος Κονδύλης είχαν εκλείψει και η νέα πολιτική ηγεσία δεν είχε αναδειχθεί ακόμη…

Ο δρόμος προς την 4η Αυγούστου

Ο Ιωάννης Μεταξάς με τον Αλέξανδρο Παπάγο

Ο Ιωάννης Μεταξάς με τον Αλέξανδρο Παπάγο

Η αφετηρία για τις πολιτικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν εντοπίζεται στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, οι οποίες έγιναν με το σύστημα της απλής αναλογικής και δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Τα διάφορα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα έλαβαν 143 έδρες και τα βενιζελικά κόμματα με επικεφαλής το Κόμμα των Φιλελευθέρων 142. Ρυθμιστικό ρόλο στο νέο πολιτικό σκηνικό ανέλαβε να διαδραματίσει το «Παλλαϊκό Μέτωπο», συνασπισμός αριστερών κομμάτων με επικεφαλής το ΚΚΕ, που διέθετε 15 βουλευτές στη Βουλή. Το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων του Ιωάννη Μεταξά, που συμμετείχε στον αντιβενιζελικό συνασπισμό, έλαβε το 3,94% των ψήφων και απέσπασε 7 έδρες.

Οι προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας από τα δύο μεγάλα κόμματα, το Λαϊκό και το Φιλελεύθερο, δεν θα έχουν ευτυχή κατάληξη. Οι Φιλελεύθεροι στρέφονται προς το Παλλαϊκό Μέτωπο και υπογράφουν μαζί τους συμφωνητικό συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης, γνωστό και ως σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα. Η αποκάλυψη της ύπαρξής του από τους κομμουνιστές, επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι του από την πλευρά των Φιλελευθέρων, προκαλεί έντονες αντιδράσεις από πλευράς των βασιλοφρόνων. Ο υπουργός Στρατιωτικών, Αλέξανδρος Παπάγος, διαμηνύει στο βασιλιά ότι ο στρατός δεν αναγνωρίζει ουσιαστικό πολιτικό ρόλο στους κομουνιστές. Η κίνηση αυτή του Παπάγου γίνεται μετά την εκλογή του Θεμιστοκλή Σοφούλη ως προέδρου της Βουλής με τις ψήφους των βουλευτών του Παλλαϊκού Μετώπου.

Μέσα σε κλίμα έντασης και απειλών για τον ομαλό κοινοβουλευτικό βίο της χώρας, οι Φιλελεύθεροι υποχωρούν και προτείνουν στον βασιλιά σχηματισμό κυβέρνησης με επικεφαλής και πάλι τον εξωκοινοβουλευτικό Κωνσταντίνο Δεμερτζή (14 Μαρτίου 1936). Ο Iωάννης Μεταξάς αναλαμβάνει υπουργός Στρατιωτικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, μετά από προσωπική επιθυμία και επιλογή του βασιλιά, στη θέση του Αλέξανδρου Παπάγου, που μετακινείται ως αρχηγός στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Την τοποθέτηση Μεταξά στο Υπουργείο Στρατιωτικών είδε με σχετικά «καλό μάτι» και ο Ελευθέριος Βενιζέλος - παρά την έντονη προσωπική αντίθεσή τους - διότι μπροστά στον απειλούμενο πόλεμο, έκρινε ότι ο Μεταξάς θα μπορούσε να συμβάλει ενδεχόμενα καλύτερα από άλλους στην ανασυγκρότηση της άμυνας της χώρας και τη βελτίωση του κλίματος στο στρατό.

Κι ενώ θα συνερχόταν η Βουλή για να ακούσει τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, έφθασε στην Αθήνα το θλιβερό άγγελμα του θανάτου του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι (18 Μαρτίου). Ο θάνατος του Βενιζέλου καθυστέρησε την εμφάνιση της κυβέρνησης Δεμερτζή στη Βουλή. Στις 13 Απριλίου ο πρωθυπουργός βρέθηκε νεκρός στο κρεββάτι του.

Ο βασιλιάς, χωρίς να συμβουλευτεί τους αρχηγούς των κομμάτων, διόρισε αυθημερόν ως πρωθυπουργό τον 65χρονο Μεταξά, γνωστό για τις αντικοινοβουλευτικές του απόψεις και την πίστη του ότι η δικτατορία είναι το πολίτευμα που άρμοζε στην Ελλάδα. Στις 25 Απριλίου ο Iωάννης Μεταξάς εμφανίστηκε στη Βουλή και ανέγνωσε τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του και δύο ημέρες αργότερα έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τα δύο μεγάλα κόμματα. Την κυβέρνηση Μεταξά καταψήφισαν οι βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Από την ψηφοφορία απέσχαν ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Αλέξανδρος Μυλωνάς.

Ύστερα από λίγες ημέρες, η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της για τέσσερις μήνες, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1936, δίνοντας τη δυνατότητα στην κυβέρνηση Μεταξά να νομοθετεί με διατάγματα. Στο μεταξύ, τα λαϊκά συλλαλητήρια εναντίον του Iωάννη Μεταξά άρχισαν να πληθαίνουν και στις 9 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη χιλιάδες απεργοί συγκρούονται με την αστυνομία. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων ήταν να χάσουν τη ζωή τους 12 άτομα και να τραυματιστούν εκατοντάδες. Ο Μεταξάς βρίσκει την ευκαιρία να συλλάβει εκατοντάδες συνδικαλιστές και να τους εξορίσει.

Οι λαϊκές αντιδράσεις για τη σφαγή της Θεσσαλονίκης αναγκάζουν τους ηγέτες των δύο μεγάλων κομμάτων να αρχίσουν τις συνεννοήσεις για τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού. Όμως, ο ξαφνικός θάνατος του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη στις 17 Μαΐου, θέτει προσωρινό τέρμα στις επαφές. Μετά τον θάνατο του Τσαλδάρη και νωρίτερα του Γεωργίου Κονδύλη (31 Ιανουαρίου 1936), ο Μεταξάς είναι πλέον ο αναμφισβήτητος ηγέτης της αντιβενιζελικής παράταξης.

Η διάσπαση του αστικού δημοκρατικού πολιτικού κόσμου διευκολύνει τους χειρισμούς του Ιωάννη Μεταξά. Στα τέλη Ιουλίου έχει επέλθει η συμφωνία βασιλιά - Μεταξά και στρατιωτικής ηγεσίας για την επιβολή δικτατορίας. Ο Γεώργιος, που έλεγχε απόλυτα το στράτευμα, επιδίωκε μιας μικρής διάρκειας συνταγματική εκτροπή, ενώ ο Μεταξάς ήθελε να επιβάλει δικτατορία μακράς πνοής. Οι στόχοι τους τη δεδομένη στιγμή συνέπιπταν.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Ο Ιωάννης Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β’

Ο Ιωάννης Μεταξάς με τον βασιλιά Γεώργιο Β’

Το πρωί της 4ης Αυγούστου ο Μεταξάς συγκαλεί έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο, δίνοντας αρχικά την εντύπωση πως αντικείμενό του θα ήταν η αντιμετώπιση της πανεργατικής απεργίας που είχε κηρυχθεί για την επομένη, 5 Αυγούστου. Εκείνο το Υπουργικό Συμβούλιο έληξε με την υπογραφή δύο διαταγμάτων, που αυθημερόν προωθήθηκαν στο Βασιλιά Γεώργιο και υπογράφηκαν αμέσως για να δημοσιευθούν χωρίς καθυστέρηση στην «Εφημερίδα της Κυβέρνησης». Προέβλεπαν την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και την κήρυξη δικτατορίας. Τρία μέλη της κυβέρνησης, ο Γεώργιος Μαντζαβίνος (Υπουργός Οικονομικών), ο Δημήτριος Ελευθεριάδης (Υπουργός Προνοίας) και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (Υφυπουργός Οικονομικών), αρνήθηκαν να υπογράψουν τα διατάγματα και παραιτήθηκαν. Τα νέα μέλη της κυβέρνησης ορκίστηκαν στις 5 Αυγούστου.

Οι πολιτικές εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Εκδόθηκαν τα διατάγματα για τη διάλυση των κομμάτων και οι εφημερίδες δεν κυκλοφόρησαν την επομένη, 5 Αυγούστου. Η πολιτική τάξη, που είχε αιφνιδιαστεί πλήρως, τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι είχε συντελεστεί συνταγματική εκτροπή, όταν άρχισαν οι πρώτες συλλήψεις. Μεταξύ των πρώτων συλληφθέντων ήταν και οι Αλέξανδρος Σβώλος, Δημήτριος Γληνός, Iωάννης Σοφιανόπουλος, Θεμιστοκλής Τσάτσος και Κωνσταντίνος Γαβριηλίδης.

Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό, τα κόμματα αποφάσισαν να αντιδράσουν. Κι ενώ το Κόμμα των Φιλελευθέρων παρέμενε σιωπηλό, ηγέτες των δημοκρατικών κομμάτων (Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Γεώργιος Καφαντάρης, Γεώργιος Παπανδρέου και Aλέξανδρος Μυλωνάς) συσκέφθηκαν το απόγευμα της 5ης Αυγούστου με την τριμελή ηγεσία του Λαϊκού Κόμματος (Ντίνος Τσαλδάρης, Πέτρος Ράλλης και Βασίλειος Σαγιάς). Αποφάσισαν να επισκεφθούν τον Βασιλιά και να τον θέσουν ενώπιον των ευθυνών του. Πράγματι, την επομένη, 6 Αυγούστου, σε επαφή που είχαν μαζί του διαμαρτυρήθηκαν για τη συγκατάθεσή του στις αντιδημοκρατικές πρωτοβουλίες του Μεταξά. Ο Γεώργιος προσποιήθηκε τον αμέτοχο, προτείνοντας μία απευθείας συνάντηση των πολιτικών ηγετών με τον Μεταξά και ο Καφαντάρης αντέτεινε, λέγοντας ότι η δικτατορία «ιδικόν σας έργον είναι».

Οι αντιδράσεις των πολιτικών ηγετών παρέμειναν αναποτελεσματικές και χωρίς συνέχεια. Το νέο καθεστώς με τις «ευλογίες» του Γεωργίου αποβαίνει όλο και πιο σταθερό. Η ύστατη φωνή διαμαρτυρίας ήλθε στις 24 Αυγούστου, από το δεδηλωμένο βασιλόφρονα και φανατικό αντιβενιζελικό πολιτικό Ιωάννη (Τζον) Θετόκη, που ζούσε την περίοδο αυτή στο εξωτερικό. Σε επιστολή του προς τον Γεώργιο, αφού ασκεί κριτική για την ευθυγράμμιση του Στέμματος με τον Μεταξά, προτείνει εκλογές με πλειοψηφικό σύστημα και ευρύτατη περιφέρεια, ώστε η Βουλή που θα προέκυπτε να δώσει σταθερή κυβέρνηση.

Όμως, παρά τις όποιες απόψεις κατά του καθεστώτος, που ήταν μεμονωμένες και δεν είχαν τη δύναμη να καθορίσουν την πορεία των πραγμάτων, το κέντρο εξουσίας αισθάνεται πως δεν απειλείται και, αποφεύγοντας κάθε συνεννόηση με τον «παλαιό» πολιτικό κόσμο, συνεχίζει το έργο του.

Ο δικτάτορας θα συνοψίσει τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του καθεστώτος του στο «Ημερολόγιό» του: «Η Ελλάς έγινε από τις 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό. Κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν είχε βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε ο Λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς». Απώτερος στόχος του ήταν ο λεγόμενος «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός», που θα έφερνε την αναγέννηση της χώρας. Ο πρώτος ήταν της αρχαίας Ελλάδας, ο δεύτερος του Βυζαντίου και ο τρίτος... του Iωάννη Μεταξά.

Αμέσως μετά τη στερέωση της εξουσίας του, ο Μεταξάς εξαπέλυσε άγριους διωγμούς κατά των αντιπάλων του. Οι πολιτικοί αρχηγοί, οι βουλευτές, τα στελέχη του συνδικαλιστικού κινήματος και κάθε δημοκρατικός πολίτης που ήταν αντίθετοι στη δικτατορία υπήρξαν θύματα διώξεων. Τα νησιά του Αιγαίου, οι φυλακές και τα στρατόπεδα γέμισαν εξόριστους και κρατουμένους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διακεκριμένου πολιτικού και πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, που εξορίστηκε στην Πάρο, παρά την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του, και πέθανε το 1938.

Οι αστυνομικές αρχές και ιδιαίτερα η Ασφάλεια, υπό την καθοδήγηση του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, επιδίδονταν σε άγριο κυνηγητό των αντιπάλων της δικτατορίας. Ο Μανιαδάκης μετέφερε στην οργάνωση των ιδεολογικών, πολιτικών και κατασταλτικών μηχανισμών του «Νέου Κράτους» τις μεθόδους του ναζισμού και του φασισμού. Ιδιαίτερα και ειδικά διώχθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα οι κομουνιστές, οι οποίοι βασανίζονταν με επιστημονική σκληρότητα για να αποκηρύξουν τις ιδέες τους, που είχαν ήδη τεθεί «εκτός νόμου». Το καθεστώς μπορεί να εξάρθρωσε την κομματική οργάνωση του ΚΚΕ, δημιουργώντας παράλληλες κομματικές γραμμές και προκαλώντας σύγχυση σε οπαδούς και στελέχη του, δεν κατόρθωσε όμως να εξαλείψει την κομουνιστική ιδεολογία, όπως φάνηκε τα κατοπινά χρόνια.

Η δικτατορία πασχίζει με μέτρα άμεσης οικονομικής ελάφρυνσης των λαϊκών στρωμάτων (χάρισμα αγροτικών χρεών κτλ) να εξασφαλίσει, τουλάχιστον, την ανοχή τους. Χρησιμοποιώντας ως υπουργό Εργασίας έναν παλιό κομουνιστή, τον Αριστείδη Δημητράτο, παίρνει μέτρα για τη λύση διάφορων προβλημάτων των εργαζομένων: συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κοινωνική περίθαλψη και ασφάλιση (ΙΚΑ), υποχρεωτική άδεια, κατώτατα όρια ημερομισθίου με την εφαρμογή του οκταώρου. Πολλά από τα μέτρα αυτά είχαν ψηφιστεί και είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από τις προηγούμενες δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς επιθεωρεί σχολικές επιδείξεις θηλέων-μελών της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ)

Ο Μεταξάς, όπως και όλοι οι δικτάτορες, προσπάθησε με πάθος να προσεταιριστεί τους νέους. Ίδρυσε την Εθνική Οργάνωση Νέων (ΕΟΝ) και με διάφορους τρόπους - της πειθούς ή της βίας - προσπάθησε να στρατολογήσει σ’ αυτή όλη την ελληνική νεολαία. Παράλληλα, προχώρησε στη διάλυση του σώματος των Προσκόπων, ως ξενόφερτης οργάνωσης, προκαλώντας την αντίδραση του πρίγκηπα και μετέπειτα βασιλιά Παύλου, που ήταν αρχηγός της. Η υποχρεωτική ένταξη των νέων στην ΕΟΝ δεν απέδωσε τους καρπούς που ανέμενε ο δικτάτορας. Αντίθετα, η οργάνωση έγινε φυτώριο εγκληματικότητας και ανηθικότητας.

Η δικτατορία εκτέλεσε μία σειρά έργων υποδομής, ενώ έλαβε μέτρα για την πολεμική προετοιμασία της χώρας («Γραμμή Μεταξά») και την αναδιοργάνωση των ένοπλων δυνάμεων. Το έργο αυτό της δικτατορίας ήταν και ο προκαταβολικός λόγος για τον οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεώρησε θετική τη συμμετοχή του Iωάννη Μεταξά στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή.

Η θετική στάση του Μεταξά απέναντι στη Γερμανία είχε οικονομική ανταπόκριση από μέρους της, με αποτέλεσμα την αύξηση του ύψους των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο χωρών. Παρά τη συγγένειά του με τα καθεστώτα της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, ο Μεταξάς τοποθετείται από ανάγκη με ρεαλισμό στις διαφαινόμενες εξελίξεις και στον επικείμενο κίνδυνο έκρηξης του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τήρησε τακτική αποχής από τις εξελίξεις και τις ανακατατάξεις, ενώ αντιμετώπισε με εφεκτικότητα τις προκλήσεις της Ιταλίας. Παράλληλα, βελτίωσε τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία.

Η έκρηξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου (1 Σεπτεμβρίου 1939) τοποθέτησε τη χώρα σε ουδέτερη και προσεκτική στάση απέναντι στην Αγγλία, αλλά και στις χώρες του Άξονα. Η Ελλάδα, μετά την κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία (Απρίλιος 1939), είχε κατανοήσει ότι η εμπλοκή της σε πολεμική περιπέτεια ήταν πια θέμα χρόνου. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις της Ιταλίας, ο Iωάννης Μεταξάς έλαβε ως ένα ικανοποιητικό βαθμό μέτρα για την αντιμετώπιση της φασιστικής απειλής. Ο τορπιλισμός και η βύθιση του πολεμικού πλοίου μας «Έλλη» στις 15 Αυγούστου 1940 στο λιμάνι της Τήνου επιβεβαίωσε τις υποψίες ή τις προβλέψεις για τα ιταλικά σχέδια. Η Ελλάδα, όμως, περιορίστηκε σε ήπια καταγγελία της πράξης.

Πολεμικό Συμβούλιο

Ο ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι βιαζόταν να «απαντήσει» στις πολεμικές επιτυχίες του συνεταίρου του Αδόλφου Χίτλερ και στις 28 Οκτωβρίου 1940, στις 3 το πρωί, ο ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να καταλάβει την Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε να δεχθεί το τελεσίγραφο του Μουσολίνι και απάντησε στον ιταλό πρεσβευτή: «Λοιπόν έχομεν πόλεμον;». Η απάντηση αυτή του Μεταξά, που κωδικοποιήθηκε στο γνωστό μας «ΟΧΙ», άνοιγε νέες σελίδες ηρωισμού, δόξας και θυσίας για την πατρίδα μας. Ο Ιωάννης Μεταξάς, πάνω στο ζενίθ της δόξας του, πέθανε ξαφνικά στις 29 Ιανουαρίου 1941. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο τραπεζίτης Αλέξανδρος Κορυζής, οποίος αυτοκτόνησε στις 18 Απριλίου 1941, λίγες ημέρες προτού ολοκληρωθεί η κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορικής εξουσίας του, ο Μεταξάς δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση. Ο ελληνικός λαός, αρκετά κουρασμένος από τα πολιτικά γεγονότα της τετραετίας 1932- 1936 και απογοητευμένος από την όχι ιδιαίτερα υπεύθυνη στάση και συμπεριφορά των κοινοβουλευτικών ανδρών του τόπου, αντέταξε μόνο παθητική αντίσταση, όταν δεν τηρούσε ευμενή στάση απέναντι στο καθεστώς. Εξαίρεση αποτέλεσαν μεμονωμένες πράξεις ενεργητικής αντίστασης κατά της δικτατορίας (βενιζελική στάση στην Κρήτη το 1938, παράνομος τύπος, ήπιες λαϊκές κινητοποιήσεις). Επιπλέον, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές της εποχής Ελευθέριος Βενιζέλος, Παναγής Τσαλδάρης και Γεώργιος Κονδύλης είχαν εκλείψει και η νέα πολιτική ηγεσία δεν είχε ακόμη αναδειχθεί.

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου ήταν ένα αυταρχικό καθεστώς με κάποια φασιστικά στοιχεία, που δεν θα οδηγήσουν όμως στη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους. Παρουσίαζε ορισμένες ιδιοτυπίες που την διαφοροποιούσαν από τα παρόμοια καθεστώτα της τότε Ευρώπης, όπως της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Δεν ήταν στρατιωτική δικτατορία, δεν είχε επιβληθεί από ένα μαζικό κόμμα, όπως στην Ιταλία το 1922 και τη Γερμανία το 1933, ούτε κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο κόμμα, ενώ δεν προσπάθησε να καλλιεργήσει εθνικιστικές - επεκτατικές τάσεις, όπως άλλα παρόμοια καθεστώτα στην Ευρώπη.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
904
Ισχυρός αραβικός στόλος -κυρίως πειρατικός- υπό το χριστιανό εξωμότη Λέοντα τον Τριπολίτη, αγκυροβολεί έξω από τη Θεσσαλονίκη. Δύο μέρες αργότερα θα καταλάβει την πόλη και 22.000 έως 30.000 κάτοικοί της θα αιχμαλωτιστούν και θα πωληθούν στη συνέχεια στα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής.
1014
Η μάχη στο Κλειδί: Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος και ο στρατηγός του Νικηφόρος Ξιφίας, όχι μόνο συντρίβουν τον τσάρο των Βουλγάρων Σαμουήλ, αλλά τυφλώνουν έναν προς έναν τους 15.000 αιχμαλώτους τους.

Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος
958 – 1025

Βυζαντινός αυτοκράτορας και επίλεκτο μέλος της Μακεδονικής Δυναστείας. Υπήρξε ένας από τους πιο προβεβλημένους βυζαντινούς στη συλλογική μας μνήμη, ιδιαίτερα τα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων και την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Τελευταία, λόγω των κατακλυσμιαίων αλλαγών στις διεθνείς σχέσεις, οι μετοχές του είναι πεσμένες στην κλίμακα των ηρώων του Ελληνισμού.

Ο Βασίλειος γεννήθηκε το 958 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού του Β' και της Θεοφανούς. Ανέβηκε στο θρόνο του Βυζαντίου το 976, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Σχεδόν αγράμματος, αλλά ικανότατος στρατιωτικός, ξεκαθάρισε πρώτα την επικράτειά του από τις εμφύλιες διαμάχες με τις εξεγέρσεις του Βάρδα Σκληρού και του Βάρδα Φωκά. Διαχειρίστηκε με σύνεση τα οικονομικά, αφήνοντας γεμάτα τα κρατικά θησαυροφυλάκια, όταν πέθανε.

Ανέπτυξε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Ρώσους. Πάντρεψε την πορφυρογέννητη αδελφή του Άννα με τον πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρο, που βαφτίστηκε χριστιανός. Η ενέργεια αυτή είχε ως συνέπεια τον μαζικό εκχριστιανισμό του ρωσικού λαού.

Η μεγάλη προσφορά του Βασιλείου στο Βυζάντιο, όπως μαρτυρά το προσωνύμιό του, υπήρξε η κατάλυση του βουλγαρικού κράτους. Οι Βούλγαροι υπό τον Τσάρο Σαμουήλ είχαν δυναμώσει πολύ και απειλούσαν το Βυζάντιο. Το 987, σε μάχη κοντά στη Λάρισα, ο Σαμουήλ κατατροπώνει τον Βασίλειο, γεγονός που σημάδεψε για όλη του τη ζωή την πολιτική του απέναντι τους.

Η αποφασιστική μάχη κατά των Βουλγάρων δόθηκε στις 29 Ιουλίου 1014 στην τοποθεσία Κλειδί, πλησίον των Σερρών. Ο στρατηγός του Νικηφόρος Ξιφίας συνέτριψε τον στρατό του Σαμουήλ, συλλαμβάνοντας 14.000 αιχμαλώτους.

Ο θρίαμβος του Βασιλείου γρήγορα μετατράπηκε σε καταισχύνη, εξαιτίας μιας απάνθρωπης πράξης, που όμοιά της δεν υπάρχει στην παγκόσμια ιστορία. Όπως αναφέρει ο χρονικογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης, ο Βασίλειος δίνει εντολή να τυφλωθούν όλοι οι αιχμάλωτοι, αφήνοντας σε κάθε εκατοντάδα ένα μονόφθαλμο για να οδηγήσει τους υπόλοιπους πίσω στον βασιλιά τους, ο οποίος μόλις αντίκρισε το φρικτό θέαμα ξεψύχησε.

Ο Βασίλειος δικαιολογήθηκε για την πράξη του αυτή ότι ήταν απολύτως νόμιμη και προβλεπόμενη από τους νόμους του Βυζαντίου. Οι Βούλγαροι του Σαμουήλ θεωρήθηκαν στασιαστές, επειδή ανήκαν στην αυτοκρατορία και γι' αυτό τους επιβλήθηκε η ανάλογη ποινή. Μετά τη νίκη του, ο Βουλγαροκτόνος κατέβηκε στην Αθήνα, ανέβηκε στην Ακρόπολη και προσκύνησε την Παναγιά την Αθηνιώτισσα, ναός της οποίας είχε γίνει ο Παρθενώνας.

Εκτός από τους Βουλγάρους ο Βασίλειος πολέμησε και νίκησε τους Άραβες στη Συρία, του Λογγοβάρδους στην Ιταλία, τους Αρμένιους στην Κιλικία και τους Νορμανδούς στη Σικελία. Υπήρξε ισχυρή και αντιφατική προσωπικότητα, ένας αφοσιωμένος στο καθήκον του μονάρχης, που σημάδεψε τη Βυζαντινή ιστορία.

Πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1025, σε ηλικία 67 ετών, έχοντας περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του πάνω σ' ένα άλογο, πολεμώντας διαρκώς.

1825
 Αποτυγχάνει, εξαιτίας της νηνεμίας που επικρατεί, προσπάθεια μοίρας του ελληνικού στόλου υπό τον Κωνσταντίνο Κανάρη να πυρπολήσει τον αιγυπτιακό στόλο μέσα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Η καταδρομική επιχείριση του Κανάρη στην Αίγυπτο

Τον Ιούλιο του 1825 ο Ιμπραήμ είχε πατήσει για τα καλά το πόδι του στον Μοριά και σημείωνε τη μία επιτυχία μετά την άλλη απέναντι στους επαναστατημένους Έλληνες. Την εποχή εκείνη, ο Κωνσταντίνος Κανάρης σκέφτηκε ένα παράτολμο σχέδιο ως αντιπερισπασμό προς τον Αιγύπτιο πολέμαρχο: να εκστρατεύσει στην πατρίδα του και να κάψει τον αιγυπτιακό στόλο, που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, μπροστά από το παλάτι του πατέρα του Μοχάμετ Άλι.

Το σχέδιο του κοινοποιήθηκε στους προύχοντες της Ύδρας Μανώλη Τομπάζη, Λάζαρο Κουντουριώτη και Αντώνιο Κριεζή, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να το θέσουν σε εφαρμογή. Με πάσα μυστικότητα για τον φόβο των κατασκόπων, ετοιμάστηκαν τρία πυρπολικά, ένα για τον Κανάρη, ένα για τον Αντώνιο Βώκο και το άλλο για τον Μανώλη Μπούτη, Τα πυρπολικά θα συνοδεύονταν από τα μεγάλα πλοία του Κριεζή και του Τομπάζη, που θα είχε το γενικό πρόσταγμα της επιχείρησης.

Ο στολίσκος απέπλευσε από την Ύδρα στις 23 Ιουλίου 1825 και στις 29 Ιουλίου βρισκόταν έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Αμέσως, ο Τομπάζης συγκάλεσε σύσκεψη στο πλοίο του και αποφασίσθηκε τα μεν πλοία να παραμείνουν έξω από το λιμάνι, όσο το δυνατόν αφανή από τα παρατηρήρια του εχθρού, τα δεν πυρπολικά να εισδύσουν στο λιμάνι και αφού επιτελέσουν το έργο τους οι πυρπολητές να επιστρέψουν με τις λέμβους στα πλοία. Στους πυρπολητές δόθηκαν σαφείς εντολές να μην βλάψουν σκάφη με ξένη σημαία.

Το σχέδιο πήγε από την αρχή στραβά. Ο Κανάρης όρμησε πρώτος με το πυρπολικό του και άφησε αρκετά πίσω τους Βώκο και Μπούτη. Μέχρι να συνεννοηθούν για να εισέλθουν και οι τρεις ταυτόχρονα στο λιμάνι, είχαν παρέλθει πολύτιμες ώρες. Ο ήλιος άρχισε να δύει, όταν ο Κανάρης αποφάσισε να ενεργήσει μόνος και στράφηκε με το πυρπολικό του προς το λιμάνι. Όμως, για κακή του τύχη τον αντιλήφθηκε ο πλοηγός του λιμανιού και αφού διαπίστωσε ότι δεν ήταν εμπορικό, αλλά εχθρικό πλοίο, προσπάθησε να κάνει ανεπιτυχώς ρεσάλτο στο πλοίο του Κανάρη και να το εμποδίσει να εισέλθει στο λιμάνι.

Ο Κανάρης γνώριζε τη διάταξη του λιμανιού της Αλεξάνδρειας από παλαιότερα ταξίδια του και κατηύθυνε το πυρπολικό του προς την αποβάθρα των ανακτόρων του Μοχάμετ Άλι, μπροστά από την οποία ήταν ελλιμενισμένες μεγάλες φρεγάτες και η ναυαρχίδα του στόλου. Όμως, ο άνεμος μεταβλήθηκε ξαφνικά κι έπαψε να είναι ευνοϊκός για τον θρυλικό ναυμάχο. Το πυρπολικό του δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει. Εν τω μεταξύ, είχε γίνει αντιληπτό από τους Αιγυπτίους, που εκινούντο προς αντιμετώπισή του.

Ο Κανάρης, ευρισκόμενος πλέον σε δύσκολη θέση, άναψε το πυρπολικό και προσπάθησε να το ρίξει πάνω σ’ ένα επισκευαζόμενο αιγυπτιακό δίκροτο. Με τους άνδρες του επιβιβάσθηκε στη συνοδευτική λέμβο για εξέλθει από το λιμάνι. Το πυρπολικό δεν βρήκε στόχο, αφού το αιγυπτιακό πλοίο έλυσε κάβους και απομακρύνθηκε, ενώ η λέμβος του δεχόταν καταιγιστικά πυρά από τον εχθρό. Βαλλόμενη ακατάπαυστα κατόρθωσε να φθάσει στο στόμιο του λιμανιού, όπου συνάντησε τον Βώκο με το πυρπολικό του, ενώ ο Μπούτης παρέμενε έξω από το λιμάνι. Από τη δραματική επιχείρηση διαφυγής του Κανάρη σκοτώθηκαν δύο μέλη του πληρώματός του, οι Παντελής Τζιτζάς και Ιωάννης Χούντας και τραυματίσθηκαν πέντε, οι Ιωάννης Κωνσταντινίδης, Αγγελής Γκλάβας, Νικόλαος Δήμου, Γεώργιος Ψαριανός και Νικόλαος Μανιάτης.

Ο Μοχάμετ Άλι αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την επιθετική ενέργεια του ελληνικού πυρπολικού, διέταξε τα πλοία του να καταδιώξουν τον ελληνικό στολίστο, ενώ ο ίδιος επιβιβάσθηκε σε μία κορβέτα και ανοίχτηκε στο πέλαγος. Όμως, τα ελληνικά πλοία είχαν προλάβει να απομακρυνθούν. Στις 18 Αυγούστου 1825 επέστρεψαν στην Ύδρα, όπου τους επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων.

Το γεγονός προξένησε αίσθηση και θαυμασμό για τον Κωνσταντίνο Κανάρη στα ευρωπαϊκά κέντρα. Γάλλοι φιλέλληνες εξεγέρθηκαν, όταν εγράφη ότι στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας γαλλικό πολεμικό πλοίο (μπρίκι) κανονιοβόλησε το πυρπολικό του Κανάρη. Ο γάλλος υπουργός Βιλέλ αναγκάσθηκε να προβεί σε διάψευση του συμβάντος ενώπιον της Βουλής.

Κωνσταντίνος Κανάρης
1793 – 1877

Ηγετική μορφή του '21, στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1793 ή το 1795 στα Ψαρά, στους κόλπους μιας οικογένειας με μεγάλη ναυτική παράδοση. Ο πατέρας του Μιχαήλ ή Μικές Κανάργιος ή Κανάριος διατέλεσε επανειλημμένα δημογέροντας του νησιού και από τον γάμο του με τη Μαρία απέκτησε τρία αγόρια, τον Αναγνώστη, τον Γεώργιο και τον Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντής έμεινε ορφανός από μικρός και ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα με το επίθετο Κανάρης. Δούλεψε ως μούτσος στο μπρίκι του θείου του Δημήτρη Βουρέκα, που μετέφερε Σουλιώτες από την Πάργα στη Λευκάδα και έμαθε τα μυστικά της θάλασσας. Μετά τον θάνατο του θείου, ανέλαβε καπετάνιος του πλοίου του, με το οποίο πραγματοποίησε πολλά εμπορικά ταξίδια στη Μεσόγειο. Σε ηλικία 22 ετών παντρεύτηκε τη Δέσποινα Μανιάτη, κόρη γνωστής ναυτικής οικογένειας των Ψαρών, με την οποία απέκτησε επτά παιδιά.

Ο Κανάρης δεν φαίνεται να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αλλά όταν ξέσπασε η Επανάσταση, ήταν από τους πρώτους που έλαβαν μέρος στον Αγώνα. Κατατάχθηκε ως απλός ναύτης στον ψαριανό στολίσκο, που συγκρότησε ο φίλος του Νικολής Αποστόλης. Από τις πρώτες επιχειρήσεις άρχισε να εξειδικεύεται στα πυρπολικά και να γίνεται ο φόβος και ο τρόμος του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Η φήμη του γρήγορα ξεπέρασε τα στενά όρια του ελληνικού χώρου και έγραψαν γι' αυτόν ο λόρδος Βύρων, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ενώ ο άγγλος ιστορικός Γκόρντον σημείωνε «είναι ο πιο έξοχος εκπρόσωπος του ηρωισμού, που η Ελλάδα όλων των εποχών μπορεί να υπερηφανεύεται».

Ο Κανάρης κέρδισε την εκτίμηση και των συναγωνιστών του και για τη σωφροσύνη του χαρακτήρα του. Γι' αυτό ανήλθε και στα υψηλότερα αξιώματα της Πολιτείας μετά την απελευθέρωση. Το 1827 αντιπροσώπευσε τα Ψαρά στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και ήταν ένας από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος τον χρησιμοποίησε για την καταστολή των διαφόρων ανταρσιών στη Μάνη και την Ύδρα. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση και εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου.

Κατά την Οθωνική περίοδο ανακλήθηκε στην υπηρεσία και έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποναυάρχου. Κατόπιν διορίστηκε γερουσιαστής και αναμίχθηκε στην πολιτική με το Ρωσικό Κόμμα. Συμμετείχε στην επαναστατική κίνηση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα. Μέχρι την έξωση του Όθωνα χρημάτισε επανειλημμένα υπουργός και δύο φορές πρωθυπουργός (16 Φεβρουαρίου 1844 - 30 Μαρτίου 1844, 15 Οκτωβρίου 1848 - 12 Δεκεμβρίου 1849). Το 1862 ήταν ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της αντιοθωνικής κίνησης. Όταν ο βασιλιάς, σε μια προσπάθειά του να τον προσεταιρισθεί, του ανέθεσε για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, αυτός δεν δίστασε να καταθέσει την εντολή, επειδή ο Όθων δεν ενέκρινε ορισμένους από τους υπουργούς του.

Μετά την έξωση του Όθωνα, ορίστηκε μέλος της τριανδρίας Βούλγαρη, Κανάρη, Ρούφου και το 1863 πήγε στη Δανία ως ένας από τους αντιπροσώπους του Έθνους για να προσφέρει το στέμμα στον βασιλιά Γεώργιο Α'. Στη συνέχεια ανέλαβε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου και δύο φορές πρωθυπουργός (5 Μαρτίου 1864 - 16 Απριλίου 1864, 27 Ιουλίου 1864 - 2 Μαρτίου 1865). Κατόπιν αποσύρθηκε της πολιτικής και ιδιώτευσε στο σπίτι του στην Κυψέλη (Κυψέλης 56), όπου καθημερινά δεχόταν φίλους και θαυμαστές του. Στις 26 Μαΐου 1877, σε ηλικία 82 ετών, επανήλθε στην πολιτική και ανέλαβε πρωθυπουργός στην οικουμενική κυβέρνηση που σχηματίστηκε για να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες από τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο. Ο «ναύαρχος», όπως τον αποκαλούσε ο λαός, πέθανε επί των επάλξεων της πολιτικής στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 και κηδεύτηκε με μεγαλοπρέπεια στο Α' Νεκροταφείο.

Οι κυριότερες πολεμικές ενέργειες του Κανάρη στην Επανάσταση του '21:

  • Πυρπολεί την ναυαρχίδα του καπετάν πασά Καρά Αλή στη Χίο (6 - 7 Ιουνίου 1822). 2.000 νεκροί Οθωμανοί, ανάμεσά τους και ο Καρά Αλής.
  • Ανατινάζει τουρκικό δίκροτο στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδας (28 Οκτωβρίου 1822). Επρόκειτο για την υποναυαρχίδα του νέου αρχιναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ Πασά, που είχε διαδεχθεί τον Καρά Αλή. 800 νεκροί Οθωμανοί.
  • Πυρπολεί τουρκική φρεγάτα κοντά στη Σάμο (5 Αυγούστου 1824), εκδικούμενος την καταστροφή της Κάσου και της πατρίδας του. 600 νεκροί Οθωμανοί.
  • Πυρπολεί τουρκική κορβέτα στα ανοιχτά της Μυτιλήνης (23 - 24 Σεπτεμβρίου 1824).
  • Και η τολμηρότερη ενέργεια του: αποπειράται να πυρπολήσει τον αιγυπτιακό στόλο στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας (29 Ιουλίου 1825). Το εγχείρημα απέτυχε, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών (απρόοπτος μεταβολή του ανέμου).

Τα παιδιά του Κωνσταντίνου Κανάρη:

  • Νικόλαος (1818-1848), σκοτώθηκε σε ειδική αποστολή στη Βηρυτό.
  • Θεμιστοκλής (1819-1851), σκοτώθηκε σε ειδική αποστολή στην Αίγυπτο.
  • Μιλτιάδης (1822-1899), ναύαρχος και πολιτικός.
  • Λυκούργος (1826-1865), νομικός.
  • Μαρία (1828-1847)
  • Αριστείδης (1831-1863), αξιωματικός. Σκοτώθηκε έξω από τα ανάκτορα (Ηρώδου του Αττικού), κατά τη διάρκεια των «Ιουνιανών».
  • Θρασύβουλος (1834-1898), ναύαρχος.

 

1900
Ο βασιλιάς της Ιταλίας Ουμβέρτος Α’ δολοφονείται από τον αναρχικό Γκαετάνο Μπρέσι. Όπως λέει στους αστυνομικούς που τον συλλαμβάνουν, με την πράξη του αυτή πήρε εκδίκηση για την αιματοχυσία στο Μιλάνο το 1898, όταν ο βασιλιάς είχε συντρίψει βίαια εργατική εξέγερση, χρησιμοποιώντας το πυροβολικό και σκοτώνοντας εργάτες.
1900
Στο θέατρο «Ορφεύς» της Σύρου δίνεται η πρώτη οργανωμένη κινηματογραφική παράσταση στην Ελλάδα. Το εισιτήριο στοιχίζει μία δραχμή και προβάλλονται 20 ταινίες μικρού μήκους. Από αυτές ξεχωρίζουν οι «Αμερικανοϊσπανικαί ναυμαχίαι», «Χαριεντισμοί ανδρογύνου ους διακόπτει η εμφάνισις του τέκνου» κ.ά.
1973
Το δημοψήφισμα που οργάνωσε η χούντα καταργεί τη Μοναρχία με ποσοστό 78,4% και κηρύσσει την Προεδρική Δημοκρατία με πρόεδρο τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1792
Πέτερ φον Χες, γερμανός ζωγράφος, που διακρίθηκε κυρίως στις αναπαραστάσεις μαχών και ειδικότερα ως ζωγράφος που απαθανάτισε τις ιστορικές στιγμές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς και στιγμιότυπα από την εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία. (Θαν. 4/4/1871)

Ο Ναπολέων στη Ρωσία

Ο Ναπολέων επιστρέφει από τη Μόσχα (Πίνακας του Άντ. Νόρθεν)

Ο Ναπολέων επιστρέφει από τη Μόσχα (Πίνακας του Άντ. Νόρθεν)

Την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα ο Ναπολέων ζούσε την εποχή των μεγάλων θριάμβων. Η Γαλλική Αυτοκρατορία είχε επιβάλλει την κυριαρχία της στην Ευρώπη, είτε μέσω κατακτήσεων, είτε μέσω συμμαχιών και ίδιος είχε αποκτήσει τον πολυπόθητο διάδοχο. Όμως, ο τσάρος Αλέξανδρος Α' έδειχνε όλο και λιγότερο διατεθειμένος να συμπεριφέρεται ως πιστός σύμμαχος στον Ναπολέοντα, χαλαρώνοντας τον ηπειρωτικό αποκλεισμό που είχε επιβληθεί στα εμπορεύματα της Μεγάλης Βρετανίας.

Έτσι, ο γάλλος μονάρχης συγκέντρωσε ένα τεράστιο στρατό για τα μέτρα της εποχής για να συνετίσει τον ανυπάκουο σύμμαχό του. Η Μεγάλη Στρατιά, όπως έμεινε στην ιστορία, αποτελείτο από 690.000 άνδρες, Γάλλους και συμμάχους ή υποτελείς (Γερμανούς, Ιταλούς, Ολλανδούς, Πολωνούς, Ελβετούς, Ισπανούς, Πορτογάλους). Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α' εξασφάλισε τα νώτα του, συνάπτοντας συμμαχίες με τη Σουηδία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και με τη Μεγάλη Βρετανία.

Η Μεγάλη Στρατιά, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ναπολέοντα και στρατηγούς τους συγγενείς του Εζέν ντε Μποαρνέ και Ζερόμ Μποναπάρτ, διέβη τον ποταμό Νέμαν στην περιοχή της Βαλτικής στις 24 Ιουνίου 1812 και εισέβαλε στη Ρωσία. Οι Ρώσοι, έχοντας ένα στρατό που αριθμούσε 250.000 άνδρες, δεν τόλμησαν να αντιπαρατεθούν μαζί του και προτίμησαν να εφαρμόσουν την τακτική της καμμένης γης και του ανταρτοπόλεμου. Δύο φορές αναμετρήθηκαν με τον στρατό του Ναπολέοντα οι Ρώσοι, στο Σμόλενσκ (16 - 18 Αυγούστου) και στο Μποροντίνο (7 Σεπτεμβρίου) και τις δύο φορές ηττήθηκαν. Στο Μποροντίνο η μάχη ήταν άγρια, αιματηρή και αμφίρροπη και οι δυνάμεις του στρατηγού Κουτούζωφ, προτού υποχωρήσουν, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στον στρατό του Ναπολέοντα.

Ο δρόμος για τη Μόσχα ήταν ορθάνοιχτος για τον Μέγα Στρατηλάτη, που εισήλθε στην πόλη μια εβδομάδα αργότερα. Βρήκε μια σχεδόν έρημη Μόσχα, καθώς η πλειονότητα των κατοίκων της την είχε εγκαταλείψει. Ο Ναπολέων εγκαταστάθηκε με δόξες και τιμές στο Κρεμλίνο, αλλά μάταια περίμενε τον τσάρο ή τις αρχές της πόλης να του υποβάλουν τα σέβη υποταγής τους, όπως συνηθιζόταν στον κατακτητή μιας πρωτεύουσας. Λίγες μέρες αργότερα, μια πυρκαϊά που ξέσπασε στη Μόσχα κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της, επιτείνοντας το οξύ πρόβλημα ανεφοδιασμού, που αντιμετώπιζε.

Η εισβολή στη Ρωσία είχε εξελιχθεί σε μία στρατιωτική επιχείρηση χωρίς αντικειμενικό στόχο. Μόνη διέξοδος για τον Ναπολέοντα ήταν η οπισθοχώρηση, η οποία εξελίχθηκε σε καταστροφή, λόγω της πρώιμης έλευσης του χειμώνα, αλλά και των συνεχών παρενοχλήσεων από το ιππικό των Κοζάκων και τους άνδρες του Κουτούζοφ. Η καταστροφή για τη Μεγάλη Στρατιά ολοκληρώθηκε κατά τη διέλευση του ποταμού Μπερέζινα (στην περιοχή της σημερινής Λευκορωσίας), όταν δέχθηκε επίθεση από δύο ρωσικές στρατιές (26 - 28 Νοεμβρίου 1812). Από τότε η λέξη Μπερέζινα είναι το συνώνυμο της καταστροφής για τους Γάλλους.

Εν τω μεταξύ, στις αρχές Δεκεμβρίου ο Ναπολέων έλαβε το μήνυμα ότι ο στρατηγός Κλοντ Ντε Μαλέ επεχείρησε πραξικόπημα και αναχώρησε εσπευσμένως για το Παρίσι, αφήνοντας τη διοίκηση των υπολειμμάτων της Μεγάλης Στρατιάς στον θετό γιο του Εζέν ντε Μποαρνέ. Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 1812 και ο τελευταίος γάλλος στρατιώτης είχε αποχωρήσει από το ρωσικό έδαφος. Άλλωστε δεν ήταν και πολλοί. Μόλις 22.000 κατόρθωσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα. Οι απώλειες για τους Γάλλους και τους συμμάχους τους ανήλθαν σε 530.000 άνδρες, 200.000 άλογα και 1000 κανόνια. Για τους νικητές Ρώσους σε 500.000 περίπου ανθρώπους (210.00 στρατιώτες και 290.000 αμάχους).

Η είδηση της καταστροφής της Μεγάλης Στρατιάς εμψύχωσε όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς στην αντίστασή τους κατά του Ναπολέοντα. Ένα κύμα εθνικισμού σάρωσε τη Γηραιά Ήπειρο. Στη Γερμανία ξέσπασαν αντιγαλλικές διαδηλώσεις και οι Πρωσικές δυνάμεις αποσκίρτησαν από τη Μεγάλη Στρατιά και στράφηκαν κατά των Γάλλων, όπως το ίδιο έπραξαν και οι Αυστριακοί. Ο Ναπολέων, αφού ξεκαθάρισε το εσωτερικό μέτωπο, συγκρότησε τον επόμενο χρόνο μια νέα πανίσχυρη στρατιά. Όμως, η αντίστροφη μέτρηση για την εξαφάνισή του από το προσκήνιο της ιστορίας είχε αρχίσει, αφού έπρεπε να αντιμετωπίσει εθνικούς κατά βάση και όχι μισθοφορικούς στρατούς.

Το «1812» στην Τέχνη

  • «Πόλεμος και Ειρήνη», πολυσέλιδο επικό μυθιστόρημα του Λέοντος Τολστόι, που γράφτηκε από το 1865 έως το 1869 και αναφέρεται στη ρωσική κοινωνία κατά τη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων. (εκδόσεις, «Πατάκης» και «Γκοβόστης»)
  • «Εισαγωγή 1812», μουσικό κομψοτέχνημα του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1882), όπου περιγράφεται με νότες η εισβολή και η καταστροφή του Ναπολέοντα στη Ρωσία.
1919
Μίλτος Σαχτούρης, ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. (Θαν. 29/3/2005)

1925
Μίκης Θεοδωράκης, διακεκριμένος συνθέτης από τη Χίο.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1890
Βίνσεντ Βαν Γκονγκ, ολλανδός ζωγράφος. (Γεν. 30/3/1853)
1924

Σωτήριος Κροκιδάς
1852 – 1924

Κορίνθιος νομομαθής και πολιτικός, ο οποίος διατέλεσε επί δίμηνο πρωθυπουργός από τις 17 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου του 1922.

Ο Σωτήριος Κροκιδάς γεννήθηκε το 1852 στο Βασιλικό (σημερινή Σικυώνα) Κορινθίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία στο Εμπορικό Δίκαιο. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1880 και δίδαξε ως υφηγητής Εμπορικό Δίκαιο στο ίδιο πανεπιστήμιο από το 1881 έως το 1897.

Το 1883 εκλέχθηκε δήμαρχος Σικυώνος-Κιάτου για μια τετραετία και το 1892 μεταπήδησε στην κεντρική πολιτική σκηνή, καθώς εκλέχθηκε βουλευτής Κορινθίας. Επανεκλέχθηκε βουλευτής Κορινθίας στις εκλογές του 1899, 1905, 1906, 1910 και 1912. Τον Ιούλιο του 1917 διορίσθηκε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και εν συνεχεία διετέλεσε γενικός διοικητής Κρήτης, από τις 29 Αυγούστου έως τις 7 Νοεμβρίου 1922.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1922 ο Κροκιδάς ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας, με πρωτοβουλία της Επαναστατικής Επιτροπής, που προέκρινε τον σχηματισμό μιας μεταβατικής κυβέρνησης, μετριοπαθούς σύνθεσης, η οποία θα οδηγούσε την Ελλάδα σε εκλογές. Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή, το κίνημα των αξιωματικών υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα (11 Σεπτεμβρίου), η εξορία του βασιλιά Κωνσταντίνου στην Ιταλία και η ανάρρηση στο θρόνο του Γεωργίου Β' (14 Σεπτεμβρίου).

Αρχικά, η Επαναστατική Επιτροπή (την αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς) είχε διορίσει πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος όμως απουσίαζε στο εξωτερικό, γι' αυτό και επελέγη ο Κροκιδάς, ο οποίος όμως επίσης βρισκόταν εκτός Αθηνών. Γι' αυτό προτάθηκε ως προσωρινός πρωθυπουργός ο Αναστάσιος Χαραλάμπης, που παρέμεινε για μια μέρα (16 Σεπτεμβρίου) μέχρι να επιστρέψει από την Κορινθία και να ορκιστεί ο Κροκιδάς ενώπιον του νέου βασιλιά Γεωργίου Β'.

Η κυβέρνηση Κροκιδά είχε περιορισμένες εξουσίες, αφού τις τύχες της χώρας διαφέντευε η Επαναστατική Επιτροπή. Της εκχωρήθηκε το δικαίωμα να εκδίδει νομοθετικά Βασιλικά Διατάγματα και πράξεις συντακτικού περιεχομένου, με τις οποίες αναστέλλονταν ή τροποποιούνταν διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος. Επί των ημερών της, η χώρας μας προσχώρησε στη Συνθήκη των Μουδανιών (11 Οκτωβρίου 1922) -παρότι δεν είχε υπογραφεί από την ελληνική αντιπροσωπεία και παρά τις αντιρρήσεις του Πλαστήρα- με την οποία εκκενώθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό η Ανατολική Θράκη και καθορίσθηκαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα στο ποταμό Έβρο.

Η κυβέρνηση Κροκιδά άρχισε να κλονίζεται στις αρχές Νοεμβρίου, εξαιτίας της Δίκης των Έξι. Τις βραδινές ώρες της 11ης Νοεμβρίου 1922 ο Κροκιδάς ανακοίνωσε την παραίτηση της κυβερνήσεώς του στην Επαναστατική Επιτροπή, επειδή αυτός και άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου διαφωνούσαν με την επικείμενη εκτέλεση των δικαζομένων ως πρωταιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Την επόμενη ημέρα υπέβαλε την παραίτησή του στον βασιλιά Γεώργιο Β'. Παρέμεινε στη θέση του έως τις 14 Νοεμβρίου, οπότε παρέδωσε την πρωθυπουργία στον συνταγματάρχη Στυλιανό Γονατά, μία ημέρα πριν από την εκτέλεση των «έξι».

Ο Σωτήριος Κροκιδάς έγραψε τα βιβλία Περί παραγγελίας εν γένει (διατριβή επί υφηγεσία, 1880) και το δίτομο Εγχειρίδιον Εμπορικού Δικαίου (1894-1896), ενώ μετέφρασε το βιβλίο του Κάρολου Ζιδ Πολιτική Οικονομία (1912). Πέθανε στις 29 Ιουλίου 1924  στο Περιγιάλι Κορινθίας, σε ηλικία 72 ετών.

Η σύνθεση της κυβέρνησης του Σωτηρίου Κροκιδά

  • Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου (πρωθυπουργός) και Υπουργός Εσωτερικών: Σωτήριος Κροκιδάς (πανεπιστημιακός-πολιτικός)
  • Υπουργός Στρατιωτικών: Αναστάσιος Χαραλάμπης (στρατιωτικός-πολιτικός)
  • Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Εξωτερικών: Ευθύμιος Κανελλόπουλος (διπλωματικός)
  • Υπουργός Δικαιοσύνης: Φίλιππος Βασιλείου (δικαστικός)
  • Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως: Ιωάννης Σιώτης (ιατρός)
  • Υπουργός Συγκοινωνίας και προσωρινώς Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων: Πέτρος Καλλιγάς (αρχιτέκτων-μηχανικός και πολιτικός)
  • Υπουργός Περιθάλψεως: Απόστολος Δοξιάδης (ιατρός-πολιτικός)
  • Υπουργός Επισιτισμού και προσωρινώς Οικονομικών και Δημοσίου Θησαυρού: Γεώργιος Εμπειρίκος (εφοπλιστής - πολιτικός)
  • Υπουργός Ναυτικών: Δημήτριος Παπαχρήστου (στρατιωτικός)
  • Υπουργός Οικονομικών (Διορισμός 19/9/1922): Αλέξανδρος Διομήδης (οικονομολόγος - πολιτικός)
  • Υπουργός Εξωτερικών (Διορισμός 3/10/1922): Νικόλαος Πολίτης (διπλωματικός)
  • Υπουργός Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων  (Διορισμός 6/10/1922): Αντώνιος Χρηστομάνος (ιατρός - πολιτικός)
  • Υπουργός Γεωργίας (Διορισμός 9/11/1922): Αλέξανδρος Μυλωνάς (οικονομολόγος-πολιτικός)
1979
Χέρμπερτ Μαρκούζε, γερμανικής καταγωγής αμερικανός φιλόσοφος, θεωρητικός εκπρόσωπος της νέας Αριστεράς και συγγραφέας του βιβλίου «Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος». (Γεν. 19/7/1898)
2004
Ρένα Βλαχοπούλου, μεγάλη κωμικός του θεάτρου και του κινηματογράφου. (Γεν. 1923)

πηγη: www.sansimera.gr

     
    © Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου