Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 21 Φεβ 2018
Σαν Σήμερα... Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018Σαν Σήμερα... Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018Σαν Σήμερα... Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018Σαν Σήμερα... Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

 

 
Ανατολή Ήλιου: 07:05 – Δύση Ήλιου: 18:11

 

Σαν Σήμερα...

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Οι Μαρξ και Ένγκελς δημοσιεύουν το Κομουνιστικό Μανιφέστο, τη Βίβλο του Κομουνισμού.
Έπειτα από διαπραγματεύσεις αντιπροσώπων του Εσάτ Πασά και του Ελληνικού Στρατηγείου Ηπείρου, υπογράφεται συμφωνία, με την οποία παραδίδονται άνευ όρων στον Ελληνικό Στρατό 1.000 τούρκοι αξιωματικοί, 32.000 άνδρες και 108 πυροβόλα. Έτσι, ο Ελληνικός Στρατός, με επικεφαλής τον Αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο, εισέρχεται απελευθερωτής στην πόλη των Ιωαννίνων.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Ο αγώνας για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε η σημαντικότερη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο μέτωπο της Ηπείρου, κατά τη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912- 18 Μαΐου 1913). Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29 Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στον διάδοχο Κωνσταντίνο, που ηγείτο των ελληνικών όπλων.

Με το ξέσπασμα του Α' Βαλκανικού Πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα, που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή της Άρτας υπό τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη (1846-1931), κράτησαν αρχικά αμυντική στάση, με στόχο να εξασφαλίσουν τη μεθόριο. Οι ελληνικές δυνάμεις στο μέγεθος μεραρχίας υπολείπονταν των οθωμανικών δυνάμεων, που διέθεταν για την υπεράσπιση της περιοχής δύο μεραρχίες υπό την διοίκηση του Εσάτ Πασά (1862-1952), ενός Οθωμανού στρατηγού που είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, θα ελευθερώνονταν στρατεύματα για την ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας στην Ήπειρο.

Αλλά από τις 6 Οκτωβρίου κιόλας άρχισαν οι αψιμαχίες. Γρήγορα, ο ελληνικός στρατός ανέλαβε επιθετικές πρωτοβουλίες και τις επόμενες ημέρες κατέλαβε τη Φιλιππιάδα (12 Οκτωβρίου) και την Πρέβεζα (21 Οκτωβρίου). Στη συνέχεια κινήθηκε προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο κύριος όγκος των τουρκικών δυνάμεων, που εν τω μεταξύ είχε ενισχυθεί με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά και των δυσμενών καιρικών συνθηκών, η προέλαση του ελληνικού στρατού ανακόπηκε.

Η κατάληψη των Ιωαννίνων φάνταζε δύσκολή υπόθεση, καθότι ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εκπορθήσει τα οχυρά του Μπιζανίου. Ο ορεινός όγκος του Μπιζανίου, που δεσπόζει νότια των Ιωαννίνων, αποτελούσε εξαιρετικά ισχυρή αμυντική τοποθεσία, που επιπλέον είχε ενισχυθεί πρόσφατα με πέντε μόνιμα πυροβολεία, κατασκευασμένα υπό την επίβλεψη γερμανών ειδικών.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου επιζητούσε τη γρήγορη απελευθέρωση της Ηπείρου, πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, που βρισκόταν σε εξέλιξη. Έτσι, ο στρατός της Ηπείρου ενισχύθηκε με μία ακόμη μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και υπό την ηγεσία του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη ανέλαβε την πρώτη σημαντική επιθετική ενέργεια κατά των οχυρών του Μπιζανίου στις 29 Νοεμβρίου 1912, η οποία απέτυχε προς μεγάλη ανησυχία της ελληνικής κυβέρνησης.

Στις 8 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε η αποστολή δύο ακόμη μεραρχιών στην περιοχή, ενώ την επομένη ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τηλεγράφημά του προς την πολιτική ηγεσία έθετε θέμα αντικατάστασης του αντιστράτηγου Σαπουντζάκη, τον οποίον χαρακτήριζε «αδέξιον». Το ίδιο βράδυ, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να αναθέσει την ηγεσία του Στρατού της Ηπείρου στον Κωνσταντίνο, ο οποίος παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του δέχτηκε. Στις 3 Ιανουαρίου 1913 η σχετική διαταγή έφθασε στο Στρατηγείο Ηπείρου, η οποία περιλάμβανε και τη ρητή απαγόρευση προς τον στρατό της Ηπείρου να ενεργήσει οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια πριν από την άφιξη του Κωνσταντίνου.

Ένα απρόοπτο γεγονός άλλαξε τη φορά των πραγμάτων. Ένα αυτοκίνητο με δύο άνδρες αυτομόλησε προς τις τουρκικές γραμμές. Ο Σαπουντζάκης, που ήθελε να αποκαταστήσει το στρατιωτικό του γόητρο, εξέφρασε τους φόβους του προς το Υπουργείο Στρατιωτικών ότι οι επιβάτες του αυτοκινήτου θα πρόδιδαν στους Τούρκους τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και διατύπωσε τη γνώμη ότι μία αιφνιδιαστική επίθεση πριν από την άφιξη του διαδόχου θα απέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα. Το αίτημά του έγινε δεκτό από το επιτελείο και η νέα επίθεση κατά των οχυρών του Μπιζανίου ξεκίνησε το πρωί της 7ης Ιανουαρίου 1913. Οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να αποκρούσουν και αυτή την επίθεση, προκαλώντας απώλειες στους Έλληνες επιτιθέμενους.

Το απόγευμα της 10ης Ιανουαρίου 1913 έφθασε στο μέτωπο ο Κωνσταντίνος, ο οποίος μετά την ενημέρωσή του από τον αντιστράτηγο Σαπουντζάκη, έδωσε εντολή την επόμενη ημέρα για κατάπαυση του πυρός. Ο νέος αρχηγός βρήκε αποδεκατισμένο τον στρατό, όχι τόσο από τις απώλειες στη μάχη, όσο από τα επακόλουθα του σκληρού χειμώνα (ψύξεις, κρυοπαγήματα) και της υπερκόπωσης των ανδρών. Οι μάχιμοι από 40.000 είχαν περιοριστεί στις 28.000 άνδρες, δύναμη μικρή για τον Κωνσταντίνο, προκειμένου να επιχειρήσει την τρίτη επίθεση για την κατάληψη του Μπιζανίου, που θα σήμαινε και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Στις 30 Ιανουαρίου ο Κωνσταντίνος ζήτησε ενισχύσεις, αλλά ο Βενιζέλος που επισκέφθηκε το μέτωπο απέρριψε το αίτημα του, καθώς δεν μπορούσαν να διατεθούν μονάδες από τη Μακεδονία. Το σχέδιο που εκπόνησε ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του για την εκπόρθηση του Μπιζανίου προέβλεπε την εκδήλωση της κύριας επίθεσης στις 20 Φεβρουαρίου 1913. Νωρίτερα, στις 17 Ιανουαρίου, με επιστολή του προς τον Εσάτ Πασά τού είχε ζητήσει την παράδοση των Ιωαννίνων για λόγους ανθρωπιστικούς, μιας και η Τουρκία είχε ουσιαστικά χάσει τον πόλεμο. Η απάντηση του Τούρκου διοικητή ήταν αρνητική.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1913, την παραμονή της γενικής επίθεσης, ο Κωνσταντίνος με κάποιες ενισχύσεις της τελευταίας στιγμής, διέθετε 41.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και 105 κανόνια, τα οποία άρχισαν να βάλουν με επιτυχία κατά των τουρκικών θέσεων στο Μπιζάνι. Ο Εσάτ Πασάς παρέταξε 35.000 στρατιώτες, άγνωστο αριθμό ατάκτων και 162 κανόνια. Η γενική ελληνική επίθεση εκδηλώθηκε τις πρωινές ώρες της 20ης Φεβρουαρίου και μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας τα ελληνικά στρατεύματα με εφ’ όπλου λόγχη και μάχες εκ του συστάδην είχαν φθάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη. Καθοριστική συμβολή στην εξέλιξη αυτή είχε το 9ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, που υπερκέρασε τις τουρκικές δυνάμεις και βρέθηκε στα μετόπισθεν του εχθρού. Οι εύζωνες φρόντισαν να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της, που παρέμενε αποκομμένος, αλλά άθικτος στο Μπιζάνι.

Η παράδοση ήταν πλέον μονόδρομος για τον Εσάτ Πασά. Στις 11 το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός Ρεούφ και ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.

Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι, συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις μονάδες. Στη διήμερη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός είχε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι.

Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Γεώργιος Σουρής δημοσίευσε στο Ρωμηό το ακόλουθο ποίημα:

Τα πήραμε τα Γιάννινα
μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε,
όπου γελούν και κλαίνε.

Το λεν πουλιά των Γρεβενών
κι αηδόνια του Μετσόβου,
που τα έκαψεν η παγωνιά
κι ανατριχίλα φόβου.

Το λένε χτύποι και βροντές,
το λένε κι οι καμπάνες,
το λένε και χαρούμενες
οι μαυροφόρες μάνες.

Το λένε και Γιαννιώτισσες
που ζούσαν χρόνια βόγγου,
το λένε κι Σουλιώτισσες
στις ράχες του Ζαλόγγου.

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά και τη λήξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5 Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παραιτείται από πρωθυπουργός, κατόπιν διαφωνίας του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, σηματοδοτώντας την αρχή του εθνικού διχασμού.
Αρχίζει η Μάχη της Βερντέν στη Γαλλία, στην οποία θα χάσουν τη ζωή τους 250.000 άνθρωποι.
Ο άγγλος εικαστικός Τζέραλντ Χόρτομ σχεδιάζει το γνωστό σήμα της ειρήνης με το διχαλωτό σχήμα.

Το σύμβολο της ειρήνης

Το διχαλωτό αυτό σχήμα είναι το νεώτερο σύμβολο της ειρήνης που αναδύθηκε από το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του '60. Τα άλλα δύο πιο γνωστά είναι ο κλάδος ελαίας των Αρχαίων Ελλήνων και το ιουδαϊκο-χριστιανικό περιστέρι.

Σχεδιάστηκε από τον βρετανό εικαστικό καλλιτέχνη Τζέραλντ Χόρτομ για την οργάνωση «Επιτροπή Δράσης κατά του Πυρηνικού Πολέμου». Παρουσιάστηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1958, ενόψει μιας εκδήλωσης διαμαρτυρίας κατά των πυρηνικών όπλων στο Λονδίνο. Ο Χόλτομ ήταν ένας αντιρρησίας συνείδησης, που αρνήθηκε τη στράτευση στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και δούλεψε σε μια φάρμα στο Νόρφολκ.

Το σύμβολο είναι ο συνδυασμός των λατινικών γραμμάτων Ν και D στην οπτική μετάδοση σημάτων που χρησιμοποιείται από το Ναυτικό και παραπέμπει στις αγγλικές λέξεις Nuclear Disarmarment (Πυρηνικός Αφοπλισμός). Όσο απλό ήταν στη σχεδίασή του, τόσο δύσκολο αποδείχθηκε στη σύλληψή του. «Ήμουν σε βαθιά απόγνωση. Σκιτσάριζα τον εαυτό μου, όπως ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε αμηχανία, με τα χέρια τεντωμένα πότε πάνω και πότε κάτω, με τον τρόπο που ο χωρικός αντιμετωπίζει το εκτελεστικό απόσπασμα στον γνωστό πίνακα του Γκόγια. Τελικά, το σκιτσάρισα με μια γραμμή και έβαλα ένα κύκλο γύρω του» είπε ο Χόρτομ σε μια συνέντευξή του.

Το σύμβολο αυτό έγινε το επίσημο σήμα της οργάνωσης «Καμπάνια για τον πυρηνικό αφοπλισμό» (CND), της οποίας επικεφαλής ήταν ο νομπελίστας Μπέρτραντ Ράσελ. Έγινε διεθνές σύμβολο, όταν υιοθετήθηκε από το παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του '60 και από τα νεανικά κινήματα αμφισβήτησης την ίδια περίοδο. Υπάρχουν ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί ότι το σύμβολο συνδέεται με αντιχριστιανικές πρακτικές. Ακροδεξιές οργανώσεις, κυρίως στις ΗΠΑ, το έχουν χαρακτηρίσει σατανιστικό ή ακόμα και κομμουνιστικό.

Στην Ελλάδα υιοθετήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '60 από τον «Σύνδεσμος Νέων για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό 'Μπέρτραντ Ράσελ'» και στη συνέχεια από τη Νεολαία Λαμπράκη. Αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως κομμουνιστικό σύμβολο και προκάλεσε ουκ ολίγες φορές το ενδιαφέρον και την επέμβαση των αστυνομικών αρχών. Πασίγνωστη είναι η φωτογραφία με τον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη να κρατά ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης και τη λέξη ΕΛΛΑΣ κατά τη διάρκεια της μαραθώνιας ειρήνης (21 Απριλίου 1963), που απαγορεύθηκε από την Αστυνομία και οδήγησε στη σύλληψή του.

Η Κατάληψη της Νομικής

Από την ταράτσα της Νομικής φοιτητές ζητούν δημοκρατικές ελευθερίες

Από την ταράτσα της Νομικής φοιτητές ζητούν δημοκρατικές ελευθερίες

Οι πρώτες άξιες λόγου φοιτητικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εμφανίσθηκαν στις αρχές του 1972, με τη συγκρότηση των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα (ΦΕΑ), που αμφισβητούσαν ανοιχτά τα διορισμένα από τη χούντα διοικητικά συμβούλια των φοιτητικών συλλόγων. Στα πανεπιστήμια δραστηριοποιούνταν οργανώσεις κατά κύριο λόγο από την Αριστερά («Ρήγας Φεραίος», «Αντι-ΕΦΕΕ», «ΑΑΣΠΕ» κ.α).

Το Νοέμβριο του 1972 η δικτατορία, θέλοντας να θολώσει τα νερά, προκήρυξε εκλογές στους φοιτητικούς συλλόγους, τις οποίες κέρδισαν οι προσκείμενοι σε αυτή φοιτητές. Τα πολλά περιστατικά νοθείας που αναφέρθηκαν, συνετέλεσαν στη δημιουργία ένας μαχητικού και ριζοσπαστικοποιημένου φοιτητικού κινήματος.

Από την αρχή του 1973 οι φοιτητές βρίσκονταν σε αναβρασμό. Στις 5 Φεβρουαρίου οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφασίζουν γενική αποχή από τα μαθήματα. Η Χούντα απαντά στις 13 Φεβρουαρίου με τη δημοσίευση του νομοθετικού διατάγματος 1347, με το οποίο δινόταν η δυνατότητα στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας να ανακαλεί τις αναβολές στράτευσης των φοιτητών που απείχαν από τα μαθήματά τους. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε τη θρυαλλίδα της επελθούσας φοιτητικής έκρηξης.

Την ίδια ημέρα και την επομένη γίνεται συγκέντρωση και διαδήλωση μέσα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η Αστυνομία παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, εισβάλλει στο Ίδρυμα και συλλαμβάνει 11 φοιτητές που τους παραπέμπει σε δίκη. Σχεδόν αμέσως και παρά τις αντιδράσεις, 88 φοιτητές έλαβαν φύλλο πορείας για να παρουσιαστούν στο στρατό.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1973, 4.000 φοιτητές καταλαμβάνουν το κτίριο της Νομικής Αθηνών στην οδό Σόλωνος. Στο Συντονιστικό της κατάληψης μετείχαν γνωστές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής σήμερα (Στέφανος Τζουμάκας, Νίκος Μπίστης, Όλγα Τρέμη). Από την ταράτσα του κτιρίου καλούν το λαό της Αθήνας να συμπαρασταθεί στον αγώνα τους για δημοκρατικές ελευθερίες και απαγγέλλουν τον όρκο: «Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στ' όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β) του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων».

Οι πρυτανικές αρχές ανέχονται σιωπηρά την κατάληψη, χωρίς να ζητήσουν την επέμβαση της αστυνομίας. Πολιτικοί, πνευματικοί άνθρωποι, ακόμη και στρατηγοί εν αποστρατεία σπεύδουν να υπερασπιστούν τους φοιτητές.

Το βράδυ της επόμενης ημέρας (22 Φεβρουαρίου) άρχισε η αποχώρηση των καταληψιών, με την κάλυψη χιλιάδων διαδηλωτών, που κατέκλυσαν τους δρόμους γύρω από τη Νομική. Ωστόσο, υπήρξαν συγκρούσεις με την αστυνομία και παρακρατικούς, με αποτέλεσμα τραυματισμούς και συλλήψεις διαδηλωτών.

Η λαϊκή κινητοποίηση εμψύχωσε τους φοιτητές, που προχώρησαν και σε δεύτερη κατάληψη της Νομικής (20 Μαρτίου 1973). Αυτή τη φορά, οι πρυτανικές αρχές ζήτησαν την επέμβαση της αστυνομίας και η κατάληψη τελείωσε με δεκάδες τραυματίες και συλλήψεις φοιτητών και διαδηλωτών. Όμως, ο δρόμος για το Πολυτεχνείο (17 Νοεμβρίου 1973) είχε ανοίξει.

Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» δολοφονεί στην οδό Τσακάλωφ στο Κολωνάκι τον εκδότη της εφημερίδας «Απογευματινή» Νίκο Μομφεράτο και τον οδηγό του Παναγιώτη Ρουσέτη.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Τζον Μέρσερ, βρετανός χημικός και βιομήχανος. Ανακάλυψε τη μέθοδο επεξεργασίας βαμβακερών υφασμάτων, που φέρουν το όνομά του (μερσεριζέ υφάσματα). (Θαν. 30/11/1866)
Αντρές Σεγκόβια, ισπανός κλασσικός κιθαρίστας. (Θαν. 3/6/1987)
Ιμπέρ Ντε Ζιβανσί, γάλλος σχεδιαστής μόδας.

Θάνατοι

 


μ.Χ.

Στάικος Σταϊκόπουλος
1798 – 1835

Αρκάς αγωνιστής του '21, που έδρασε στην Πελοπόννησο.

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος γεννήθηκε το 1798 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας και σε νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με το εμπόριο δερμάτων στην Ύδρα.

Τον Απρίλιο του 1821 συγκρότησε με δαπάνες του στρατιωτικό σώμα από Αργείτες και τέθηκε στη διάθεση των επαναστατικών δυνάμεων της Πελοποννήσου. Τον ίδιο μήνα συμμετείχε στην αποτυχημένη πολιορκία του Ναυπλίου και στη συνέχεια με τους άνδρες του κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκόψει τη γραμμή ανεφοδιασμού του Ναυπλίου από την Τριπολιτσά.

Από τον Αύγουστο του 1822 συμμετείχε στην εκ νέου πολιορκία του Ναυπλίου, με το βαθμό του χιλίαρχου και ανέλαβε επικεφαλής των επιχειρήσεων για την κατάληψη του φρουρίου του Παλαμηδίου. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ης Νοεμβρίου, με μία καταδρομική επιχείρηση, αυτός και οι άνδρες του κατόρθωσαν να το εκπορθήσουν, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την απελευθέρωση του Ναυπλίου την ίδια ημέρα. Για το κατόρθωμά του αυτό προήχθη σε στρατηγό, με το ακόλουθο ψήφισμα του Βουλευτικού:

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Ο Πρόεδρος του Βουλευτικού

    Προς τον εκλαμπρότατον Πρόεδρον του Εκτελεστικού

    Ανεγνώσθη το προχθεσινόν Βούλευμα του Εκτελεστικού υπ’ αριθμ.2296 και υπό σημερινήν ημερομηνίαν περί προβιβασμού εις τον βαθμόν της στρατηγίας του χιλιάρχου Σταίκου Σταϊκοπούλου.
    Εγκρίνει τον άνδρα αξιώτατον τοιούτου βαθμού περί τε των άλλων εκδουλεύσεων του προς την Πατρίδα και τροπαίων κατά του εχθρού και της εξ εφόδου εκπορθήσεως του δυσπορθήτου Παλαμηδίου.

Εν Ερμιόνη τη 3 Δεκεμβρίου 1822

Β. Ν. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ
Αντιπρόεδρος

ΙΩ. ΚΩΛΕΤΤΗΣ
πρώτος Γραμματεύς

Τον επόμενο χρόνο (1823), ο Στάικος Σταϊκόπουλος αγωνίστηκε με τους άνδρες του στην πολιορκία του Ακροκορίνθου, ενώ στις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν τασσόταν πάντα στο πλευρό των Κολοκοτρωναίων. Εξ αυτού του λόγου συνελήφθη από τους κυβερνητικούς μετά από σύντομη μάχη στον Άγιο Σώστη Αρκαδίας (13 Νοεμβρίου 1824) και φυλακίστηκε.

Με την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο απελευθερώθηκε κι έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις εναντίον των αιγυπτιακών στρατευμάτων, όπως στην αποτυχημένη πολιορκία της Τριπολιτσάς (27 Δεκεμβρίου 1825), στην αψιμαχία κοντά στο Γεράκι (Σεπτέμβριος 1825) και τη Μάχη του Μεχμέταγα (18 Ιουλίου 1826).

Μετά την απελευθέρωση υπήρξε από τους πρώτους αξιωματικούς του τακτικού στρατού, που οργάνωσε η Αντιβασιλεία. Κατείχε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη της Φάλαγγας, όταν πέθανε στις 21 Φεβρουαρίου του 1835 στο Ναύπλιο, σε ηλικία 37 ετών.

Ιάκωβος Παξιμάδης
1788 – 1884

Τήνιος αγωνιστής του ‘21 και πολιτικός. Διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής από τις 25 Σεπτεμβρίου έως τις 21 Δεκεμβρίου 1867.

Ο Ιάκωβος Παξιμάδης γεννήθηκε στην Τήνο το 1788 (ή το 1789) από εύπορη οικογένεια. Η μητέρα του Φλώρα Μαυρογένους ήταν αδελφή του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας. Τη βασική του εκπαίδευση ολοκλήρωσε στο γνωστό την εποχή εκείνη σχολείο των Ιησουϊτών.

Αρχικά ασχολήθηκε με τις εμπορικές επιχειρήσεις της οικογένειάς του, στην Τεργέστη και στην Αλεξάνδρεια. Σύντομα, όμως, επέστρεψε στην Τήνο, έχοντας αποκτήσει ικανή περιουσία, και ασχολήθηκε με τα τοπικά θέματα. Ύστερα από ένα ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, αφοσιώθηκε στον εθνικό σκοπό.

Με την έναρξη της Επανάστασης συγκρότησε σώμα Τηνίων πολεμιστών, που χρηματοδοτούσε ο ίδιος. Οι αγωνιστές αυτοί πολέμησαν σε διάφορες μάχες στην Πελοπόννησο και διακρίθηκαν για τη γενναιότητά τους. Χαρακτηριστικό του ήθους του ήταν το γεγονός ότι προστάτευσε Οθωμανούς αιχμαλώτους από τη μήνη των συμπατριωτών του.

Συνεργάστηκε με πολλούς οπλαρχηγούς, καθώς και με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Σε όλες τις εθνικές συνελεύσεις της επαναστατικής περιόδου αντιπροσώπευε την Τήνο.

Επί της βασιλείας του Όθωνα διορίστηκε πρόεδρος του Εμποροδικείου Πάτρας. Κατά την Α' εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (1843) ήταν και πάλι εκλεγμένος πληρεξούσιος Τήνου. Όταν, με το Σύνταγμα του 1844, συστήθηκε η Γερουσία, διορίστηκε γερουσιαστής.

Στη συνέχεια, την περίοδο της ισχύος του νέου Συντάγματος του 1864, εκλέχθηκε κατ’ επανάληψη βουλευτής και εκπροσώπησε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην εθνική αντιπροσωπεία σχεδόν αδιαλείπτως τη δεκαετία 1865-1875.

Στη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1867 εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής, αξίωμα το οποίο διατήρησε έως τις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Το 1875, σε ηλικία 86 ετών, αποχώρησε από την ενεργό πολιτική.

Ο Ιάκωβος Παξιμάδης πέθανε πλήρης ημερών στις 21 Φεβρουαρίου 1884 στην Αθήνα.

Νικολάι Γκόγκολ, ρώσος συγγραφέας. («Ο Επιθεωρητής», «Νεκρές Ψυχές», «Το ημερολόγιο ενός τρελού», «Τάρας Μπούλμπα») (Γεν. 20/3/1809)
Μάλκολμ Χ, (Μάλκολμ Λιτλ το πραγματικό όνομά του, Ελ Χάτζι Μαλίκ Ελ Σαμπάζ το μουσουλμανικό του), αμερικανός μουσουλμάνος ηγέτης και υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δολοφονήθηκε στις ΗΠΑ. (Γεν. 19/5/1925)
Σάκης Μπουλάς, έλληνας τραγουδιστής και ηθοποιός. (Γεν. 11/3/1954)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2020 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου