Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 30 Ιούλ 2018
Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018Δευτέρα 30 Ιουλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:25 – Δύση Ήλιου: 20:37
  • Διεθνής Ημέρα Φιλίας
  • Γιορτάζουν:  Ανδρόνικος, Ανδρονίκη, Σίλας, Σιλουανός

Σαν Σήμερα...

1920
  Σημειώνεται δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Παρίσι από δύο απότακτους αξιωματικούς, την ώρα που ο ελληνισμός γιορτάζει την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.

Τα Ιουλιανά (1920)

Διήμερο δραματικών συμβάντων με την απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι (30 Ιουλίου 1920) από βασιλόφρονες αξιωματικούς και τα αντίποινα των βενιζελικών με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη στην Αθήνα (31 Ιουλίου 1920). Ήταν ένα ακόμη θλιβερό επακόλουθο του Εθνικού Διχασμού.

Μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας και δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, που δημιούργησε «την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ο Ελευθέριος Βενιζέλος πήρε το δρόμο της επιστροφής, κομιστής του μεγάλου αγγέλματος. Κι ενώ βρισκόταν στο σιδηροδρομικό σταθμό Λυών των Παρισίων για να επιβιβασθεί στο Οριάν Εξπρές, δέχθηκε δολοφονική επίθεση από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς.

Ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης εξ Αιτωλικού και ο υπολοχαγός Γεώργιος Κυριάκης εκ Κορίνθου, τον πυροβόλησαν με τα περίστροφά τους δέκα φορές. Τον τραυμάτισαν, ευτυχώς, επιπόλαια στο δεξί χέρι, παρότι ήταν δεινοί σκοπευτές. Η ανάγκη νοσηλείας επέβαλε στον Βενιζέλο να αναβάλει την επιστροφή του για λίγες μέρες στην Αθήνα.

Η είδηση της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου έφθασε αρχικά παραποιημένη ως δολοφονία στην Αθήνα, με αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μαζική βία εκ μέρους των βενιζελικών (31 Ιουλίου). Παρακρατικές ομάδες επιτέθηκαν και κατέστρεψαν γραφεία αντιπολιτευόμενων εφημερίδων («Καθημερινή», «Ριζοσπάστης»), τυπογραφεία, καταστήματα και θέατρα («Κοτοπούλη»), ενώ επιτέθηκαν και λεηλάτησαν σπίτια πολιτικών της αντιπολίτευσης, όπως του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Σκουλούδη.

Το γεγονός που σημάδεψε την ημέρα ήταν αναμφισβήτητα η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, επιφανή εκπροσώπου της αντιβενιζελικής παράταξης και μελλοντικού πρωθυπουργού, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς. Ο Δραγούμης, παρά την προτροπή της ερωμένης του Μαρίκας Κοτοπούλη, έφυγε από το σπίτι του στην Κηφισιά με το μικρό του «Φορντ», έχοντας κατεύθυνση το κέντρο της Αθήνας. Βιαζόταν να κλείσει την ύλη του περιοδικού του «Πολιτική Επιθεώρησις», το οποίο θα κυκλοφορούσε την επομένη.

Μόλις το αυτοκίνητό του έφθασε στο ύψος της βίλας «Θων» (Κόμβος Αμπελοκήπων), στρατιωτικές δυνάμεις της προσωπικής φρουράς του Βενιζέλου («Τάγμα Ασφαλείας») το σταμάτησαν και κατέβασαν τον οδηγό του. Ήταν 3 το μεσημέρι. Ύστερα από διαβουλεύσεις με το στενό συνεργάτη του Βενιζέλου, Εμμανουήλ Μπενάκη και τον επικεφαλής του Τάγματος Ασφαλείας Παύλο Γύπαρη, ο Δραγούμης οδηγήθηκε πεζή σε άγνωστο μέρος, συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος. Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας) και Παπαδιαμαντοπούλου, ο Δραγούμης έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς των στρατιωτών περί την 4η απογευματινή.

Η κηδεία του Δραγούμη έγινε την επομένη και οι φιλοβενιζελικές εφημερίδες («Ελεύθερος Τύπος» του Καβαφάκη, «Καιροί», «Πατρίς» του Δημητρίου Λαμπράκη), είχαν ακόμη ως κύριο θέμα την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου και στα ψιλά την είδηση της δολοφονίας του Δραγούμη, εντελώς διαστρεβλωμένη.

Τα πνεύματα ηρέμησαν τις επόμενες μέρες, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 17 Αυγούστου με το θωρηκτό «Αβέρωφ» στον Πειραιά, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Στις 25 Αυγούστου η Βουλή («Βουλή των Λαζάρων») τον ανακήρυξε με ψήφισμά της σε «Ευεργέτη και Σωτήρα της Πατρίδος», ενώ την επομένη συζητήθηκε η δολοφονία Δραγούμη, με «συγγνώμες» και «ψελλίσματα» από πλευράς της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων.

Στις 14 Σεπτεμβρίου εορτάσθηκε με μεγάλη λαμπρότητα στο Παναθηναϊκό Στάδιο η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Ο Βενιζέλος επωφελούμενος της μεγάλης του δημοτικότητας προκήρυξε εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920, τις οποίες, προς γενική κατάπληξη, έχασε πανηγυρικά. Κάποιοι από τους δράστες και των δύο θλιβερών συμβάντων δικάσθηκαν και καταδικάσθηκαν αργότερα.

Γεγονότα


μ.Χ.
1797
Επανάσταση των ποπολάρων στη Ζάκυνθο. Καίνε τη «Χρυσή Βίβλο» και τα εμβλήματα των ευγενών στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την κατάλυση της Ενετοκρατίας.
1930
Η Ουρουγουάη νικά την Αργεντινή με 4-2 στο Μοντεβιδέο και κατακτά το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου.
1982
 
Η υπουργός Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, θέτει το θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στη χώρα μας, στη Διάσκεψη των υπουργών Πολιτισμού της UNESCO στο Μεξικό.

Μελίνα Μερκούρη
1920 – 1994

Μελίνα Μερκούρη

Μελίνα Μερκούρη

Η Μελίνα Μερκούρη (Μαρία Αμαλία Μερκούρη) ήταν ηθοποιός και πολιτικός. Γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Ήταν η αγαπημένη εγγονή του δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη και κόρη του βουλευτή της ΕΔΑ και υπουργού Σταμάτη Μερκούρη.

Σπούδασε θέατρο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού (1943-46) κι έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή το 1944. Ως πρωταγωνίστρια καθιερώθηκε το 1949 με το ρόλο της Μπλανς από το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος». Η πρώτη κινηματογραφική δουλειά της ήταν η ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα» (1955). Με το ρόλο, όμως, της Ίλια στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960), αλλά και τη θεατρική μεταφορά του έργου στη Νέα Υόρκη, η Μελίνα Μερκούρη απέκτησε πλέον διεθνή φήμη.

Το 1965 παντρεύτηκε τον αμερικανό σκηνοθέτη Ζιλ Ντασέν, ο οποίος και τη σκηνοθέτησε στις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Φαίδρα» (1962), «Τοπκαπί» (1964) και «A Dream of Passion» (1978).

Η Μελίνα Μερκούρη πάλεψε σκληρά για την ανατροπή της χούντας από το εξωτερικό όπου βρισκόταν. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επέστρεψε στην Ελλάδα και πολιτεύτηκε. Εκλέχθηκε με το ΠΑΣΟΚ το 1981 και ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Πολιτισμού, αξίωμα που διατήρησε ως το τέλος της πρώτης οκταετίας των κυβερνήσεων Παπανδρέου.

Όραμά της ήταν μέχρι το θάνατό της η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Δημιούργησε τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα για να έρθει το θέατρο στην επαρχία, ενώ δική της έμπνευση ήταν και η δημιουργία του θεσμού της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης».

Το άστρο της Μελίνας έσβησε στις 6 Μαρτίου του 1994.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

1994
Η Ελλάδα υπογράφει μαζί με άλλες χώρες τη διεθνή σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία της δίνει το δικαίωμα για μονομερή επέκταση των χωρικών της υδάτων από έξι σε δώδεκα ναυτικά μίλια. Λίγους μήνες μετά (16 Νοεμβρίου του 1994), η Τουρκία θα ανακοινώσει ότι θεωρεί αιτία πολέμου ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων.
2010
Ανακοινώνεται ότι οι απογραφέντες δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα ανέρχονται σε 768.009.

 

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1889
Βλαντιμίρ Σβορίκιν, ρωσοαμερικανός μηχανικός, εφευρέτης του εικονοσκόπιου, στο οποίο βασίστηκε η ανάπτυξη του τηλεοπτικού δέκτη. (Θαν. 29/7/1982)
1926
Παντελής Μηχανικός, διακεκριμένος κύπριος ποιητής. (Θαν. 20/1/1979)

1947
Κώστας Γαβρόγλου, πανεπιστημιακός καθηγητής Φυσικής και πολιτικός.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1898
 Ότο Φον Μπίσμαρκ, γερμανός πολιτικός, που ένωσε τη Γερμανία και διετέλεσε καγκελάριός της επί 24 χρόνια. (Γεν. 1/4/1815)

Ότο φον Μπίσμαρκ
1815 – 1898

Πρώσος πολιτικός, από τις σημαντικότερες πολιτικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Έμελλε να γίνει ο δημιουργός και πρώτος καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Β’ Ράιχ). Αν και συντηρητικών αντιλήψεων, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος πολιτικός που εισήγαγε γενικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο αργότερα κατέστη υπόδειγμα για όλα τα κράτη της Ευρώπης. Δική του είναι η περίφημη φράση «Πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού».

Ο Ότο φον Μπίσμαρκ (Otto von Bismarck) - γνωστός και ως Βίσμαρκ στη χώρα μας - γεννήθηκε στο Σενχάουζεν της Σαξωνίας την 1η Απριλίου 1815. Ο πατέρας του, Φέρντιναντ, ανήκε στην αριστοκρατική τάξη των γιούνκερ (ευπατρίδης γαιοκτήμονας στην Πρωσία) και η μητέρα του Βιλελμίνε Μένκεν ήταν θυγατέρα ενός ανώτατου δημοσίου υπαλλήλου.

Σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμιο Γοτίγγης (Γκέτιγκεν) και Βερολίνου. Ύστερα από μία σύντομη θητεία ως δικαστικός υπάλληλος στο Άαχεν, επέστρεψε για οκτώ ολόκληρα χρόνια στα κτήματα της οικογένειας. Δεν άργησε να αποκτήσει τη φήμη του καρδιοκατακτητή, του γερού πότη και του δεινού ιππέα. Το 1847 παντρεύτηκε τη Γιοχάνα φον Πούτκαμερ και τον ίδιο χρόνο εξελέγη μέλος της πρωσικής Βουλής. Ανήκε στη φιλομοναρχική και συντηρητική πτέρυγα του κοινοβουλίου και διακρινόταν για τη ρητορική του δεινότητα. Στην αρχή ήταν αντίθετος με τη γερμανική ενοποίηση, αλλά σταδιακά άρχισε να αποδέχεται την ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού έθνους υπό την ηγεμονία της Πρωσίας.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1862 διορίστηκε πρωθυπουργός της Πρωσίας από τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α’. Ήδη από τον πρώτο του λόγο στη Βουλή διαφάνηκε το πρώτο δείγμα της πολιτικής του σκέψης: «Τα μεγάλα ζητήματα του παρόντος δεν είναι δυνατό να λυθούν με λόγους και ψηφοφορίες - αυτό υπήρξε το μεγάλο λάθος του 1848 και του 1849 - αλλά με αίμα και σίδερο». Εξαιρετικά ευφυής, οξύθυμος, καιροσκόπος και πανούργος, ο 47χρονος αυτός γιούνκερ, με το επιβλητικό παράστημα και τις πληθωρικές συνήθειες («έτρωγε με το ένα χέρι κεράσια και με το άλλο γαρίδες, και μετά παραπονιόταν ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί», θα πει γι’ αυτόν αργότερα ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Μπέντζαμιν Ντισραέλι) πήρε τη μοίρα της Γερμανίας, την οποία βεβαίως ταύτιζε με την Πρωσία, στα χέρια του.

Έπειτα από μία σύντομη εκεχειρία, Πρωσία και Αυστρία αποφάσισαν ότι είχε η έρθει ώρα για «αίμα και σίδερο». Ο «Πόλεμος των Επτά Εβδομάδων» ή Αυστρο-Πρωσικός Πόλεμος (14 Ιουνίου – 23 Αυγούστου 1866), στον οποίο έλαβε μέρος ως εθελοντής νοσοκόμος και ο Πρώσος Φρειδερίκος Νίτσε, έληξε με ήττα των Αυστριακών. Ο Βίσμαρκ πέτυχε τη διάλυση της παλαιάς Γερμανικής Ομοσπονδίας, απομακρύνοντας μια για πάντα τον μοναδικό υπολογίσιμο εσωτερικό εχθρό, την Αυστρία. Έπεισε, όμως, τον Γουλιέλμο Α' να αρκεστεί σε μετριοπαθείς όρους ειρήνης, γνωρίζοντας ότι «θα χρειαστούμε την ισχύ της στο μέλλον προς το συμφέρον μας». Η Αυστρία συμφώνησε να αναγνωρίσει «μια νέα μορφή Γερμανίας, χωρίς τη συμμετοχή της Αυστριακής Αυτοκρατορίας» και δημιούργησε μία δυαδική μοναρχία με την Ουγγαρία (Αυστρο-Ουγγαρία).

Για τον Βίσμαρκ, όμως, υπήρχαν εκκρεμότητες. Τα νότια γερμανικά κράτη της Βαυαρίας, της Βάδης και της Βυρτεμβέργης εξακολουθούσαν να εναντιώνονται στην ενοποίησή τους με την Πρωσία και τα λοιπά βόρεια κράτη. Ένας κοινός εχθρός θα του έδινε λύση στο πρόβλημα. Το 1870 ενορχήστρωσε και κέρδισε τον τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο (19 Ιουλίου 1870 – 10 Μαϊου 1871). Τον Φεβρουάριο του 1871 επέβαλε στη Γαλλία πολεμική αποζημίωση 5.000.000.000 φράγκων, μαζί με την απώλεια της Αλσατίας και της Λωρραίνης (Συνθήκη της Φραγκφούρτης). Ο Βίσμαρκ ήταν πλέον έτοιμος να δημιουργήσει τη νέα Γερμανική Αυτοκρατορία. Καθώς, όμως, δεν είχε ακόμη τη συγκατάθεση ολόκληρου του γερμανικού έθνους, προέβη πρώτα σε πλείστα παρασκηνιακά μαγειρέματα (π.χ. εξαγόρασε τον βασιλιά της Βαυαρίας με μεγάλα ποσά από μυστικά κονδύλια που διέθετε).

 Η ανακήρυξη της νέας Γερμανικής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών, στις 18 Ιανουαρίου 1871. Αυτοκράτορας στέφθηκε ο Γουλιέλμος Α', ο Βίσμαρκ όμως ήταν ο αδιαφιλονίκητος ήρωας του γερμανικού λαού. Ο ίδιος θεωρούσε την Αυτοκρατορία δημιούργημά του και αντιμετώπιζε κάθε προσωπικό αντίπαλό του ως άσπονδο εχθρό της.

Στις 21 Μαρτίου τιμήθηκε με τον τίτλο του πρίγκιπα και διορίστηκε καγκελάριος του Β' Ράιχ. Ως προς την εσωτερική του πολιτική, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος πολιτικός που εισήγαγε γενικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο παρείχε στους εργάτες κάλυψη για τις περιπτώσεις ατυχημάτων, ασθενείας και γήρατος. Αυτός ο «σοσιαλισμός» του συντηρητικού Βίσμαρκ, που αργότερα κατέστη υπόδειγμα για όλα τα κράτη της Ευρώπης, στόχευε να πλήξει τους σοσιαλδημοκράτες, που αύξαναν ραγδαία τη δύναμή τους.

Ως το 1890, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, ήταν ένας από τους δεινότερους πηδαλιούχους, όχι μόνο της Γερμανίας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης, κρατώντας τις ισορροπίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και διασφαλίζοντας την ειρήνη για 26 ολόκληρα χρόνια, μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Στις 18 Μαρτίου 1890 παραιτήθηκε από την καγκελαρία μαζί με τον γιο του Χέρμπερτ, υπουργό των Εξωτερικών, εξαιτίας των διαφορών του με τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β', που έδειχνε διαθέσεις ανεξαρτησίας και δεν σκόπευε να εξουσιάζεται από τον Βίσμαρκ, όπως ο προκάτοχός του.

Ο «Σιδηρούς Καγκελάριος», όπως επονομάσθηκε, αποσύρθηκε στο κτήμα του στο Φρίντριχσρου της Βόρειας Γερμανίας και αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη σύνταξη των «Σκέψεων και Αναμνήσεών» του («Gedanken und Erinnerungen»), έργου αδιαμφισβήτητης λογοτεχνικής αξίας, αλλά μάλλον αμφισβητήσιμου ως ιστορικής πηγής.

Ο Ότο φον Μπίσμαρκ, πέθανε στο Φρίντριχσρου στις 30 Ιουλίου 1898, σε ηλικία 83 ετών. Η διαμάχη του με τον Γουλιέλμο Β' συνεχίστηκε και μετά θάνατον, αφού η επιγραφή που είχε συντάξει για την επιτύμβια πλάκα του έχει ως εξής: «Αληθινός Γερμανός, θεράπων του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Α'».

1912

Μεϊτζί
1852 – 1912

Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας, 122ος στην επίσημη σειρά διαδοχής, από το 1867 έως το 1912. Επί των ημερών του, η χώρα τού Ανατέλλοντος Ηλίου μεταμορφώθηκε από καθυστερημένο φεουδαρχικό κράτος σε εκβιομηχανισμένη υπερδύναμη.

Ο Ματσουχίτο, όπως ήταν το οικογενειακό του όνομα, γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1852 στο αγρόκτημα του παππού του, από την πλευρά της μητέρας του. Ήταν γιος του αυτοκράτορα Κομέι και της παλλακίδας του Νακαγιάμα Νοσίκο.

Μετά το θάνατο του πατέρα του ανήλθε στο θρόνο με το όνομα Μεϊτζί, με το οποίο δοξάστηκε. Η ανάληψη των καθηκόντων του συνέπεσε με το τέλος της κυριαρχίας των σογκούν από τον οίκο των Τοκουγκάβα και την απόδοση στον αυτοκράτορα της ύψιστης εκτελεστικής εξουσίας.

Αντίθετα με τον πατέρας του, ο νεαρός βασιλιάς υποστήριξε την αυξανόμενη λαϊκή απαίτηση για την ανάγκη εκσυγχρονισμού της χώρας σύμφωνα με δυτικά πρότυπα. Η αντίληψη αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την αποκατάσταση της επαφής της Ιαπωνίας με άλλους λαούς, ύστερα από μία περίοδο πολιτιστικής και κοινωνικής απομόνωσης 250 ετών.

Στις 7 Απριλίου 1868, ο Μεϊτζί έδωσε τον « Όρκο των Πέντε Σημείων», που ήταν οι προγραμματικές του θέσεις για τον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας και θεωρείται το πρώτο συνταγματικό κείμενο της Ιαπωνίας. Ως αυτοκράτορας διέταξε την κατάργηση του φεουδαρχικού γαιοκτητικού συστήματος (1871), τη δημιουργία νέου συστήματος σχολείων (1872), την εισαγωγή του συστήματος διακυβέρνησης με υπουργικό συμβούλιο (1885), τη δημοσίευση Συντάγματος (1889) και την έναρξη λειτουργίας της Δίαιτας (Βουλής) το 1890.

Ο Μεϊτζί διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στη διεξαγωγή των νικηφόρων πολέμων με την Κίνα («Σινοϊαπωνικός Πόλεμος, 1894-1895) και με τη Ρωσία («Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος», 1904-1905), που ανέδειξαν την Ιαπωνία σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη στον Ειρηνικό. Το 1910 εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο διακήρυξε την προσάρτηση της Κορέας στην Ιαπωνία.

Ο ίδιος ο Μέιτζι εκπροσωπούσε την επιβολή των δυτικών ιδεών και καινοτομιών στην ιαπωνική κοινωνία. Φορούσε δυτικά ενδύματα και κατανάλωνε δυτικού τύπου τροφή, αλλά παράλληλα κατόρθωσε να συντάξει περί τα 100.000 ποιήματα σε παραδοσιακό ιαπωνικό ύφος.

Ο Μεϊτζί πέθανε στις 30 Ιουλίου 1912 στο Τόκιο από νεφρική ανεπάρκεια, σε ηλικία 59 ετών. Από τις 5 παλλακίδες του απέκτησε 15 παιδιά. Τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Ταϊσό.

 

1937

Χαράλαμπος Βοζίκης
1862 – 1937

Αρκάς νομικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Βοζίκης διατέλεσε πρόεδρος της Βουλής (1933-1935) και της Ε’ Εθνοσυνέλευσης (1935).

Γεννήθηκε το 1862 στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας από οικογένεια αγωνιστών του 1821. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία στην Τρίπολη.

Έλαβε για πρώτη φορά μέρος στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 και εκλέχθηκε βουλευτής Κυνουρίας με το Εθνικόν Κόμμα του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Στη συνέχεια, όταν αυτό διασπάστηκε, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, με το κόμμα του οποίου εκλέχθηκε βουλευτής στις εκλογές της 7ης Φεβρουάριου 1899. Στις εκλογές της 26ης Μαρτίου 1906 επανεξελέγη βουλευτής Κυνουρίας και υπήρξε δραστήριο μέλος της εκσυγχρονιστικής «ομάδας των Ιαπώνων».

Το 1912, μετά τη λήξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου, διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο γενικός διοικητής των Νήσων του Αιγαίου, ενώ, όταν ο Δημήτριος Γούναρης ανέλαβε τη διακυβέρνηση το Φεβρουάριο του 1915, ο Χαράλαμπος Βοζίκης διορίστηκε υπουργός των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Διετέλεσε, επίσης, πολιτικός διοικητής Θράκης (1920), υπουργός γενικός διοικητής Θράκης (1921-1922), υπουργός Επισιτισμού και Αυτάρκειας (1921) και υπουργός Δικαιοσύνης (1921).

Απείχε από τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 για την Δ' Εθνοσυνέλευση, αλλά συμμετείχε στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 κι εξελέγη βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα. Το διάστημα 1928-1933 ιδιώτευσε και ασχολήθηκε με τη δικηγορία στην Αθήνα.

Επανήλθε στον πολιτικό στίβο στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933, στις οποίες η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» υπό τον Παναγή Τσαλδάρη έλαβε το 46,19% των ψήφων κι εξέλεξε 136 βουλευτές. Ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Κυνουρίας και στις 30 Μαρτίου ανέλαβε την προεδρία της Βουλής, παραμένοντας στη θέση αυτή έως τη διάλυσή της, την 1η Απριλίου 1935, μετά το αποτυχημένο φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου.

Στις εκλογές της 1ης Ιουλίου 1935 εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας και από τη θέση του προέδρου διηύθυνε τις εργασίες της Ε' Εθνοσυνέλευσης, η οποία ενέκρινε με το Ψήφισμα της 10ης Ιουλίου τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τον καθορισμό της μορφής του πολιτεύματος. Όταν εξερράγη το πραξικόπημα Κονδύλη στις 10 Οκτωβρίου 1935 και η νέα κυβέρνηση μαζί με την Επαναστατική Επιτροπή κατέλαβαν το κυβερνητικό έδρανο στη Βουλή, ο Βοζίκης παραιτήθηκε από πρόεδρος.

Μετά το θάνατο του Παναγή Τσαλδάρη, λίγο πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, ο Χαράλαμπος Βοζίκης διετέλεσε επικεφαλής του προεδρείου του Λαϊκού Κόμματος. Η πολιτική του σταδιοδρομία έληξε ουσιαστικά όταν επιβλήθηκε η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά.

Υπήρξε αυθεντία στη νομοπαρασκευαστική τεχνική, αναδείχθηκε σε ικανό ρήτορα με βροντώδη φωνή, ήταν ευφυέστατος, ετοιμόλογος και θυμόσοφος, ενώ διακρίθηκε για την πολιτική μετριοπάθειά του. «Είχε παράστημα επιβλητικόν, πρόσωπον δασύτριχον, με μεγάλους μύστακας και πυκνόν γένειον, όψιν αυστηράν αλλά ήμερον ήθος», σύμφωνα με την περιγραφή ενός συγχρόνου του. Ήταν γνωστός στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής του ως Μπάρμπα - Χαράλαμπος. Το 1925 έγραψε ένα χρονικό της Δίκης των Έξι.

Ο Χαράλαμπος Βοζίκης πέθανε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 1937, σε ηλικία 75 ετών.

 

 

1971

Κωνσταντίνος Ροδόπουλος
1896 – 1971

Κωνσταντίνος Ροδόπουλος

Κωνσταντίνος Ροδόπουλος

Ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος ήταν λαρισαίος πολιτικός. Υπήρξε από τους μακροβιότερους προέδρους της Βουλής, με θητεία που άγγιξε τα δέκα χρόνια.

Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1896 και ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά του Γεωργίου Ροδόπουλου (1860-1951), ανώτατου τραπεζοϋπαλλήλου και πολιτικού από την Πάτρα. Μικρότερος αδελφός του ήταν ο σπουδαίος συγγραφέας Μ. Καραγάτσης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτριου Ροδόπουλου).

Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια Αθηνών, Παρισίων και Βιέννης. Ως κληρωτός συμμετείχε στις εκστρατείες της Ουκρανίας και της Μικράς Ασίας.

Σε ηλικία 28 ετών ανέλαβε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (1924-1927), ενώ για πρώτη φορά πολιτεύτηκε στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932, οπότε και εξελέγη βουλευτής Τυρνάβου με το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Γεωργίου Κονδύλη. Με το ίδιο κόμμα επανεξελέγη βουλευτής Τυρνάβου στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 και εξελέγη βουλευτής Λαρίσης στις εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 επανεξελέγη βουλευτής Λαρίσης με το κόμμα «Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση» των Κονδύλη, Ράλλη και Θεοτόκη. Στη δεύτερη κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη, διετέλεσε υφυπουργός Στρατιωτικών (18 Ιουλίου 1934 - 10 Οκτωβρίου 1935), με υπουργό τον Γεώργιο Κονδύλη.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προσχώρησε στο Λαϊκό Κόμμα κι έλαβε μέρος στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 για την ανάδειξη της Δ' Αναθεωρητικής Βουλής, οπότε και εξελέγη βουλευτής Λαρίσης. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, διατέλεσε υπουργός - γενικός διοικητής Βόρειας Ελλάδας (4 Νοεμβρίου 1946 - 24 Ιανουαρίου 1947, 27 Ιανουαρίου 1947 - 19 Σεπτεμβρίου 1947), υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και προσωρινός υφυπουργός Στρατιωτικών (18 Νοεμβρίου 1948 - 20 Ιανουαρίου 1949), υπουργός Υγιεινής (20 Ιανουαρίου 1949 - 6 Ιανουαρίου 1950).

Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 επανεξελέγη βουλευτής Λαρίσης με το Λαϊκό Κόμμα, αλλά στη συνέχεια προσχώρησε στον «Ελληνικό Συναγερμό» του Αλέξανδρου Παπάγου για να εκλεγεί και πάλι βουλευτής Λαρίσης στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 και της 16ης Νοεμβρίου 1952. Από τις 13 Σεπτεμβρίου έως τις 3 Νοεμβρίου 1950 διατέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και προσωρινός υφυπουργός Τύπου και Πληροφοριών.

Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου Παπάγου και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο Ροδόπουλος προσχώρησε στη νεοσύστατη ΕΡΕ και επανεξελέγη βουλευτής Λαρίσης στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956, της 11ης Μαΐου 1958, της 29ης Οκτωβρίου 1961, της 3ης Νοεμβρίου 1963 και της 16ης Φεβρουαρίου 1964.

Στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 1952, τις οποίες κέρδισε πανηγυρικά ο Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου με ποσοστό 49,22% και 247 έδρες, ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος εκλέχθηκε πρώτος αντιπρόεδρος της Βουλής, με πρόεδρο τον Ιωάννη Μακρόπουλο, τον οποίο και διαδέχθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1953. Τη θέση αυτή διατήρησε σχεδόν επί δεκαετία έως τη διάλυση της Βουλής στις 26 Σεπτεμβρίου 1963.

Μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον Ιούνιο 1963, εξαιτίας της διαφωνίας του με τα Ανάκτορα και τη μετάβασή του στο εξωτερικό, ο Ροδόπουλος συμμετείχε μαζί με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Παναγή Παπαληγούρα στην τριμελή προσωρινή Επιτροπή Διοίκησης της ΕΡΕ, την οποία είχε ορίσει ίδιος ο Καραμανλής. Στην τελευταία προ της δικτατορίας κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο Ροδόπουλος είχε αναλάβει το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (3 Απριλίου – 21 Απριλίου 1967).

Ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος πέθανε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 1971, σε ηλικία 75 ετών. Ήταν παντρεμένος με τη Δέσποινα Καραθεοδωρή, κόρη του μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, και είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Στέφανο.


2007
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, σουηδός σκηνοθέτης. («Φάνυ και Αλέξανδρος», «Κραυγές και Ψίθυροι», «Σκηνές από ένα γάμο») (Γεν. 14/7/1918)
2007
Μικελάντζελο Αντονιόνι, ιταλός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. («Blow-up») (Γεν. 29/9/1912)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου