Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 26 Ιούλ 2018
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:21 – Δύση Ήλιου: 20:41
  • Γιορτάζουν:  Ερμοκράτης, Ερμόλαος, Ιερουσαλήμ, Παρασκευή, Παρασκευάς, Παράσχος, Ωραιοζήλη

Σαν Σήμερα...

1945
Υπογράφεται η Διακήρυξη του Πότσνταμ, από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, τον άγγλο πρωθυπουργό, Γουίνστον Τσόρτσιλ και τον ηγέτη της Κίνας, Τσιανγκ Κάι Σεκ, με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παράδοση της Ιαπωνίας στους Συμμάχους. Η Ιαπωνία δεν αποδέχεται τους όρους της Διακήρυξης και συνεχίζει τον πόλεμο.

Η Συνδιάσκεψη του Πότσνταμ

Ο Κλίμεντ Άτλι, ο Χάρι Τρούμαν και ο Ιωσήφ Στάλιν στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ.

Ο Κλίμεντ Άτλι, ο Χάρι Τρούμαν και ο Ιωσήφ Στάλιν στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ.

Η τελευταία διασυμμαχική διάσκεψη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που καθόρισε την τύχη της ηττημένης Γερμανίας και τις διαδικασίες για τις μελλοντικές συνθήκες ειρήνης στην Ευρώπη.

Πραγματοποιήθηκε από τις 17 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου 1945 στο προάστιο Πότσνταμ του ερειπωμένου Βερολίνου και συγκεκριμένα στο παλάτι Σεσίλιενχοφ, έδρα του διαδόχου του γερμανικού θρόνου Γουλιέλμου Χοετζόλερν. Συμμετείχαν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν και ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Γουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος στην πορεία αντικαταστάθηκε από τον Κλίμεντ Άτλι, μετά την ήττα τού Τσόρτσιλ στις εκλογές της 5ης Ιουλίου, τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν στις 26 Ιουλίου.

Ήδη από την έναρξη της συνδιάσκεψης υπό την προεδρία του αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν προέκυψαν αρκετά και σοβαρά προβλήματα. Ο Στάλιν απέρριψε κάθε ανάμιξη των Δυτικών στην Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, υπενθυμίζοντας στους συμμάχους την επιρροή τους στην Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπροσθέτως, υποστήριξε την αποκοπή του Αζερμπαϊτζάν από το Ιράν και την ένταξή του στην ΕΣΣΔ.

Η στάση αυτή του Στάλιν οδήγησε σε αλλεπάλληλες κρίσεις τη συνδιάσκεψη, η οποία αντιμετώπισε κίνδυνο ολοκληρωτικής αποτυχίας, μέχρι τη στιγμή που ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Μπερνς, με πρότασή του έκανε εφικτό κάποιο συμβιβασμό. Σύμφωνα μ’ αυτόν, η ΕΣΣΔ αποσύρει κάποιες απαιτήσεις της, δηλαδή επιρροή στη Λιβύη, ελεύθερη πρόσβαση στη Μεσόγειο και διεθνοποίηση του Ρουρ. Από την άλλη, οι δυτικές δυνάμεις μένουν χωρίς κανένα δικαίωμα επέμβασης στη σοβιετική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη.

Στο Πότσνταμ αποφασίστηκε να τεθούν σε εφαρμογή οι τέσσερις ζώνες κατοχής της Γερμανίας (Αγγλική, Αμερικανική, Σοβιετική και Γαλλική), οι οποίες είχαν αποφασιστεί στη Διάσκεψη τής Γιάλτας. Το Βερολίνο, η Βιέννη και η Αυστρία χωρίστηκαν, επίσης, σε τέσσερις ζώνες και δημιουργήθηκε μία επιτροπή ελέγχου των τεσσάρων συμμάχων, προκειμένου να ρυθμίζει τα θέματα που αφορούσαν συνολικά στη Γερμανία και στην Αυστρία.

Στη συνδιάσκεψη προσδιορίστηκαν οι πολιτικές και οικονομικές αρχές, οι οποίες έπρεπε να διέπουν την κατοχή της Γερμανίας, όπως ο αφοπλισμός, η αποστρατιωτικοποίηση, οι δίκες των εγκληματιών πολέμου, η αποναζιστικοποίηση, η αποκέντρωση, ο εκδημοκρατισμός και οι πολεμικές επανορθώσεις.

Αποφασίστηκε, επίσης, να περιέλθει ένα τμήμα τής Ανατολικής Πρωσίας στην ΕΣΣΔ (στην οποία προσαρτήθηκε η Καινιξβέργη, σημερινό Καλίνινγκραντ) και το υπόλοιπο στην Πολωνία, ενώ τα εδάφη ανατολικά της Γραμμής Όντερ - Νάισε τέθηκαν υπό την προσωρινή διοίκηση της Πολωνίας. Οι Αγγλοαμερικανοί αρνήθηκαν στον Στάλιν το δικαίωμα ελέγχου στα Δαρδανέλια. Έτσι, ενώ το 1937 η Γερμανία είχε έκταση 471.067 τ. χλμ, τώρα περιορίζεται στα 356.678 τ. χλμ.

Στο πλαίσιο της συνδιάσκεψης υπογράφηκε στις 26 Ιουλίου 1945 η διακήρυξη του Πότσνταμ από τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την Κίνα, βάσει της οποίας απαιτήθηκε άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας, που συνέχιζε τον πόλεμο. Με το τελεσίγραφο συντάχθηκε και η Σοβιετική Ένωση, που βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία. Η ιαπωνική κυβέρνηση το απέρριψε, αλλά τελικά συνθηκολόγησε στις 10 Αυγούστου, έπειτα από τους δύο ατομικούς βομβαρδισμούς και την είσοδο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
811
Διεξάγεται η Μάχη της Πλίσκα. Οι Βούλγαροι, με επικεφαλής τον θηριώδη Κρούμο, νικούν τους Βυζαντινούς υπό τον Νικηφόρο Α’, ο οποίος πίπτει επί του πεδίου της μάχης. Το κεφάλι του αποκόπτεται από τον Κρούμο, επαργυρώνεται και γίνεται κύπελλο, με το οποίο γιορτάζει τους θριάμβους του.
1822
  Μάχη στα Δερβενάκια. Καταστροφή του Δράμαλη (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης). Μάχη και νίκη των Ελλήνων στον Άγιο Σώστη (Νικηταράς, Δ. Υψηλάντης, Παπαφλέσσας, Τσόκρης).

Η Μάχη στα Δερβενάκια

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων (πίνακας του Θ. Βρυζάκη)

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων (πίνακας του Θ. Βρυζάκη)

Μία από τις σημαντικότερες μάχες του αγώνα της Ανεξαρτησίας, στην οποία διαφάνηκε η στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Στις αρχές Ιουλίου του 1822, ένας νέος κίνδυνος ανεφάνη για την Επανάσταση, με την κάθοδο στην Πελοπόννησο ισχυρής τουρκικής δύναμης υπό τον ικανότατο Μαχμούτ Πασά, γνωστότερο ως Δράμαλη. Ο Σουλτάνος, σε πλεονεκτική θέση μετά την εξολόθρευση του Αλή Πασά, είχε στρέψει την προσοχή του στους επαναστατημένους Έλληνες. Χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ο Δράμαλης με 25.000 άνδρες προέλασε ταχύτατα και στις 6 Ιουλίου στρατοπέδευσε στην Κόρινθο. Βασικός του στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η κατάπνιξη της Επανάστασης στον Μοριά με τη βοήθεια του στόλου, που θα κατέπλεε στον Αργολικό Κόλπο.

Παρακούοντας τους τοπικούς τούρκους ηγέτες, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κάνει ορμητήριό του την Κόρινθο κι έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ο Δράμαλης διέταξε τον στρατό του να προελάσει προς το Ναύπλιο για να λύσει την πολιορκία του. Αφού κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, έφθασε ανενόχλητος στο Άργος και στρατοπέδευσε έξω από την πόλη στις 12 Ιουλίου. Οι επαναστάτες πιάστηκαν στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά, από τα οποία διήλθε η τουρκική στρατιά.

Μόλις μαθεύτηκε ότι ο Δράμαλης με τον στρατό του πλησιάζει στο Άργος, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στους Έλληνες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πληροφορήθηκαν τη λύση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Κυβέρνηση και βουλευτές αναχώρησαν πανικόβλητοι από το Άργος για τους Μύλους και από εκεί στα πλοία.

Τη δύσκολη αυτή στιγμή όρθωσε το ανάστημά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κήρυξε πανστρατιά, ενώ με δραστήρια μέτρα και συντονισμένες ενέργειες κατόρθωσε να περιορίσει τον στρατό του Δράμαλη στην Αργολίδα και να ματαιώσει την πορεία του προς την Τριπολιτσά. Τα μέτρα του Κολοκοτρώνη εστιάστηκαν στην κατάληψη στρατηγικών θέσεων στην Αργολίδα (κυριότερη απ' όλες ήταν η Λάρισα, η αρχαία Ακρόπολη του Άργους) και στην τακτική της «καμμένης γης» που εφάρμοσε, δημιουργώντας οξύ επισιτιστικό πρόβλημα στους εισβολείς.

Ο Δράμαλης δεν μπορούσε να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα νώτα του. Έχασε πολύτιμο χρόνο με την πολυήμερη πολιορκία του φρουρίου του Άργους και οι άνδρες του εγκλωβίστηκαν εκεί, έχοντας εξαντλήσει τα αποθέματα τροφών τους και χωρίς να έχουν δυνατότητα ανεφοδιασμού. Συνειδητοποιώντας τη δύσκολη κατάσταση, ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο, ελπίζοντας σε βοήθεια από τον Χουρσίτ Πασά της Λάρισας, τον Γιουσούφ Πασά της Πάτρας ή από τον στόλο.

Το σχέδιο υποχώρησης του Δράμαλη έγινε αντιληπτό από τον Κολοκοτρώνη και παρά τις διαφωνίες των προκρίτων, έσπευσε να καταλάβει τις στενές διαβάσεις που οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο, με 2.500 άνδρες. Δεν θα άφηνε για δεύτερη φορά τις στενωπούς αφύλακτες, όπως είχε γίνει κατά την προέλαση του Δράμαλη.

Στις 26 Ιουλίου 1822 στα στενά των Δερβενακίων, κοντά στη Νεμέα, οι Τούρκοι υπέστησαν δεινή ήττα, χάνοντας πάνω από 3.000 άνδρες. Στη μάχη εκτός του Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ιδιαιτέρως ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς, που έλαβε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος Ο Δράμαλης και οι εναπομείναντες άνδρες του προσπάθησαν να διαφύγουν την επομένη από την κλεισούρα του Αγιονορίου. Όμως, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας ήταν κι εκεί για να προκαλέσουν νέες βαριές απώλειες στον Δράμαλη στις 28 Ιουλίου.

Ο υπερήφανος στρατηλάτης, που είχε αρκετές συμπάθειες μεταξύ των ελλήνων οπλαρχηγών για το ήπιο του χαρακτήρος του και τις ικανότητές του, ήταν ένα ανθρώπινο ράκος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες από την οργή του Σουλτάνου. Με τα υπολείμματα του στρατού του έφθασε στην Κόρινθο, όπου στα τέλη Οκτωβρίου πέθανε από την απογοήτευσή του. Ο θριαμβευτής Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε από την Κυβέρνηση Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, κατ' απαίτηση των οπλαρχηγών. Η Επανάσταση όχι μόνο είχε διασωθεί, αλλά είχε αποκτήσει ισχυρά θεμέλια, χάρη στο σχέδιο και την τακτική του Γέρου του Μοριά.

Μαχμούτ Δράμαλης Πασάς
1780 – 1822

Ανώτατος Οθωμανός αξιωματούχος, αλβανικής καταγωγής, που κατατροπώθηκε από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822).

Ο Μαχμούτ Δράμαλης Πασάς (Mahmud Dramali Pasha) γεννήθηκε το 1780 στη Δράμα, εξ ου και το προσωνύμιο Δράμαλης, με το οποίο είναι γνωστός. Γόνος διακεκριμένης μουσουλμανικής οικογένειας της πόλης, με διασυνδέσεις στο σουλτανικό περιβάλλον, ανατράφηκε στο περιβάλλον των ανακτόρων του σουλτάνου Σελίμ Γ’. Εκπαιδεύτηκε σε στρατιωτικές σχολές και συμμετείχε σε  εκστρατείες του Οθωμανικού στρατού στα Βαλκάνια και την Αίγυπτο.

Ήταν ριψοκίνδυνος και ανδρείος, αλλά χωρίς στρατηγικές ικανότητες. Τον διέκρινε φιλοχρηματία και απάνθρωπη σκληρότητα (Κόκκινος), ενώ άλλοι ιστορικοί (Δ. Λουλές) τον χαρακτηρίζουν πράο και συνετό. Με την εύνοια τής μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β' έγινε πασάς τής Δράμας, το 1808, όταν πέθανε ο πατέρας του Σαλίχ, που υπηρετούσε εκεί ως δερέμπεης (τοπάρχης διορισμένος από την Πύλη).

Το 1820 διορίστηκε βαλής (κυβερνήτης) της Λάρισας και βοήθησε τον Χουρσίτ Πασά στον πόλεμο κατά του Αλή Πασά, ενώ έπνιξε στο αίμα τα επαναστατικά κινήματα του Πηλίου και των Αγράφων. Μετά την εξόντωση του Αλή και τον παραμερισμό του Χουρσίτ (1822), ο Δράμαλης  διορίστηκε βαλής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) με βαθμό βεζίρη και ανέλαβε να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, που θα κατέπνιγε την Ελληνική Επανάσταση.

Με επιτελείο από επιφανείς Τούρκους αξιωματούχους και στρατό αποτελούμενο από 30.000 άνδρες (24.000 πεζούς και 6.000 ιππείς), καθώς και με πολυάριθμα μεταγωγικά ζώα (30.000 αλογομούλαρα και 500 καμήλες), έφθασε χωρίς αντίσταση στην Κόρινθο στις 5 Ιουλίου 1822. Αφού κατέλαβε εύκολα τον Ακροκόρινθο, προχώρησε και στρατοπέδευσε στην αργολική πεδιάδα στις 12 Ιουλίου.

Οι Έλληνες μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό άρχισαν να οργανώνουν την αντίστασή τους. Σύμφωνα με το σχέδιο του Κολοκοτρώνη, η τουρκική στρατιά δε ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστεί κατά μέτωπο, αλλά έπρεπε να εγκλωβιστεί στον αργολικό κάμπο και να καταπονηθεί τόσο από τη ζέστη, όσο και από την έλλειψη τροφίμων και νερού, δηλαδή να εφαρμοστεί η τακτική της «καμμένης γης».

Πράγματι, το σχέδιο του Έλληνα αρχιστράτηγου εφαρμόστηκε μέχρι κεραίας. Οι πηγές ανεφοδιασμού των Τούρκων άρχισαν να καταστρέφονται και ο Δράμαλης άρχισε να υποφέρει από έλλειψη τροφίμων και νερού και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Για να παραπλανήσει τους Έλληνες, έστειλε στους Μύλους του Άργους, όπου ήταν το στρατηγείο τους, το χριστιανό γραμματέα του να τους προτείνει αμνηστία και να τους ειδοποιήσει δήθεν από ενδιαφέρον ότι την επομένη θα βάδιζε προς την Τρίπολη.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε το σχέδιο του Δράμαλη και με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε τα στενά των Δερβενακίων, όπου από τις 26 έως τις 28 Ιουλίου 1822 στις διαβάσεις του Αγίου Σώστη, της Κλεισούρας και του Αγιονορίου συνέτριψε την πολυάριθμη στρατιά του Δράμαλη.

Ο Τούρκος στρατηλάτης ταπεινωμένος έφθασε πεζή στην Κόρινθο με τα υπολείμματα του στρατού. Στις 26 Οκτωβρίου 1822, είτε από στενοχώρια, είτε από τύφο, άφησε την τελευταία του πνοή στην Κόρινθο, όπου και ετάφη.

Η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Δράμαλη» αναφέρεται στην ολοκληρωτική καταστροφή κάποιου.

 

1908
Ιδρύεται στην Ουάσιγκτον το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, γνωστότερο ως FBI.
1925
Ο ΠΑΟΚ δίνει τον πρώτο αγώνα του και νικά τον Ηρακλή με 2-1. Στις φανέλες των παικτών του φιγουράρει το τετράφυλλο πράσινο τριφύλλι, που θα αντικατασταθεί από τον δικέφαλο αετό τέσσερα χρόνια αργότερα.

1958

Η Κουβανική Επανάσταση

Την τελευταία μέρα του 1958, ο διεφθαρμένος δικτάτορας της Κούβας, Φουλχένσιο Μπατίστα, εγκαταλείπει την Αβάνα, κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή. Μαζί με την κουστωδία του μεταφέρει και μια μικρή περιουσία: 300 εκατομμύρια δολάρια, προϊόν κατάχρησης από τα δημόσια ταμεία. Οι «μπαρμπούδος» (γενειοφόροι) του Φιντέλ Κάστρο βρίσκονται προ των πυλών της Αβάνας και της εξουσίας.

O νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο υπήρξε η κινητήρια δύναμη της Κουβανικής Επανάστασης και ένας από τους πολιτικούς άνδρες που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα. Οι προσπάθειες του για την ανατροπή του Μπατίστα ξεκίνησαν στις 26 Ιουλίου 1953, με την αποτυχημένη επίθεση στους στρατώνες Μονκάδα. Οι 119 επαναστάτες, που πραγματοποίησαν την επίθεση, κυριολεκτικά αποδεκατίστηκαν. Ο Φιντέλ διασώθηκε την τελευταία στιγμή, συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 15 ετών. Θα μείνει στη φυλακή για 22 μήνες, κατά την διάρκεια των οποίων θα εντρυφήσει στα γραπτά των Μαρξ, Λένιν και Μαρτί, αλλά και των Σέξπιρ, Φρόιντ και Ντοστογιέφσκι.

Τον Μάιο του 1955, σε μία κρίση μεγαλοψυχίας, ο Μπατίστα έδωσε χάρη στον Φιντέλ, ο οποίος διέφυγε στο Μεξικό με σκοπό να ετοιμάσει το νέο γύρο αντιπαράθεσης με τον δικτάτορα. Στην ομάδα των 82, η οποία θα ξεκινήσει την εποποιία της Κουβανικής Επανάστασης, προστίθεται και ο αργεντίνος γιατρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, που παραμένει ως τις μέρες το σύμβολο της αιώνιας επανάστασης.

Στις 25 Νοεμβρίου 1956, οι επαναστάτες του Φιντέλ στοιβάζονται σε ένα μικρό ξύλινο γιότ με το όνομα «Γκράνμα», που μετά βίας χωράει 25 άτομα, και ξεκινούν την μεγάλη εποποιία. Στις 2 Δεκεμβρίου, αποβιβάζονται στις ακτές της Κούβας και ξεκινούν κλεφτοπόλεμο με τις δυνάμεις του Μπατίστα στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα. Με την ιστορική φράση του Τσε «Ας είμαστε ρεαλιστές! Ας κυνηγήσουμε το ακατόρθωτο!» συνοψίζεται η αποφασιστικότητα των επαναστατών να πραγματοποιήσουν το δύσκολο εγχείρημά τους. Στόχος τους να κερδίσουν πρώτα την υποστήριξη των αγροτών και στη συνέχεια των κατοίκων των μεγάλων πόλεων.

Ένας χωρικός όμως τους «καρφώνει». Η ομάδα δέχεται την πρώτη επίθεση και αποδεκατίζεται. Επιβιώνουν μόνο 20 από τους 82 αντάρτες. Ο Τσε τραυματίζεται. Το αντάρτικο, όμως, φουντώνει. Οι εθελοντές πυκνώνουν τις τάξεις του. Ως το 1958 οι επαναστάτες του Φιντέλ σημειώνουν μικρές νίκες και βελτιώνουν τις θέσεις τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις, παρά τη φθορά που προκαλούν στις τάξεις των ανταρτών, χάνουν σταδιακά το παιγνίδι. Άμαθες στον ανταρτοπόλεμο, έχουν να αντιμετωπίσουν και την αυξανόμενη λαϊκή υποστήριξη προς τους επαναστάτες.

Ο Μπατίστα βλέπει ξεκάθαρα το τέλος της εξουσίας του να πλησιάζει. Έτσι, αποφασίζει στις 31 Δεκεμβρίου 1958 να εγκαταλείψει τη χώρα και να εγκατασταθεί ύστερα από πολλές περιπέτειες στην Πορτογαλία του δικτάτορα Σαλαζάρ. Την επομένη, Πρωτοχρονιά του 1959, ξημερώνει μια νέα ημέρα για την Κούβα. Τα πλήθη ξεχύνονται στους δρόμους και πανηγυρίζουν την ανατροπή του μισητού δικτάτορα. Στις 8 Ιανουαρίου οι «μπαρμπούδος» του Φιντέλ Κάστρο εισέρχονται θριαμβευτικά στην Αβάνα και αναλαμβάνουν την εξουσία. Η Κουβανική Επανάσταση μπορεί να έχει θριαμβεύσει, αλλά τα δύσκολα μόλις τώρα αρχίζουν.

Ο Φιντέλ Κάστρο για να στεριώσει την εξουσία του στηρίχθηκε στους φτωχούς αγρότες, στους εργάτες τω πόλεων, την νεολαία και τους ιδεολόγους όλων των ομάδων και των ηλικιών. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η εθνικοποίηση των μεγάλων αγροτικών εκτάσεων και των αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που για πολλά χρόνια διαφέντευαν τις τύχες του νησιού, αντέδρασαν έντονα και ξεκίνησαν την προσπάθεια υπονόμευσης του νέου καθεστώτος, τόσο με την αποτυχημένη «Επιχείρηση του Κόλπου των Χοίρων» όσο και την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Κούβα.

Την Πρωτομαγιά του 1961, ο Κάστρο, που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία της χώρας, διακήρυξε ότι η Κούβα ήταν πλέον σοσιαλιστική χώρα, με μοναδικό νόμιμο πολιτικό σχηματισμό το Κομμουνιστικό Κόμμα, απογοητεύοντας πολλούς ρομαντικούς που πίστευαν σε μια διαφορετική πορεία του καθεστώτος. Έτσι η Κούβα έγινε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος, σοβιετικού τύπου, στην αμερικανική ήπειρο, γεγονός που πολλαπλασίασε τις αντιδράσεις των Αμερικανών.

1996
Ο Πύρος Δήμας κατακτά το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 83ων κιλών της άρσης βαρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1940
Τόλης Βοσκόπουλος, έλληνας τραγουδιστής και ηθοποιός.
1943
Μικ Τζάγκερ, άγγλος μουσικός, μέλος των Rolling Stones.

1943
Γιάννης Σπανός, έλλληνας συνθέτης.
1945

Παναγιώτης Πικραμμένος

Παναγιώτης Πικραμμένος

Παναγιώτης Πικραμμένος

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος είναι πρώην ανώτατος δικαστικός του Συμβουλίου της Επικρατείας. Διετέλεσε υπηρεσιακός πρωθυπουργός το 2012.

Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1945 στην Αθήνα και κατάγεται από παλαιά οικογένεια των Πατρών. Ο παππούς του, Τάκης Πικραμμένος, με καταγωγή από την Ηλεία, ήταν έμπορος σταφίδας και ξυλείας. Το 1920 ίδρυσε στην Αθήνα την «Εταιρία Ελληνικού και Ξένου Τύπου», την οποία συνέχισε, μετά τον θάνατό του, ο γιος του Όθων Πικραμμένος (συμμαθητής και φίλος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου), πατέρας του Παναγιώτη (Τάκη) Πικραμμένου. Η μητέρα του, Θάλεια Χρηστίδου, ήταν κόρη του εν Γενεύη γιατρού Δημητρίου Χρηστίδου και γόνος της οικογένειας Χαιρέτη, μέλη της οποίας διέπρεψαν στην αθηναϊκή και πατρινή κοινωνία.

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος σπούδασε στη Γερμανική Σχολή Αθηνών και το 1963 εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1968. Από το 1969 έως το 1973 δικηγόρησε στην Αθήνα, με εξειδίκευση σε θέματα Ναυτικού Δικαίου και το 1974 πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές δημοσίου δικαίου στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων (Paris II).

Η δικαστική του καριέρα άρχισε στις 5 Ιουνίου 1976, όταν, κατόπιν διαγωνισμού, διορίστηκε εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Πέντε χρόνια αργότερα, προήχθη στον βαθμό του παρέδρου. Τη διετία 1988-1989, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής του αδείας, παρακολούθησε μαθήματα Ευρωπαϊκού Δικαίου στο πανεπιστήμιο Paris II. Τη διετία 1991-1993, διετέλεσε σύμβουλος του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, σε θέματα δημοσίου δικαίου, ενώ, το χρονικό διάστημα 1990-1991, ήταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (ΚΕΝΕ).

Το 1993 προήχθη στον βαθμό του συμβούλου και το 2007 σε αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Παράλληλα με τα δικαστικά του καθήκοντα ανέλαβε και τη διεύθυνση της Εθνικής Σχολής Δικαστών από το 2005 έως την 1η Ιουλίου 2009, οπότε προήχθη σε Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, με απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή. Την επομένη το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο έγινε στόχος εμπρηστικής επίθεσης από αγνώστους. Μέχρι την πρωθυπουργοποίησή του ήταν πρόεδρος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ), ενώ έχει διατελέσει και μέλος νομοπαρασκευαστικών επιτροπών και υπηρεσιακών συμβουλίων.

Υπήρξε μέλος της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που εκπόνησε το σχέδιο του νόμου 3674/2008 «Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και άλλες διατάξεις», ενώ προήδρευσε της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2002/58/ΕΚ «για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» (Ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν. 2472/1997»).

Επιπλέον, προήδρευσε της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/24/ΕΚ (σχέδιο νόμου με τίτλο «Διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και τροποποίηση του Ν. 3471/2006»).

Διετέλεσε εισηγητής σε σημαντικές υποθέσεις, ενώ υπό την προεδρία του έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις μείζονος σπουδαιότητας. Ειδικότερα, ήταν εισηγητής, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις του δασικού νόμου, της ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης, του γηπέδου της ΑΕΚ, απαγορεύοντας την κατασκευή του, ενώ προήδρευσε στις υποθέσεις του «Μνημονίου», της έκτακτης εισφοράς, η οποία εισπράχθηκε μέσω της ΔΕΗ (κοινώς «χαράτσι»), του «Καλλικράτη», κ.ά.

Στις 16 Μαΐου 2012, ο Παναγιώτης Πικραμμένος έλαβε εντολή σχηματισμού υπηρεσιακής κυβέρνησης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, προκειμένου να οδηγήσει τη χώρα σε νέες εκλογές, στις 17 Ιουνίου 2012. Το βράδυ της ίδιας μέρας ορκίστηκε υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Είχε προηγηθεί η αδυναμία των κομμάτων να σχηματίσουν κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012. Η υπό τον Παναγιώτη Πικραμμένο υπηρεσιακή κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της στις 20 Ιουνίου 2012, αφού διενήργησε τις εκλογές της 17ης Ιουνίου.

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος (Τάκης το χαϊδευτικό του), είναι παντρεμένος με την Αθηνά Νούτσου - Πικραμμένου. Το ζευγάρι έχει μία κόρη, την Καρολίνα. Χόμπι του είναι το ψαροντούφεκο και η κλασική μουσική. Διαθέτει μοτοσυκλέτα Honda τύπου Enduro, με την οποία συχνά πραγματοποιεί αποδράσεις μακριά από το κλεινόν άστυ.

Ο Παναγιώτης Πικραμμένος αποχώρησε από το δικαστικό σώμα την 30η Ιουνίου του 2012, λόγω συνταξιοδότησης.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1926
Κρίστε Μίσιρκοφ, σλαβομακεδόνας φιλόλογος, που διαμόρφωσε τη σύγχρονη σλαβομακεδονική γλώσσα. (Γεν. 18/11/1874)
1944
Ηλέκτρα Αποστόλου, ελληνίδα ηρωίδα της αντίστασης. (Γεν. 20/2/1912)
1953
  Νικόλαος Πλαστήρας, έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός από τα Άγραφα, που διετέλεσε και πρωθυπουργός της Ελλάδας (1945-1950, 1951-1952). (Γεν. 4/11/1883)

Νικόλαος Πλαστήρας
1883 – 1953

Στρατιωτικός και πολιτικός, με έντονη δράση σε κρίσιμες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, γνωστός με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Γεννήθηκε στο Βούνεσι (σημερινό Μορφοβούνι) Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883.

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο κατατάχθηκε ως εθελοντής στο στρατό με το βαθμό του δεκανέα το 1903 και πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Συμμετείχε ενεργά στον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», που έκανε το Κίνημα στο Γουδί (1909) και έφερε στην εξουσία τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το 1912, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, ονομάσθηκε Ανθυπολοχαγός και με το βαθμό αυτό πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Ο Πλαστήρας διακρίθηκε σε πολλές μάχες, ιδιαίτερα στη Μάχη του Λαχανά, όπου οι συμπολεμιστές του έδωσαν το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) συντάχθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και προσχώρησε στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε ξεχωριστά χαρίσματα, ιδιαίτερα στη Μάχη του Σκρα και προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

Το 1919 ανέλαβε τη διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στην Ουκρανία, συμμετέχοντας στη συμμαχική εκστρατεία υποστήριξης του ρωσικού «Λευκού Στρατού», ο οποίος εμάχετο τους μπολσεβίκους του Λένιν. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, ο Πλαστήρας επικεφαλής της ίδιας μονάδας και με το βαθμό του συνταγματάρχη εστάλη στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Η δράση του κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενίσχυσε τη φήμη του. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν Καρά-Πιπέρ (Μαυρόπιπερο), εξαιτίας του μελαψού του χρώματος και τη μονάδα του «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατό του Διαβόλου). Ο Πλαστήρας διακρίθηκε κατά την τουρκική αντεπίθεση στο Σαγγάριο, που προκάλεσε την κατάρρευση του Μετώπου. Οδήγησε τη μονάδα του συντεταγμένα στον Τσεσμέ και από εκεί στη Χίο, σώζοντας παράλληλα χιλιάδες πρόσφυγες που τον ακολουθούσαν.

Η Μικρασιατική Καταστροφή έφερε την εξέγερση του στρατού στη Χίο και στη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του 1922 και τη δημιουργία της «Επαναστατικής Επιτροπής» υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά. Η Επιτροπή με τελεσίγραφό της αξίωσε την παράδοση της εξουσίας, την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη. Με τη βοήθεια του λαού και του στρατού, ιδίως του Ναυτικού, οι εξεγερθέντες γρήγορα έγιναν κύριοι της κατάστασης, με τον Νικόλαο Πλαστήρα να έχει αρχηγικό ρόλο. Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του υιού του Γεωργίου Β', ενώ πρωθυπουργός ανέλαβε ο Σωτήριος Κροκιδάς.

O Στ. Γονατάς και o Ν. Πλαστήρας

Η Επαναστατική Επιτροπή είχε δύσκολο έργο να επιτελέσει. Έπρεπε να αναδιοργανώσει τον στρατό για να επιτύχει καλύτερους όρους ως ηττημένη χώρα στην επικείμενη διάσκεψη της Λοζάννης, να φροντίσει και να στεγάσει τους εκατοντάδες χιλιάδες μικρασιάτες πρόσφυγες, αλλά και να επουλώσει το τραυματισμένο λαϊκό αίσθημα, που ζητούσε την τιμωρία των υπαιτίων της Εθνικής Συμφοράς. Με μια αμφιλεγόμενη απόφασή του, προσήγαγε σε δίκη του πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους της ήττας («Δίκη των Έξι»), οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Γουδί.

Ο Πλαστήρας κάλεσε από την εξορία τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να ηγηθεί της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που οδήγησαν στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η Επαναστατική Επιτροπή αντιμετώπισε επιτυχώς το φιλοβασιλικό πραξικόπημα των υποστρατήγων Γαργαλίδη και Λεοναρδόπουλου (Οκτώβριος 1923), ενώ δεν κλονίσθηκε με το περιστατικό της Κέρκυρας, που προκάλεσε την ολιγοήμερη κατάληψη του νησιού από τους Ιταλούς.

Ο Πλαστήρας πίστευε ότι η θέση των στρατιωτικών είναι στους στρατώνες και μόνο δεινά θα προκαλούσε η άσκηση εξουσίας από αυτούς. Έτσι, οδήγησε τη χώρα στις κάλπες στις 16 Δεκεμβρίου 1923. Από τις εκλογές απείχε η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις», στην οποία είχαν συσπειρωθεί οι φιλοβασιλικοί και άλλοι αντιπολιτευόμενοι την Επαναστατική Επιτροπή. Η νέα Βουλή που προέκυψε ήταν Συντακτική και συνήλθε στις 2 Ιανουαρίου 1924, ανοίγοντας το δρόμο για τη Β' Ελληνική Δημοκρατία. Την ίδια μέρα, ο Πλαστήρας υπέβαλε την παραίτησή του από τις τάξεις του στρατεύματος, αφού πρώτα έκανε ένα απολογισμό των πεπραγμένων της Κυβερνητικής Επιτροπής. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα, με απόφαση της Βουλής προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου.

Από το 1924 έως το 1933 ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν μετείχε στα κοινά, ζώντας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Όταν στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933 η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» αναδείχθηκε νικήτρια, ο Πλαστήρας προσπάθησε να αποτρέψει την πολιτική μεταβολή μ' ένα πραξικόπημα που απέτυχε παταγωδώς, καθώς δεν είχε ούτε τη στήριξη του Ελευθερίου Βενιζέλου, καθώς η κυβέρνησή του παραιτήθηκε το ίδιο βράδυ.

Με το ενδεχόμενο να διωχθεί ποινικά για εσχάτη προδοσία, ο Πλαστήρας αναχώρησε κρυφά για τα Δωδεκάνησα και από εκεί για τη Βηρυτό και τη Γαλλία, όπου εγκαταστάθηκε στη Νίκαια. Τελικά, δεν διώχθηκε για το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου 1933, αλλά για το φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Αν και βρισκόταν μακριά από την Ελλάδα, καταδικάσθηκε σε θάνατο, μαζί με τον Βενιζέλο.

Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιδικτατορικής κίνησης, ενώ προσπάθησε μάταια να πείσει τη Γαλλία να αναλάβει ενεργό ρόλο στην κατάλυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έγραψε επιστολή προς την ελληνική κυβέρνηση, με την οποία την καλούσε να συνθηκολογήσει με την Ιταλία. Η επιστολή αυτή θα του κοστίσει πολιτικά τα επόμενα χρόνια.

Μετά την Απελευθέρωση και τα «Δεκεμβριανά» (1944), που προκάλεσαν την παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Πλαστήρας διορίζεται πρωθυπουργός στις 3 Ιανουαρίου 1945, ως πρόσωπο ευρείας αποδοχής. Στην κυβέρνησή του συμμετέχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις εκτός των κομμουνιστών. Επί της πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945), βάσει της οποίας οι κομμουνιστές και το ΕΑΜ θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η δημοσίευση στον Τύπο τής προ πενταετίας επιστολής του που ζητούσε συνθηκολόγηση με την Ιταλία κατά τη διάρκεια του ελλληνοϊταλικού πολέμου, προκάλεσε την παραίτησή του στις 10 Απριλίου 1945.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου παρέμεινε εκτός πολιτικής σκηνής. Κατήγγειλε τόσο την Αριστερά, όσο και τη Δεξιά, για τις μεθοδεύσεις τους που οδήγησαν στον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Πρώτος αυτός από τους αστούς πολιτικούς τόλμησε να χρησιμοποιήσει την έκφραση «Εμφύλιος Πόλεμος», αντί του καθιερωμένου τότε όρου «Συμμοριτοπόλεμος».

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου εμφανίσθηκε ως σημαιοφόρος της λήθης και της συμφιλίωσης. Στις 14 Ιανουαρίου 1950 ιδρύει την ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέντρου) μαζί με τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Στις εκλογές τις 5ης Μαρτίου 1950 κέρδισε το 16,4% των ψήφων και 45 έδρες, ελθούσα τρίτο κόμμα, μετά το Λαϊκό Κόμμα και το Φιλελεύθερο. Στις 15 Απριλίου σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία θα έχει ζωή μόλις πέντε μηνών. Πρόλαβε, όμως, να πάρει μέτρα, που στόχευαν στην άμβλυνση των συνεπειών του Εμφυλίου, περιορίζοντας τις διώξεις των Αριστερών.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 η ΕΠΕΚ ήλθε δεύτερη, μετά τον Συναγερμό του Παπάγου, με το 23,5% των ψήφων και 74 έδρες. Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ ΕΠΕΚ και Φιλελευθέρων, με πρωθυπουργό τον Πλαστήρα, που κράτησε ένα χρόνο. Παρά την πολιτική συνδιαλλαγής που ακολουθεί και παρά την αντίθεσή του κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, εκτελούνται οι Μπελογιάννης, Μπάτσης, Καλούμενος, Αργυριάδης, ενώ αρχίζει η Δίκη των Αεροπόρων. Το δεξιό παρακράτος ζει και βασιλεύει. Ο Πλαστήρας λαμβάνει μέτρα για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας με έργα υποδομής, εθνικοποιήσεις, κοινωνικές παροχές, διανομή γης στους ακτήμονες και ψήφο στις γυναίκες.

Στις 16 Νοεμβρίου 1952 προκηρύσσονται νέες εκλογές, στις οποίες κυριαρχεί ο νικητής του Εμφυλίου, στρατάρχης Παπάγος και το κόμμα του «Ελληνικός Συναγερμός». Η έκκληση του Πλαστήρα προς την Αριστερά για συστράτευση πέφτει στο κενό. «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας, ούλοι οι σκύλοι μια γενιά» είναι η απάντηση των κομμουνιστών. Η ΕΠΕΚ ηττάται κατά κράτος και στις 3 Μαΐου 1953 διασπάται. Ο Νικόλαος Πλαστήρας, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, δεν εξελέγη ούτε βουλευτής. Η πολιτική του καριέρα θα λάβει τέλος, όπως και η ζωή του λίγους μήνες αργότερα. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, εξαιτίας ενός νέου βαρύτατου καρδιακού εμφράγματος.

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

1952

Εβίτα Περόν
1919 – 1952

Εβίτα Περόν

Εβίτα Περόν

Η Εβίτα Περόν ήταν ηθοποιός από την Αργεντινή, δεύτερη σύζυγος του προέδρου της Αργεντινής, Χουάν Περόν, με καθοριστική συμβολή στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, αντικείμενο λατρείας από τους φτωχούς και απόκληρους της χώρας («ντεσκαμισάδος») και ποπ είδωλο στη Δύση.

Γεννήθηκε ως Μαρία Εύα Ντουάρτε στο Λος Τόλδος της Αργεντινής στις 7 Μαΐου του 1919. Ήταν ένα από τα εξώγαμα τέκνα του γαιοκτήμονα Χουάν Ντουάρτε και της Χουάνα Ιμπαργκούρεν. Και οι δύο γονείς της είχαν καταγωγή από τη Χώρα των Βάσκων.

Σε ηλικία 15 ετών, η νεαρή Εβίτα μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες, όπου προσπάθησε να κάνει καριέρα στον κόσμο του θεάματος, ως ηθοποιός του θεάτρου και του ραδιοφώνου. Το 1944 η τύχη τής χαμογέλασε, όταν γνωρίστηκε σε μία φιλανθρωπική εκδήλωση με τον χήρο συνταγματάρχη Χουάν Περόν, ηγετικό στέλεχος της στρατιωτικής χούντας, που κυβερνούσε την Αργεντινή από το 1943. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ειδύλλιο κι ένα χρόνο αργότερα το ζευγάρι πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας. Τον Φεβρουάριο του 1946 ο πενηντάχρονος Περόν εκλέχθηκε Πρόεδρος της Αργεντινής και η 27χρονη Εβίτα έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Η «αγιοποίηση» της Εβίτας Περόν

Από την πρώτη στιγμή δεν περιορίστηκε στον επίζηλο τίτλο της πρώτης κυρίας, αλλά αναμίχθηκε ενεργά στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Μολονότι δεν κατέλαβε ποτέ κυβερνητική θέση, ενεργούσε ως ντε φάκτο Υπουργός Υγείας και Εργασίας. Παρείχε γενναιόδωρες αυξήσεις ημερομισθίων στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία ανταπέδιδαν με την πολιτική τους στήριξη στον Χουάν Περόν, ενώ δημιούργησε ένα ίδρυμα, το οποίο στηριζόμενο σε συνεισφορές των συνδικάτων και των επιχειρήσεων, καθώς και σε μέρος των εσόδων των λαχείων, χρηματοδότησε την ανέγερση νοσοκομείων, σχολείων, ορφανοτροφείων, οίκων ευγηρίας και άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

Η Εβίτα με τον σύζυγός της, Χουάν Περόν

Στη δική της συμβολή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η νομοθετική κατοχύρωση τους δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Το 1949 ίδρυσε το Περονιστικό Φεμινιστικό Κόμμα, που ήταν ο γυναικείος βραχίονας του κόμματος του συζύγου της. Το 1951, μολονότι γνώριζε ότι πάσχει από καρκίνο, επιδίωξε και κατόρθωσε να πάρει το χρίσμα για την αντιπροεδρία της χώρας της Αργεντινής, αλλά ο στρατός την εξανάγκασε να παραιτηθεί από την υποψηφιότητά της.

Η Εβίτα Περόν πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1952, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Με τρεμάμενη φωνή, ο εκφωνητής του κρατικού ραδιοφώνου της Αργεντινής ανήγγειλε στους συμπατριώτες του το θλιβερό γεγονός: «Η κυρία Εύα Περόν, η πνευματική αρχηγός της χώρας, πέρασε στην αιωνιότητα».

Αγία ή χυδαία λαϊκίστρια;

Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας της στη δημόσια ζωή της Αργεντινής, η Εβίτα Περόν δίχασε τους συμπατριώτες της και τους διχάζει ακόμα και σήμερα. Οι μισοί την έχουν σχεδόν αγιοποιήσει ως προστάτιδα των «ντεσκαμισάδος», των φτωχών και των κατατρεγμένων, ενώ οι υπόλοιποι τη θεωρούν μία αδίστακτη, διεφθαρμένη και χυδαία λαϊκίστρια, που έριξε έξω τα ταμεία της χώρας.

Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή του λειψάνου της, που αντικατοπτρίζει τη σχέση αγάπης και μίσους των συμπατριωτών της προς το πρόσωπό της. Το 1955, οι εχθροί της έκλεψαν τη σορό της Εβίτας, μετά την ανατροπή του Περόν και τη φυγάδευσαν στην Ιταλία, όπου έμεινε κρυμμένη για 16 χρόνια. Το 1971 η στρατιωτική κυβέρνηση, υποχωρώντας στις αξιώσεις των Περονιστών, παρέδωσε το λείψανό της, στον για δεύτερη φορά χήρο Χουάν Περόν, ο οποίος ζούσε εξόριστος στη Μαδρίτη. Όταν ο Περόν επανήλθε στην εξουσία, η τρίτη σύζυγός του Ιζαμπέλ, αποβλέποντας στο να κερδίσει την εύνοια των λαϊκών μαζών, μετέφερε τη σορό της στην Αργεντινή και την έθαψε σε μία κρύπτη του Προεδρικού Μεγάρου, δίπλα στη σορό του Χουάν Περόν. Δύο χρόνια αργότερα, μία νέα χούντα, εχθρική προς τον Περονισμό, απομάκρυνε τα δύο λείψανα. Τελικά, τα οστά της Εβίτας τάφηκαν στον οικογενειακό τάφο των Ντουάρτε, στο κοιμητήριο της Ρεκολέτα στο Μπουένος Άιρες.

Η ιθύνουσα τάξη της Αργεντινής, ποτέ δεν αποδέχτηκε στους κόλπους της το νόθο κορίτσι ενός μικρομεσαίου τσιφλικά. Η Ευρώπη, όμως, θαμπώθηκε με την ομορφιά, τα λαμπερά χρυσαφικά και τις πανάκριβες γούνες της. Από την επομένη του θανάτου της, η Εβίτα πέρασε στη σφαίρα του μύθου. Φρόντισε γι' αυτό και η αγγλοσαξωνική πολιτιστιστική βιομηχανία, που την έκανε ποπ είδωλο, μέσα από το μιούζικαλ του Άντριου Λόϊντ Γουέμπερ «Εβίτα» (1978) και την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Άλαν Πάρκερ το 1996, με πρωταγωνίστρια τη Μαντόνα. Το πασίγνωστο τραγούδι από το μιούζικαλ του Γουέμπερ «Don’t Cry for Me Argentina», που έγινε παγκόσμια επιτυχία, βασίστηκε στο επίγραμμα που υπάρχει στον τάφο της: «Μην κλαις για μένα Αργεντινή. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω».

Madonna - Don’t cry for Me Argentina

πηγη: www.sansimera.gr

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου