Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 26 Δεκ 2017
Σαν Σήμερα...Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα...Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα...Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

 

 
Ανατολή Ήλιου: 07:38 – Δύση Ήλιου: 17:13

 

Σαν Σήμερα...

Γεγονότα


μ.Χ.
Κάνει πρεμιέρα η τραγωδία του Γουίλιαμ Σέξπιρ «Βασιλιάς Λιρ».
Διεξάγεται ο πρώτος καταγεγραμμένος αγώνας στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Η Hallam FC αντιμετωπίζει τη Sheffield FC στο Σέφινλντ. Και οι δύο ομάδες αγωνίζονται σήμερα στις ερασιτεχνικές κατηγορίες της Αγγλίας.
Ο ευρισκόμενος στην Αθήνα βρετανός πρωθυπουργός, Γουίνστον Τσόρτσιλ, συμμετέχει σε σύσκεψη με τον έλληνα πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τους εκπροσώπους του ΕΑΜ στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η σύσκεψη ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια ημέρα, ένας βρετανός στρατιώτης ανακαλύπτει μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας σε υπόνομο κοντά στη «Μεγάλη Βρετανία», με την οποία το ΕΑΜ σκόπευε να ανατινάξει το ιστορικό ξενοδοχείο, όπου είχε καταλύσει η αγγλική αντιπροσωπεία.
Τρομοκρατική επίθεση δύο ανδρών του Λαϊκού Μετώπου Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης, με στόχο ισραηλινό αεροπλάνο στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Οι δράστες, ο 19χρονος φοιτητής Μαχέμπ Σλεϊμάν και ο 25χρονος δάσκαλος Μαχμούντ Μοχάμεντ, συλλαμβάνονται από την αστυνομία, αφού πρώτα εκσφενδονίζουν τις χειροβομβίδες τους προς το Μπόινγκ 707 της El-Al που ετοιμάζεται να αναχωρήσει για Παρίσι και Νέα Υόρκη. Από τις ριπές των αυτομάτων τους σκοτώνεται ο ισραηλινός μηχανικός Λεόν Σιρντάν και τραυματίζεται μία αεροσυνοδός.
Στην τελευταία του συνεδρίαση, το Ανώτατο Σοβιέτ (σοβιετικό κοινοβούλιο) υιοθετεί ψήφισμα, που ορίζει το τέλος της ΕΣΣΔ.
Η Τουρκία απορρίπτει την πρόταση του κύπριου προέδρου Γλαύκου Κληρίδη για αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου, με αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και διάλυση των ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών δυνάμεων.

 

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Τσαρλς Μπάμπατζ, βρετανός μαθηματικός και μηχανικός, ο οποίος ανακάλυψε μία από τις πρώιμες αυτόματες αριθμομηχανές, που σήμερα θεωρείται ο πρόδρομος των ηλεκτρονικών υπολογιστών. (Θαν. 18/10/1871)

Μάο Τσε Τουνγκ
1893 – 1976

Κινέζος κομμουνιστής ηγέτης, με μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα («Μαοϊσμός») στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπήρξε ο ιδρυτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Kίνας το 1949 και ηγετική προσωπικότητα της χώρας μέχρι το θάνατό του το 1976.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ (Mao Zedong) γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1893, στο χωριό Σάο Σαν της επαρχίας Χουνάν. Ο πατέρας του, ένας φτωχός αγρότης, κατάφερε σιγά σιγά να πλουτίσει ως κτηματίας και έμπορος δημητριακών.

Το 1911 κατατάχθηκε σε μία μονάδα του επαναστατικού στρατού εναντίον της δυναστείας των Μαντσού, που οδήγησε στην πτώση της Αυτοκρατορικής Κίνας και την εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος. Ως φοιτητής του Πανεπιστημίου του Πεκίνου συμμετείχε στο λαϊκό ξεσηκωμό της 4ης Μαΐου 1919, που αμφισβήτησε τους ειδεχθείς όρους που επιβλήθηκαν στην Κίνα μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Μαζί με τους λοιπούς πρωτεργάτες του κινήματος, γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη στον δυτικό φιλελευθερισμό και ανακαλύπτει τον Μαρξ.

Το 1920 έγινε διευθυντής ενός δημοτικού σχολείου στη γενέτειρά του και νυμφεύθηκε τη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, Γιανγκ Καϊχούι, η οποία δέκα χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από τους εθνικιστές του Κουόμιντανγκ. Η πρώτη του σύζυγος, Λούο Γιζιού, πέθανε σε ηλικία μόλις 21 ετών το 1910.

Το 1921 είναι ένα από τα πρώτα μέλη του νεοϊδρυθέντος Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Μάο πλησιάζει τους αγρότες και γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι μπορούν να εξεγερθούν «σαν λαίλαπα ή σαν θύελλα». Προσαρμόζει τις αρχές του μαρξισμού στις συνθήκες ζωής των αγροτών και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘30 δημιουργεί ένα αγροτικό σοβιέτ στην επαρχία Κιανγκσί της νοτιοανατολικής Κίνας.

Στο μεταξύ, οι Εθνικιστές του Τσανγκ Κάι Σεκ κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Στις 10 Οκτωβρίου 1928 εγκαθιδρύουν επίσημα μία αναδιοργανωμένη Εθνική Κυβέρνησης της Δημοκρατίας. Οι κομμουνιστές διώκονται και ο Ερυθρός Στρατός ξεκινά την περιώνυμη «Μεγάλη Πορεία» (1934-1936) προς τη Βορειοδυτική Κίνα. Την ίδια περίοδο εκλέγεται γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το 1930 νυμφεύεται για τρίτη φορά, με τη συναγωνίστριά του Χο Τζουτσέν, επίλεκτο μέλος του Ερυθρού Στρατού. Το 1937, όταν αυτή τραυματίζεται και μεταβαίνει στη Μόσχα για θεραπεία, βρίσκει την ευκαιρία να νυμφευθεί την τέταρτη σύζυγό του, τη διάσημη ηθοποιό Τσιάνγκ Τσινγκ.

Από το 1939 έως το 1945, ο Μάο συμμετέχει στην κοινή προσπάθεια κομμουνιστών και εθνικιστών για την αποτίναξη της ιαπωνικής κατοχής. Μετά τη βραχύχρονη ανάπαυλα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυο μεγάλοι αντίπαλοι εντείνουν τον αγώνα τους για την κατάληψη της εξουσίας. Αυτή τη φορά νικητές θα είναι οι κομμουνιστές του Μάο, στους οποίους έχουν προσχωρήσει εκατομμύρια νέα μέλη από τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, κυρίως του αγροτικού. Την 1η Οκτωβρίου 1949, με το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Κίνας στα χέρια του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ο Μάο κηρύσσει στο Πεκίνο την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με πρωτεύουσα το Πεκίνο.

Ο «Κόκκινος Δράκος» της Ασίας είναι έτοιμος για τη «δημοκρατική δικτατορία του λαού». Το 1958 ο Μάο θέτει σε εφαρμογή το φιλόδοξο οικονομικό του πρόγραμμα, που το ονομάζει «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός» και το 1966 κηρύσσει την Πολιτιστική Επανάσταση, μία εκστρατεία ιδεολογικών εκκαθαρίσεων που θα διαρκέσει περίπου δέκα χρόνια. Η Κίνα αλλάζει οριστικά πρόσωπο. Την περίοδο αυτή, στο περίφημο «Κόκκινο Βιβλίο», που αποτέλεσε το Ευαγγέλιο της κινέζικης νεολαίας, συνοψίζει τις ιδεολογικές θέσεις του, επηρεάζοντας βαθιά τη μαρξιστική σκέψη της εποχής, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη.

Τη δεκαετία του ‘70 η εξουσία του επισκιάζεται από την εύθραυστη υγεία του, αλλά και την αυξανόμενη επιρροή της «Κλίκας των Τεσσάρων» με επικεφαλής την τρίτη σύζυγό του, διάσημη ηθοποιό του κινηματογράφου, Τσιάνγκ Τσινγκ. Απογοητευμένος από τις σχέσεις του με τη Σοβιετική Ένωση, την οποία κατηγορούσε για «ρεβιζιονισμό», πραγματοποιεί το παρθενικό άνοιγμά του προς την καπιταλιστική Δύση, με την υποδοχή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ρίτσαρντ Νίξον, στο Πεκίνο, τον Φεβρουάριο του 1972.

Ο «Μεγάλος Τιμονιέρης», όπως ονόμαζαν οι συμπατριώτες του τον Μάο Τσε Τουνγκ, πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1976 στο Πεκίνο, σε ηλικία 82 ετών. Από τους τέσσερις γάμους του απέκτησε 10 παιδιά.

Γεώργιος Ράλλης
1918 – 2006

Πολιτικός, που διετέλεσε πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Ήταν απόγονος πολιτικής οικογένειας με σημαντική παρουσία στη νεοελληνική πολιτική ιστορία. Ο πατέρας του, Ιωάννης Ράλλης, διετέλεσε πρωθυπουργός το 1943, όπως και ο παππούς του, Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος υπήρξε συνολικά 6 φορές πρωθυπουργός της χώρας, με πρώτη θητεία το 1893. Η μητέρα του, Ζαΐρα, ήταν κόρη του Γεωργίου Θεοτόκη και αδελφή του Ιωάννη Θεοτόκη, που υπήρξαν επίσης πρωθυπουργοί της χώρας στα 1903 και 1950 αντίστοιχα.

Ο Γεώργιος Ράλλης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Δεκεμβρίου 1918. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες (1939), στρατεύθηκε και υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίλαρχος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όπου διακρίθηκε και παρασημοφορήθηκε. Μετά την ανακωχή, γράφτηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και ασχολήθηκε με τη δικηγορία έως τον Οκτώβριο του 1944 όταν στρατεύθηκε εκ νέου. Πολέμησε με τα τεθωρακισμένα στη Στερεά και την Ήπειρο κατά τις επιχειρήσεις εναντίον των κομμουνιστών και απολύθηκε οριστικά το Δεκέμβριο του 1948.

Στην πολιτική, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1950, οπότε εκλέχθηκε βουλευτής Αθηνών με το Λαϊκό Κόμμα. Επανεκλέχθηκε σε όλες τις κατοπινές εκλογές, εκτός από τις εκλογές του 1958 στις οποίες δεν έλαβε μέρος. Ορκίστηκε για πρώτη φορά το 1954 ως υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως, με πρωθυπουργό τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.

Στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το 1955 υπήρξε μέλος της πρώτης του κυβέρνησης ως υπουργός Προεδρίας, ενώ το 1956 συνέπραξε στην ίδρυση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ). Την περίοδο 1956-58 διετέλεσε υπουργός Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών και στη συνέχεια (1961-1963) υπουργός Εσωτερικών.

Στις 21 Απριλίου 1967 ως υπουργός Δημοσίας Τάξεως διέφυγε τη σύλληψη και από το σταθμό δράσεως της Χωροφυλακής προσπάθησε να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού εναντίον των κινηματιών, αλλά οι διαταγές του δεν μεταβιβάστηκαν. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας τον συνέλαβαν τρεις φορές, φυλακίστηκε και εκτοπίστηκε στην Κάσο. Όταν επέστρεψε, συνέχισε με κάθε μέσο την αντίσταση κατά της δικτατορίας και τον Ιούλιο του 1973 έλαβε ενεργό μέρος στον αγώνα εναντίον του δημοψηφίσματος του Παπαδόπουλου. Ακόμα, ανέλαβε την επώνυμη διεύθυνση του περιοδικού «Πολιτικά θέματα».

Έλαβε μέρος στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ως υπουργός Προεδρίας, αξίωμα που διατήρησε και στην Κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1974 και από τον Ιούλιο του 1976 ανέλαβε και το υπουργείο Παιδείας όπου εισηγήθηκε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και επέβαλλε σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδεύσεως και στη Διοίκηση τη χρήση της νεοελληνικής καταργώντας την καθαρεύουσα.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1977 ανέλαβε το Υπουργείο Συντονισμού και τον Μάιο 1978 το υπουργείο Εξωτερικών. Κατά το διάστημα από 10 Μαΐου 1978 έως 8 Μαρτίου 1980 ως υπουργός Εξωτερικών συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με την ΕΟΚ, οι οποίες το Μάιο 1979 κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας εισδοχής της Ελλάδος ως δέκατο μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Επίσης, ήταν ο πρώτος έλληνας υπουργός Εξωτερικών που επισκέφθηκε τον Οκτώβριο 1978 τη Σοβιετική Ένωση.

Στις 8 Μαΐου 1980 εκλέχθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και την μεθεπόμενη ορκίστηκε πρωθυπουργός. Παραιτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1981 μετά την ήττα του κόμματος στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981. Στις αρχές Δεκεμβρίου 1981 έθεσε στην κοινοβουλευτική ομάδα θέμα εμπιστοσύνης και όταν η πλειοψηφία των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας του την αρνήθηκε, παραιτήθηκε και από την αρχηγία του κόμματος, για να τον διαδεχθεί ο Ευάγγελος Αβέρωφ.

Το Μάιο του 1987 ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία και δεν πολιτεύθηκε στις εκλογές του Ιουνίου 1989. Έπειτα από πρόσκληση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μετείχε στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 και του Απριλίου 1990 και εκλέχθηκε βουλευτής Κερκύρας. Από το Μάρτιο του 1993, διαφωνώντας με τον χειρισμό του Μακεδονικού, παραιτήθηκε από βουλευτής.

Ο Γεώργιος Ράλλης τιμήθηκε με το Μεγαλόσταυρο της Τιμής, το ανώτατο ελληνικό παράσημο που απονέμεται σε εν ενεργεία πρωθυπουργούς, καθώς και τους Μεγαλόσταυρους της Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Γιουγκοσλαβίας, Ταϊλάνδης και Αβησσυνίας.

Πλούσιο ήταν και το συγγραφικό του έργο. Έγραψε συνολικά 14 βιβλία:

  • «Ο Ιωάννης Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου» (1947)
  • «Δύο δρόμοι» (1958)
  • «Η αλήθεια για τους έλληνες πολιτικούς» (1971)
  • «Η τεχνική της βίας» (1972)
  • «Άρθρα, λόγοι, συνεντεύξεις», 1977 σε δύο τόμους
  • «Ώρες ευθύνης» (1983)
  • «Χωρίς προκατάληψη για το παρόν και το μέλλον» (1983)
  • «Γεώργιος Θεοτόκης» (1986)
  • «Griechenland und Balkanpolitik, munchen» (1988) ανάτυπο
  • «Πολιτικές εκμυστηρεύσεις» (1990)
  • «Κοιτάζοντας πίσω» (1993)
  • «Εις ώτα μη ακουόντων» (1995)
  • «Τάδε έφη» (1997)
  • «Το ημερολόγιό μου, τον καιρό της δικτατορίας» (1997)

Πέθανε, πλήρης ημερών, σε ηλικία 88 ετών, στις 15 Μαρτίου 2006.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Ερρίκος Σλίμαν, γερμανός αρχαιολόγος. (Γεν. 6/1/1822)
Νταϊάν Φόσεϊ, αμερικανίδα ζωολόγος, που αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη των γοριλών. Την ιστορία της τη μάθαμε από την ταινία «Γορίλες στην Ομίχλη». (Γεν. 16/1/1932)

Κορνήλιος Καστοριάδης
1922 – 1998

Έλληνας φιλόσοφος, οικονομολόγος και ψυχαναλυτής, που έδρασε και δημιούργησε στη Γαλλία. Από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα, συνένωσε στο έργο του την πολιτική, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκλήθηκε «φιλόσοφος της αυτονομίας», υπήρξε συγγραφέας του σημαντικού βιβλίου «Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» και συνιδρυτής του περιοδικού «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα».

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαρτίου 1922 και λίγο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε στην Αθήνα με την οικογένειά του. Αρκετά νωρίς, από τα 13 του, αναμίχθηκε στην πολιτική και κοινωνική δράση. Μέλος παράνομης κομμουνιστικής οργάνωσης την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Σπουδάζει νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1941 εντάσσεται στο ΚΚΕ. Θα το εγκαταλείψει ένα χρόνο αργότερα για να ενταχθεί στην τροτσκιστική ομάδα του Σπύρου Στίνα. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να βρεθεί ανάμεσα σε δύο πυρά, των Γερμανών και των ορθόδοξων κομμουνιστών.

Το 1944 δημοσιεύει το πρώτο του δοκίμιο για τον Μαξ Βέμπερ, που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής». Στα «Δεκεμβριανά» θα βιώσει ως τροτσκιστή την τρομοκρατία του ΕΛΑΣ και θα αποδοκιμάσει τις μεθόδους του ΚΚΕ. Το 1945 εγκαθίσταται στο Παρίσι με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης, μαζί με τους Κώστα Αξελό, Κώστα Παπαϊωάννου, Ιάννη Ξενάκη, Μιμίκα Κρανάκη, Μέμο Μακρή κ.ά. Έκτοτε, η γαλλική πρωτεύουσα θα αποτελέσει το επίκεντρο της ζωής και των δραστηριοτήτων του. Την Ελλάδα θα την επισκέπτεται μόνο τα καλοκαίρια και μετά τη μεταπολίτευση.

Στο Παρίσι, παράλληλα με τις σπουδές του, δημιουργεί την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που ιδεολογικά και πολιτικά ασκεί δριμύτατη κριτική στο σοβιετικό μαρξιστικό μοντέλο, το οποίο χαρακτηρίζει «γραφειοκρατικό καπιταλισμό». Είναι η ψυχή της ομάδας και αυτός, που κυρίως επεξεργάζεται τις θέσεις και γράφει τα σημαντικότερα κείμενα στο ομότιτλο περιοδικό.

Τότε είναι που αρχίζει να διαμορφώνει την έννοια της αυτονομίας, ως «αυτονομία του προλεταριάτου». Εκκινώντας από την εκτίμηση ότι το εργατικό κίνημα έχει υποστεί πολύμορφες διαστρεβλώσεις που αλλοίωσαν τον ιστορικό ρόλο του προλεταριάτου, θεωρεί ως βασικό όρο για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μιαν αυτόνομη δράση του προλεταριάτου, που θα έχει ως αντικειμενικό σκοπό την κατάλυση του γραφειοκρατικού δημόσιου μηχανισμού και τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μαζικούς οργανισμούς των παραγωγικών τάξεων.

Το 1966 η ομάδα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και το περιοδικό παύει να εκδίδεται. Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα, τα κείμενα και η σκέψη της ομάδας και κυρίως του Καστοριάδη αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του '68. Το διάστημα αυτό εργάζεται ως οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ και το 1970 αποκτά τη γαλλική υπηκοότητα. Έτσι θα πάψει να αρθρογραφεί με ψευδώνυμο (Πιερ Σολιέ, Πολ Καρντάν κ.ά.), υπό τον φόβο της απέλασης και θα γίνει ευρύτερα γνωστός.

Η βαθιά κριτική του μαρξισμού συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου πνευματική περιέργεια και παραγωγικότητα. Ο Καστοριάδης ασχολείται με τα μαθηματικά, την οικονομία και την ψυχανάλυση, την οποία και εξασκεί επαγγελματικά το 1974. Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει πλέον το σύνολο της σκέψης του, που τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό, πλέον, έργο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» (1975). Γύρω από αυτό το σύγγραμμα ο Καστοριάδης θα δομήσει το φιλοσοφικό του σύστημα. Ξαναφέρνοντας στο φως τις απαρχές της δημοκρατικής συγκρότησης της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου π.Χ. Αιώνα, όσο και όλες τις άλλες μεγάλες δημιουργικές στιγμές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να δει τον εαυτό του ως αυτόνομο υποκείμενο και δημιουργό της Ιστορίας του.

Ο Καστοριάδης αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας (ντετερμινισμού), καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού». Σύμφωνα με τον Καστοριάδη, αν και όλες οι κοινωνίες δημιουργούν, οι ίδιες τις φαντασιακές σημασίες τους (δηλαδή τους θεσμούς, τους κανόνες, τις πεποιθήσεις, τις αντιλήψεις κ.λ.π.) δεν έχουν όλες συνείδηση του γεγονότος αυτού. Πολλές κοινωνίες συγκαλύπτουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της θέσμισης των φαντασιακών σημασιών τους, αποδίδοντας τη θέσμιση και τη θεμελίωσή τους σε εξωκοινωνικούς παράγοντες (π.χ. το Θεό, την παράδοση, το νόμο, την ιστορία). Με βάση αυτή την συνείδηση της αυτοθέσμισης των φαντασιακών σημασιών από κάθε κοινωνία, ο Καστοριάδης διέκρινε μεταξύ των αυτόνομων κοινωνιών, αυτών δηλαδή που είχαν συνείδηση της αυτοθέσμισης αυτής, και των ετερόνομων κοινωνιών, στις οποίες η θέσμιση αποδιδόταν σε κάποια εξωκοινωνική αυθεντία.

Το 1979 γίνεται διευθυντής σπουδών στην «Ανωτάτη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες» (Ecoles des Hautes Etudes en Sciences Sociales). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων στη Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, τον Βόλο, το Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πέθανε στο Παρίσι στις 26 Δεκεμβρίου 1997, από επιπλοκές μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, σε ηλικία 75 ετών.

Ενδεικτική Εργογραφία

  • Η γραφειοκρατική κοινωνία [2 τόμοι] («Ύψιλον»)
  • Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας («Ράππας»)
  • Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου («Ύψιλον»)
  • Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα («Ύψιλον»)
  • Η ελληνική ιδιαιτερότητα: Από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο («Κριτική»)
  • Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία («Ύψιλον»)
  • Ομιλίες στην Ελλάδα («Ύψιλον»)

ΕΙΠΕ...

Γιάννης Βέλλας
1901 – 1999

Έλληνας συνθέτης και μαέστρος της λεγόμενης ελαφράς μουσικής, από τους πιο παραγωγικούς αυτού του είδους. Μεγάλες επιτυχίες του τα τραγούδια «Είμ’ ερωτευμένος με τα μάτια σου» (1937) και «Γύρισε, σε περιμένω γύρισε» (1947).

Ο Γιάννης Βέλλας γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1909 και αρχικά εργάστηκε ως ξυλουργός και περιπτεράς στην Αθήνα. Τα πρώτα του μουσικά βήματα τα έκανε στα μέσα της δεκαετίας του '30, σχηματίζοντας με τους Πολυμέρη, Καββαδία, Δέδε και Χάλαρη, συγκρότημα με χαβάγιες, που αντικαθιστούσαν στη Μάντρα του Αττίκ το συγκρότημα του λαϊκού τραγουδοποιού Κώστα Μπέζου.

Το πρώτο του τραγούδι «Κάποτε κλάψαμε κι οι δυο» (1936), σε στίχους του Κώστα Κοφινιώτη, με ερμηνεύτρια την Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου, έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια έγραψε πάνω από δύο εκατοντάδες τραγούδια, με πιο γνωστά τα:

  • «Γύρισε, σε περιμένω γύρισε» με τη Στέλλα Γκρέκα και τον Νίκο Γούναρη.
  • «Ένα μπουκέτο μενεξέδες» με τον Φώτη Πολυμέρη.
  • «Γιατί να ζούμε χωρισμένοι» με την Ελίζα Μαρέλι.
  • «Καλύτερα ο θάνατος παρά ο χωρισμός» με τη Μαριάνα Χατζοπούλου.
  • «Ήρθες αργά στο δρόμο της ζωής μου» με την Κάκια Μένδρη.
  • «Είμαι ερωτευμένος με τα μάτια στου», που πρωτοτραγούδησε η Χρυσούλα Στίνη και το έκανε επιτυχία τη δεκαετία του '90 η Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Στα τέλη της δεκαετίας του '40 έγραψε το τραγούδι ««Προχωρείτε προς τη νίκη», σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη, που αποτέλεσε τον επίσημο ύμνο του Παναθηναϊκού μέχρι την επικράτηση του τωρινού «Σύλλογος Μεγάλος δεν υπάρχει άλλος» (Μουζάκης/Οικονομίδης). Βέλλας και Κοφινιώτης ήταν φανατικοί φίλοι του «τριφυλλιού» και στις αρχές της δεκαετίας του '60 έγραψαν ένα δεύτερο τραγούδι για την αγαπημένη τους ομάδα με τίτλο «Λεβέντες του Παναθηναϊκού».

Αυτοδίδακτος ως μουσικός, ο Βέλλας άρχισε να σπουδάζει τη μουσική κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του καριέρας, με δάσκαλο τον συνθέτη Μιχάλη Βούρτση, αλλά ποτέ η θεωρητική του κατάρτιση δεν τον έκανε ικανό να εναρμονίζει και να ενορχηστρώνει ο ίδιος τα τραγούδια του. Συνεργαζόταν γι’ αυτό το σκοπό με τον συνθέτη και ενορχηστρωτή Γεώργιο Βιτάλη. Παράλληλα, πήρε μαθήματα ακορντεόν από τον αδελφό τού Μιχάλη Σουγιούλ.

Ο Βέλλας έγραψε μουσική για δεκάδες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, καθώς και για εκατοντάδες επιθεωρήσεις και βαριετέ πριν και μετά τον Πόλεμο. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα είχε ανοίξει και λειτουργούσε σχολή για νέους μουσικούς και τραγουδιστές μαζί με τον λαϊκό συνθέτη Θεόδωρο Δερβενιώτη. Μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε διευθύνοντας ορχήστρες σε νυχτερινά κέντρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Υπήρξε ο πρώτος σύζυγος της σημαντικής ερμηνεύτριας του ελαφρού τραγουδιού Καίτης Μπελίντα, ενώ από το 1975 ήταν νυμφευμένος με την τραγουδίστρια Άντζελα, που προερχόταν από το συγκρότημα «Θηλυκά Μπουζούκια» και με την οποία πραγματοποίησε την τελευταία του εμφάνιση στις πίστες, το 1983 στο Μον Παρνές.

Ο Γιάννης Βέλλας, ένας σεμνός και αθόρυβος εργάτης του ελληνικού τραγουδιού, πέθανε στην Αθήνα στις 26 Δεκεμβρίου του 1999, σε ηλικία 90 ετών.

ΠΟΛΥΜΕΣΑ

Το Έθιμο της Γουρ(ου)νοχαράς

Γιορτή που αναβιώνει κάθε χρόνο στις 26 Δεκεμβρίου στα καραγκουνοχώρια του κάμπου της Καρδίτσας, αλλά και σε περιοχές των Τρικάλων, της Λάρισας και της Δυτικής Μακεδονίας.

Η «Γουρνοχαρά» ή «Γουρουνοχαρά» ήταν παλαιότερα το μεγάλο γεγονός των Χριστουγέννων, καθώς την παραμονή ή την επομένη της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης σφάζονταν τα γουρούνια, τα οποία οι χωρικοί είχαν εκθρέψει επιμελώς για ένα χρόνο. Στη σχετική διαδικασία συμμετείχε όλη η οικογένεια. Το σφάξιμο και το τεμάχισμα ήταν δουλειά των αρσενικών, ενώ στο βράσιμο συμμετείχαν τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, που τραγουδούσαν πανηγυριώτικα τραγούδια ή τα κάλαντα, αν το σφάξιμο συνέβαινε την παραμονή των Χριστουγέννων.

Για την επιλογή της 26ης Δεκεμβρίου οι χωρικοί της Θεσσαλίας επιχειρηματολογούσαν:

Τα Χριστούγεννα σφάζουμι τα γουρούνια, γιατί τα Χριστούγεννα πήγινι η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και του Χ’στο στ’ν Άίγυπτου, να μη τ’ σφαξ’ η Ηρώδ’ς. Μπρουστά πηγαίναν η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γ’ρούνια χαλούσαν τα χνάρια και γι’ αυτό τα κάνουμι γκουρμπάν’ τα ’χουμι για του καλύτιρου γκουρμπάν’.

(Γ. Ν. Αικατερνίδη: Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες)

Ο οικόσιτος χοίρος ήταν μια επένδυση για τους ντόπιους και δείγμα πλούτου για όποιον τον κατείχε. Έτρωγε τα αποφάγια τους και συσσώρευε λίπος, τη βασική λιπαρή ουσία που χρησιμοποιούσαν για το φαγητό, καθώς το ελαιόλαδο δεν υπήρχε στις παραπάνω περιοχές έως τη δεκαετία του '60. Το κρέας του μπορούσε όχι μόνο να συντηρήσει την οικογένεια, αλλά και να πουληθεί, συνεισφέροντας σημαντικά στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

 

Boxing Day

Έτσι ονομάζεται η επόμενη ημέρα των Χριστουγέννων, 26η Δεκεμβρίου, στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία και στις περισσότερες χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας με χριστιανικό πληθυσμό.

Είναι επίσημη αργία, αλλά τα καταστήματα είναι ανοιχτά με δελεαστικές προσφορές για το καταναλωτικό κοινό. Παραδοσιακά, την ημέρα αυτή υπάρχει πλήρης αγωνιστική στα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα της Μεγάλης Βρετανίας, προσελκύοντας φιλάθλους από κάθε σημείο του πλανήτη, ιδιαίτερα η Πρέμιερ Λιγκ.

Η ονομασία «Boxing Day» ανάγεται σ’ ένα έθιμο των αρχών του 19ου αιώνα, όταν οι υπηρέτες και το εν γένει υπαλληλικό προσωπικό δέχονταν χριστουγεννιάτικα δώρα (Christmas Box) από τους κυρίους και εργοδότες τους.

Το Χριστόψωμο

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1887 στην εφημερίδα Εφημερίς   με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο Διήγημα Πρωτότυπον. Παρέμεινε ξεχασμένο έως τα Χριστούγεννα του 1941, οπότε παρουσιάσθηκε προλογισμένο και υπομνηματισμένο από τον φιλόλογο Γεώργιο Βαλέτα στο περιοδικό Νέα Εστία.

    Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλοτε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου. Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.
    Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου. Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος; Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας
μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια.
    Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της.
    Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί
χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
    Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ' ήτο άπαστρη, απασσάλωτη, ξετσίπωτη κ.λπ.    ΄Ολα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη».
    Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της
θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
    Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186... Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν. Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των
Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ' ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.
    Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ' έναν καλό γυιό».
    Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο.
    - Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
    - Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν' αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
    - Οχι, όχι, είπε μετ' αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
    - Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
    Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι.
    «Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ' εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη
πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον. Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.
    Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι
ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ' αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
    Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους:
    - Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
    - Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.
    Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
    Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
    - Είμαι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, το καθίσαμε στα ρηχά.
    - Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
    - Οχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
    - Θέλεις ν' ανάψω φωτιά;
    - Αναψε και δόσε μου ν' αλλάξω.
    Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
    - Θέλεις κανένα ζεστό;
    - Δεν μ' ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
    Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
    - Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
    - Δεν σ' επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
    - Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
    Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση. Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.
    - Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.
    - Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
    - Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
    Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
    - Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;
    - Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
    Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν' αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
    Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ' εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
    Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν' ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ' αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το χριστόψωμον
εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος.

    Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ' εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
    Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε
τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
    Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. Ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου. Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν
εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων.
    Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου