Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 22 Δεκ 2017
Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017
Κλίκ για μεγέθυνση
Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017Σαν Σήμερα... Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017
 
Ανατολή Ήλιου: 07:36 – Δύση Ήλιου: 17:11

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν Σήμερα...

Γεγονότα


μ.Χ.
Ο Τόμας Έντισον στολίζει το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο με λαμπιόνια.
Στην Ελλάδα, οι δημόσιοι υπάλληλοι απεργούν, ζητώντας την καταβολή ενός ολόκληρου μισθού για τις γιορτές των Χριστουγέννων (Δώρο Χριστουγέννων).
Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος συναντάται με τον βρετανό υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Ίντεν, στη βρετανική πρεσβεία της Αθήνας για το Κυπριακό. Υπάρχει διάσταση απόψεων, ενώ αίσθηση προκαλεί η δήλωση του τελευταίου ότι για τη βρετανική κυβέρνηση «δεν υφίσταται Κυπριακό ζήτημα, ούτε εις το παρόν, ούτε εις το μέλλον».
Το ελληνικό κρουαζιερόπλοιο «Λακωνία», συμφερόντων Γουλανδρή, πιάνει φωτιά και βυθίζεται δύο ημέρες αργότερα στα ανοιχτά των νησιών Μαδέρα στον Ατλαντικό, προκαλώντας το θάνατο 128 ατόμων.
Έπειτα από μία εβδομάδα αιματηρών διαδηλώσεων, ο Ίον Ιλιέσκου αναλαμβάνει την Προεδρία της Ρουμανίας, θέτοντας τέλος στο κομμουνιστικό καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου.
Ξεπερνά τα 300 κιλά το βάρος του γιγάντιου κουραμπιέ, που παρασκευάζεται και καταναλώνεται στο πάρκο του Αστερόκοσμου, στο Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο της Θεσσαλονίκης, διεκδικώντας μία θέση στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες.

Γεννήσεις


μ.Χ.
Διοκλητιανός, ρωμαίος αυτοκράτορας. (Θαν. 3/12/311)
Ευγένιος Ευγενίδης, έλληνας εφοπλιστής και φιλάνθρωπος. (Θαν. 22/4/1954)
Νίκος Μπελογιάννης, έλληνας κομμουνιστής ηγέτης. (Θαν. 30/3/1952)

Θάνατοι


μ.Χ.
Ελένη Παπαδάκη, ελληνίδα ηθοποιός. (Γεν. 4/11/1903)
Σάμιουελ Μπέκετ, ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας. Βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969. («Περιμένοντας τον Γκοντό») (Γεν. 13/4/1906)
Τζο Κόκερ, βρετανός τραγουδιστής. (Γεν. 20/5/1944)

Άγγλος τραγουδιστής του μπλουζ και του ροκ, προικισμένος με μία εντυπωσιακή λευκή σόουλ φωνή, η οποία σε συνδυασμό με την εκκεντρική σκηνική παρουσία, του εξασφάλισε μία μακρόχρονη καριέρα με αρκετές επιτυχίες. Έγινε γνωστός το 1968 με τη διασκευή του τραγουδιού των Beatles «With a Little Help from My Friends» και αργότερα με τα τραγούδια «You Are So Beautiful» (1974), «Up Where We Belong» (1982) και «Unchain My Heart» (1987).

Ο Τζον Ρόμπερτ «Τζο» Κόκερ (John Robert "Joe" Cocker) γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1944 στο Σέφιλντ της Αγγλίας και ήταν γιος δημοσίου υπαλλήλου. Από μικρός άκουγε Ρέι Τσαρλς και στα 12 του είχε την πρώτη του συναυλιακή εμπειρία, όταν τραγούδησε με το συγκρότημα του μεγαλύτερου αδελφού του Βίκτωρ. Το 1960 σχημάτισε το πρώτο του γκρουπ, τους «The Cavaliers» κι έπαιζε σε τοπικά κλαμπ. Ένα χρόνο αργότερα διέλυσε το συγκρότημα, εγκατέλειψε το σχολείο και δούλεψε ως τεχνικός εγκαταστάσεων φυσικού αερίου.

Δεν εγκατέλειψε, όμως, τη μουσική. Το 1961 ίδρυσε το συγκρότημα «Vance Arnold and the Avengers» κι έπαιζε σε τοπικά παμπ του Σέφιλντ διασκευές του Τσακ Μπέρι και του Ρέι Τσαρλς. Το 1963 άνοιξε με το συγκρότημά του τη συναυλία των Rolling Stones στο Σέφιλντ και τον επόμενο χρόνο υπέγραψε συμβόλαιο με την Decca, για την οποία ηχογράφησε μία διασκευή του τραγουδιού των Beatles «I’ll Cry Stand» με τον Τζίμι Πέιτζ στην κιθάρα. Το τραγούδι πήγε «άπατο» και η συνεργασία του με την Decca έληξε άδοξα.

Δεν το έβαλε κάτω και το 1964 σχημάτισε νέο γκρουπ, τους Joe Cocker’s Big Blues και κυκλοφόρησε ένα μίνι LP, από το οποίο ξεχώρισε η διασκευή του τραγουδιού του Κέρτις Μέιφιλντ «I’ve Been Trying». Το 1966 σχημάτισε μαζί τον μπασίστα Κρις Στέιντον την Grease Band, με την οποία θα γνωρίσει τελικά την επιτυχία και την αναγνώριση, με τη διασκευή του τραγουδιού των Beatles «With a Little Help from My Friends», που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1968 κι έφθασε στο Νο1 του αγγλικού πίνακα επιτυχιών στις 9 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Είναι μία από τις ελάχιστες διασκευές τραγουδιών των Beatles, που ξεπερνά κατά πολύ την αυθεντική.

Η επιτυχία αυτή του άνοιξε το δρόμο για εμφανίσεις στις ΗΠΑ και συμμετοχή στα μεγάλα και ονομαστά φεστιβάλ του Νιούπορτ, του Γούντστοκ, του Φίλμορ Ιστ και της Νιου Γουάιτ. Το 1969 σχημάτισε ένα πολυμελές συγκρότημα, τους «Mad Dogs & Englishmen», με τους οποίους περιόδευε για τα επόμενα δύο χρόνια και μαζί θα ηχογραφήσουν το 1970 το ομώνυμο ζωντανό άλμπουμ, με ήχο πιο κοντά σ’ αυτόν των Rolling Stones, το οποίο θα αποτελέσει μία από τις καλύτερες δισκογραφικές δουλειές του.

Έπειτα από σοβαρά προβλήματα εθισμού στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, επανέκαμψε στην επιτυχία το 1982, με το τραγούδι «Up Where We Belong», το οποίο ερμήνευσε με την Τζένιφερ Γουόρνς για τις ανάγκες της ταινίας του Τέιλορ Χάκφορντ «Ιπτάμενος και Τζέντλμαν». Το 1987 γνώρισε μία ακόμη επιτυχία με τον δίσκο «Unchain My Heart» από το οποίο ξεχώρισε το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο είχε ερμηνεύσει για πρώτη φορά το ίνδαλμά του Ρέι Τσαρλς το 1961. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μία συναυλία γεμάτη παλμό και ένταση στο γήπεδο του Παναθηναϊκού (15 Ιουλίου 1987).

Το 1999 το περιοδικό Mojo τον κατέταξε στη θέση 58 με τους 100 καλύτερους τραγουδιστές όλων των εποχών και το 2008 το περιοδικό Rolling Stone στη θέση 99 σε ανάλογη λίστα. Από το 1987 ήταν παντρεμένος με την αμερικανίδα Παμ Μπέικερ, θαυμάστρια της μουσικής του. Το ζευγάρι ζούσε σε ράντσο στο Κρόφορντ της πολιτείας του Κολοράντο.

Ο Τζο Κόκερ πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου 2014 στο ράντσο του, χτυπημένος από τον καρκίνο του πνεύμονα, σε ηλικία 70 ετών.

Δισκογραφία

  • With a Little Help from My Friends (1969)
  • Joe Cocker! (1969)
  • Mad Dogs & Englishmen (Live, 1970)
  • Joe Cocker (1972)
  • I Can Stand a Little Rain (1974)
  • Jamaica Say You Will (1975)
  • Stingray (1976)
  • Luxury You Can Afford (1978)
  • Sheffield Steel (1982)
  • Civilized Man (1984)
  • Cocker (1986)
  • Unchain My Heart (1987)
  • One Night of Sin (1989)
  • Night Calls (1991/ΗΠΑ: 1992)
  • Have a Little Faith (1994)
  • Organic (1996)
  • Across from Midnight (1997)
  • No Ordinary World (1999/ΗΠΑ: 2000)
  • Respect Yourself (2002)
  • Heart & Soul (2004/ΗΠΑ: 2005)
  • Hymn for My Soul (2007/ΗΠΑ: 2008)
  • Hard Knocks (2010/ΗΠΑ: 2012)
  • Fire It Up (2012)

*

Νίκος Μπελογιάννης
1915 – 1952

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1915 στην Αμαλιάδα. Από μαθητής του Γυμνασίου βρέθηκε στο δημοκρατικό κίνημα. Σπούδασε νομικά, αλλά δεν τέλειωσε τις σπουδές του, διότι αποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο με απόφαση της Συγκλήτου για τη δράση του «εναντίον της κοσμογονίας του Κονδύλη».

Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1934. Από τότε, πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια στην Ασφάλεια Πατρών, τρομοκρατία στα ιταλικά στρατόπεδα. Στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής ήταν καπετάνιος μεραρχίας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο και μέλος του Γραφείου Περιοχής Πελοποννήσου του ΚΚΕ. Στον εμφύλιο, ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν πολιτικός επίτροπος μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Παράλληλα με την καθοδηγητική του δουλειά, έγραψε άρθρα και μελέτες που αφορούσαν στην ελληνική ιστορία και στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Περίπου ένα χρόνο μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ο Νίκος Μπελογιάννης και 93 ακόμη σύντροφοί του -μεταξύ των οποίων ο δημοσιογράφος Στάθης Δρομάζος, ο Στέργιος Γραμμένος και η Έλλη Ιωαννίδου- συλλαμβάνονται και στις 22 Οκτωβρίου 1951 οδηγούνται σε δίκη. Κατηγορούνται για απόπειρα ανασυγκρότησης του Κομουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (ΚΚΕ), το οποίο -βάση του Αναγκαστικού Νόμου 509/1947- θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Στις 15 Νοεμβρίου ο πρόεδρος του έκτακτου στρατοδικείου Αντισυνταγματάρχης Ανδρέας Σταυρόπουλος ανακοινώνει την ετυμηγορία, πλαισιωμένος από τους στρατοδίκες Γεώργιο Παπαδόπουλο (τον μετέπειτα δικτάτορα), Ν. Κομιάνο, Γ. Κοράκη, και Θ. Κυριακόπουλο. Ο Νίκος Μπελογιάννης είναι μεταξύ των καταδικασθέντων σε θάνατο. Η απόφαση προκαλεί διεθνή κατακραυγή, ενώ στο εσωτερικό της χώρας το πολιτικό κλίμα φορτίζεται και πάλι επικίνδυνα.

Τρεις μήνες μετά, στις 15 Φεβρουαρίου 1952, η δίκη επαναλαμβάνεται. Δεσπόζουσα μορφή, ο 37χρονος Μπελογιάννης, ο οποίος παρακολουθεί την όλη διαδικασία μ' ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο χέρι, άψογα ντυμένος και με περισσή ευπρέπεια και ψυχραιμία. Την 1η Μαρτίου ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Σίμος ανακοινώνει την ετυμηγορία... Εις θάνατον καταδικάζονται ο Νίκος Μπελογιάννης και επτά ακόμη κατηγορούμενοι.

Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου, ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση ότι η αίτηση χάριτος που υπέβαλαν απορρίφθηκε. Λίγο αργότερα οδηγούνται στο Γουδί, όπου και εκτελούνται δια τυφεκισμού στις 4:12 π.μ. Στο άκουσμα των πυροβολισμών, ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας κυριολεκτικά καταρρέει. Όλη η κινητοποίηση εντός και εκτός Ελλάδας δεν κατάφερε να αποτρέψει το γεγονός.

Τα άσχημα μαντάτα ταξιδεύουν γρήγορα μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στον Αϊ Στράτη, όπου ζει εξόριστος ο Γιάννης Ρίτσος. Την ίδια μέρα θα γράψει το ποίημα Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο.

Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

**

Ελένη Παπαδάκη
1908 – 1944

Μεγάλη ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου. Υπήρξε το πλέον «επώνυμο» θύμα των Δεκεμβριανών.

Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1908 στην Αθήνα από ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της, Νικόλαος Παπαδάκης, ήταν ανώτερος υπάλληλος της Ιονικής Τράπεζας και η μητέρα της Αικατερίνη Κωνσταντινίδη ήταν κόρη του πανεπιστημιακού καθηγητή Στυλιανού Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια Παπαδάκη είχε και ένα γιo, τον Μιχάλη, δύο χρόνια μικρότερο από την Ελένη.

Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης και από νεαρή ηλικία έτρεφε μεγάλο πάθος για το θέατρο. Αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε ως ακροάτρια μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλούσε απταίστως τέσσερις γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά) και τελειοποίησε τα αρχαία ελληνικά της για να μπορεί να διαβάζει τους τραγικούς από το πρωτότυπο. Τη μόρφωσή της συμπλήρωσε με σπουδές φωνητικής μουσικής και πιάνου στο «Ελληνικό Ωδείο» Αθηνών.

Σε ηλικία 17 ετών εμφανίσθηκε επί σκηνής στο Θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά (25 Ιουνίου 1925), ερμηνεύοντας το ρόλο της Προγονής στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα. Η πρώτη αυτή εμφάνισή της χαιρετίστηκε με ενθουσιώδεις κριτικές. «Η σκηνή απέκτησε μίαν μεγάλην ηθοποιόν» έγραψε στην εφημερίδα Δημοκρατία ο Κωστής Μπαστιάς. Το ίδιο έτος διακρίθηκε και ως Ηρωδιάς στη Σαλώμη του Όσκαρ Γουάιλντ και Ρίλκε βαν Έιντεν στο έργο του Λενορμάν Ο χρόνος είναι όνειρο.

Με την Κατίνα Παξινού, στο ξεκίνημα της καριέρας τους

Το 1926 συμμετείχε στο θίασο Οι Νέοι ως πρωταγωνίστρια σε έργα των Ντ’ Ανούτσιο (Τζοκόντα), Γρηγορίου Ξενόπουλου (Η Αναδυομένη) και άλλων συγγραφέων. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με την Κυβέλη, τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Νίκο Δενδραμή, τον Γιώργο Παππά, τον Περικλή Γαβριηλίδη και διακρίθηκε ιδίως ως:
  • Μαργαρίτα («Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά)
  • Άννα («Ωραία Νεράιδα» του Λοτάρ)
  • Κάτια Μάσλοβα («Ανάσταση» του Τολστόι)
  • Νόρα («Σπίτι με τις Κούκλες» του Ίψεν)
  • Δούκισσα («Εχθρά» του Νικοντέμι)
  • Ελένη Νικολάγεβνα («Ζήλεια» του Αρτσιμπάτσεφ)

Το 1931 έπαιξε με δικό της θίασο στην Κωνσταντινούπολη, όπου της έγιναν μεγάλες τιμές και γράφτηκαν ενθουσιώδεις κριτικές. Ο Τούρκος συγγραφέας και ποιητής Χαλίτ Φαχρί σε κριτική του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Είδα τότε την Παπαδάκη εμπρός μου ζωντανό σύμβολο μιας ευγενούς τέχνης. Αν και δεν γνωρίζω λέξη ελληνική, ούτε και είχα διαβάσει το έργο στο πρωτότυπο, η φωνή της, οι κινήσεις, η μιμική και οι στάσεις της καλλιτέχνιδας αυτής με τη φλογερή ψυχή, μου μιλούσαν και έρχονταν σε εμένα ως λόγια. Είναι ιδιαιτέρως άξιο εκτίμησης και επαίνου το γεγονός ότι μια καλλιτέχνις τόσο νέα υποδύεται με τόση δύναμη το πρόσωπο μιας ώριμης γυναίκας, μιας μητέρας».

Το 1931 πραγματοποίησε και τη μοναδική της εμφάνιση στον κινηματογράφο. Πρωταγωνίστησε στη βωβή ταινία του Ιωάννη Λούμου Στέλλα Βιολάντη, η ψυχή του πόνου, που βασιζόταν στο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου Στέλλα Βιολάντη. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν την ικανοποίησε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο θέατρο.

Το 1932 προσελήφθη στο επανασυσταθέν Εθνικό Θέατρο, στο οποίο μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής της έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους, που άφησαν εποχή. Ξεχώρισε ως:

  • Έλα Ρεντχάιμ («Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν, 1933)
  • Δυσδαιμόνα («Οθέλλος» του Σέξπιρ, 1933)
  • Ζελφά («Ιούδας» του Σπύρου Μελά, 1934)
  • Βασίλισσα («Δον Κάρλος» του Σίλερ, 1934)
  • Έρσίλια Ντρέι («Να ντύσουμε τους γυμνούς» του Πιραντέλο, 1935)
  • Μπετίνα Κλάουζεν («Πριν από το ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, 1936)
  • Αγγέλα Παπαστάμου («Πειρασμός» του Ξενόπουλου, 1936)
  • Λαίδη Γουίντερμιρ («Βεντάλια» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1937)
  • Μανταλένια («Ψευτοσπουδαίες» του Μολιέρου, 1938)
  • Ναταλία της Οράγγης («Πρίγκηπας του Χόμπουργκ» του Κλάιστ, 1938)
  • Ρεγάνη («Βασιλιάς Λιρ» του Σέξπηρ, 1938)
  • Λαίδη Τσίλτερν («Ιδανικός σύζυγος» του Όσκαρ Γουάιλντ, 1938)
  • Λαίδη Τιζλ («Σχολείο κακογλωσσιάς» του Σέρινταν, 1939)
  • Μαρία («Το Κοντσέρτο» του Χέρμαν Μπαρ, 1939)
  • Δωροθέα («Δωροθέα Άνγγερμαν» του Χάουπτμαν, 1940)
  • Δοούκισσα του Μάλμπορο («Ένα ποτήρι νερό» του Σκριμπ, 1940)
  • Πόρσια («Έμπορος της Βενετίας» του Σέξπιρ,1940)
  • Σελιμένη («Μισάνθρωπος» του Μολιέρου, 1943)

Στην κριτική του για την παράσταση του έργου του Πιραντέλο Να ντύσουμε τους φτωχούς ο Αχιλλέας Κύρου έγραψε: «Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την δεσποινίδα Παπαδάκη, η οποία απέδειξε προσόντα αληθώς ανωτέρου ηθοποιού». Για τον ίδιο ρόλο ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας σημείωνε: «Αλλά η δόξα της βραδυάς ήταν η δεσποινίς Παπαδάκη. Σ’ αυτή δεν λέω ότι ημπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε ημείς γι’ αυτήν».

Η Ελένη Παπαδάκη ως Εκάβη

Υψηλού επιπέδου ήταν και οι ερμηνείες της σε παραστάσεις αρχαίου δράματος. Ξεχώρισε ως:
  • Κλυταιμνήστρα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, 1936)
  • Αντιγόνη («Αντιγόνη» του Σοφοκλή. 1940 και 1941)
  • Ιφιγένεια («Ιφιγένεια Εν Ταύροις» του Ευριπίδη, 1941)
  • Εκάβη («Εκάβη» του Ευριπίδη, 1943 και 1944).

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1943 ο Άγγελος Σικελιανός έγραψε στο Ελεύθερο Βήμα για την Εκάβη της Παπαδάκη, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα της καριέρας της: «Η καταπληκτική ερμηνεία της Εκάβης μας σταμάτησε μπρος σε ένα γεγονός, που πολύ ολίγα όμοιά του μπορούμε να απαντήσουμε, όχι μόνο ανάμεσά μας, μα και γενικά στην ιστορία ολόκληρη της ηθοποιίας. Εννοώ το γεγονός αυτό: Να ιδούμε μια μεγάλη καλλιτέχνιδα σαν την Ελένη Παπαδάκη, να υποταχθή, να πειθαρχήση απόλυτα και ολόκληρη στο Λόγο και το Πνεύμα του έργου, με μια τέτοια καθαυτό θρησκευτική ταπείνωση μπροστά στον ποιητή, ώστε μονομιάς -όσο μεγάλη καλλιτέχνιδα κι’ αν ήταν σε πρωτήτερες της επιδόσεις- να μας αποκαλυφθή αναπλασμένη σ’ ένα άλλο ανώτατο επίπεδο δημιουργικής της Αρετής». Η ηθοποιός Έλσα Βεργή έλεγε αργότερα ότι «Η Εκάβη της Παπαδάκη ήταν το σύμβολο μιας ολόκληρης φυλής στο πρόσωπο μιας μάνας».

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Ελένη Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του φίλου και συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ στα Πατήσια (21 Δεκεμβρίου 1944) από άνδρες του ΕΛΑΣ, κατόπιν διαταγής του Καπετάν Ορέστη, του 23χρονου αρχηγού της ΟΠΛΑ της περιοχής. Κατηγορήθηκε για φιλογερμανική στάση και ως «φιλενάδα του Ράλλη», δηλαδή του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη. Φήμες που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα την ήθελαν να παντρεύεται τον Ράλλη. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι οικογένειες Ράλλη και Παπαδάκη συνδέονταν με φιλία από τα προπολεμικά χρόνια και η Ελένη Παπαδάκη είχε μεσολαβήσει στον Ράλλη για την απελευθέρωση αντιστασιακών ή Εβραίων καταζητούμενων. Νωρίτερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1944, η Παπαδάκη είχε διαγραφεί από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), που ελεγχόταν από το ΚΚΕ, για φιλογερμανική στάση.

Τα μεσάνυχτα άρχισε η ανάκριση της Παπαδάκη από τον καπετάν Ορέστη και τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Δεκεμβρίου του 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο του ΕΛΑΣ. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε μαζί με άλλους μελλοθανάτους στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ στο Γαλάτσι, όπου δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον αυχένα από τον εκτελεστή της ΟΠΛΑ Βλάσση Μακαρώνα. Η διαταγή του Ορέστη ήταν να εκτελεστεί με τσεκούρι, αλλά ο Μακαρώνας μάλλον τη λυπήθηκε και προτίμησε ένα πιο «ανώδυνο» τρόπο.

Η Παπαδάκη παρέμεινε αγνοούμενη για ένα μήνα. Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1945, προκαλώντας σοκ στην αθηναϊκή κοινωνία. Η κηδεία ήταν «μεγαλοπρεπεστάτη», σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, κι έγινε στις 28 Ιανουαρίου στο Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρουσία πλήθους κόσμου. Ο τραγικός θάνατος της Παπαδάκη έθεσε πρόωρα τέρμα σε μια λαμπρή καριέρα και θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Ο Άγγελος Σικελιανός της αφιέρωσε τους στίχους, εν είδει επιγράμματος:

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε
κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.
Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κ’ οι εννιά αδελφές εσκύψαν
να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.

Ο επίλογος της δολοφονίας της Ελένης Παπαδάκη γράφτηκε με τη συγγνώμη του γ.γ. του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, και την εκτέλεση του Ορέστη ως «πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις». Ο Μακαρώνας και η ομάδα του συνελήφθησαν από τις αρχές, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

 

Υπόθεση Ντρέιφους

Άλφρεντ Ντρέιφους

Άλφρεντ Ντρέιφους

Η πολύκροτη «Υπόθεση Ντρέιφους» έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές πλάνες και αποτέλεσε το επίκεντρο μιας έντονης αντιπαράθεσης, που ταλάνισε τη γαλλική κοινωνία για πολλά χρόνια.

Στις 15 Οκτωβρίου 1894 ο αξιωματικός του πυροβολικού Άλφρεντ Ντρέιφους συνελήφθη για προδοσία, μία κατηγορία που βασίστηκε σε απλές υποψίες και κυρίως στην εβραϊκή καταγωγή του. Οδηγήθηκε ενώπιον στρατοδικείου και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης, στο Νησί του Διαβόλου, στη Γαλλική Γουινέα.

Η υπόθεση πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις. Έγινε πολιτικό και ιδεολογικό λάβαρο, δίχασε βαθιά τη Γαλλία, συντάραξε τα θεμέλια της Γαλλικής Δημοκρατίας, και έφερε στο φως δηλητηριώδεις χυμούς που διαπότιζαν το σώμα της γαλλικής κοινωνίας, όπως π.χ. το ανερχόμενο κύμα αντισημιτισμού. Ο στρατός, όταν διαπίστωσε το λάθος, χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να το συγκαλύψει.

Στο πλευρό του Ντρέιφους τάχθηκαν προοδευτικοί πολιτικοί, σοσιαλιστές και διανοούμενοι, όπως ο Εμίλ Ζολά, ο οποίος στις 13 Ιανουαρίου του 1898 δημοσίευσε στην εφημερίδα «L' Aurore» μια ανοιχτή επιστολή προς τον πρόεδρος της χώρας, υπό τον τίτλο «Κατηγορώ».

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την κύρια αιτία για την αναψηλάφηση της υπόθεσης, που οδήγησε τελικά στην αθώωση του Ντρέιφους, ο οποίος στις 12 Ιουλίου του 1906 επέστρεψε στο σύνταγμά του, με το βαθμό που είχε πριν από τη μακρόχρονη δικαστική του περιπέτεια.

 

Η «Πέμπτη» του Μπετόβεν

Ο Μπετόβεν το 1804

Ο Μπετόβεν το 1804

Ένα από τα δημοφιλέστερα μουσικά έργα του κλασσικού ρεπερτορίου και ίσως το πιο γνωστό του γερμανού συνθέτη Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770 - 1827). Ο συγγραφέας Ε. Μ. Φόρστερ έγραψε ότι είναι «ο πιο σαγηνευτικός ήχος που εισχώρησε ποτέ στην ακοή του ανθρώπου» (Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ).

Ο Μπετόβεν άρχισε να σχεδιάζει τη Συμφωνία αρ. 5 το 1803, κατόπιν παραγγελίας του κόμη της Άνω Σιλεσίας, Φραντς φον Όπερσντορφ, αλλά την αφιέρωσε στους χορηγούς του, πρίγκηπα Φραντζ Γιόζεφ φον Λόμπκοβιτς και κόμη Αντρέι Ραζουμόφσκι. Το μεγαλύτερο μέρος της γράφτηκε το 1807 και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1808. Ήταν μια εποχή που η κυριαρχία της ναπολεόντειας Γαλλίας βρισκόταν στο απόγειό της, σε αντίθεση με την Αυστρία, που έχασε όλες τις κρίσιμες μάχες με σημαντικές απώλειες εδαφών. Ο Μπετόβεν, έχοντας δημοκρατικά φρονήματα, έτρεφε συμπάθεια για τη Γαλλία και τον Ναπολέοντα, έως το 1804, που αναγορεύθηκε σε Αυτοκράτορα. Σε προσωπικό επίπεδο, ο μεγάλος μουσουργός βίωνε μαρτυρικά τη σταδιακή απώλεια της ακοής του.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στο Θέατρο της Βιέννης στις 22 Δεκεμβρίου 1808 με τον Μπετόβεν στο πόντιουμ. Ήταν μια συναυλία - μαμούθ, διάρκειας τεσσάρων ωρών, με έργα του συνθέτη. Εκτός από την Πέμπτη, παρουσιάσθηκαν η Συμφωνία αρ.6, το Κοντσέρτο αρ.4 για πιάνο και ορχήστρα, η Φαντασία για πιάνο, χορωδία και ορχήστρα και αποσπάσματα από τη Λειτουργία σε ντο μείζονα.

Η υποδοχή του έργου από το κοινό ήταν χλιαρή και οφειλόταν στις αντίξοες συνθήκες, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συναυλία. Η ορχήστρα με μόνο μία πρόβα έκανε πολλά λάθη, ενώ η αίθουσα ήταν παγωμένη και το ακροατήριο εξουθενωμένο από τη μεγάλη διάρκεια της συναυλίας. Όμως, ένα χρόνο αργότερα, η Πέμπτη έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το κοινό της Βιέννης και συνοδεύτηκε από μία αποθεωτική κριτική του συνθέτη και συγγραφέα Ε.Τ.Α. Χόφμαν (Καρυοθραύστης) στη Γενική Μουσική Εφημερίδα.

Η Πέμπτη αποτελείται από τέσσερα μέρη:
Ι. Allegro con brio
II. Andate con moto
III. Allegro (Scherzo)
IV. Allegro
Είναι γραμμένη για 1 πίκολο, 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 1 κοντραφαγκότο, 2 κόρνα, 2 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, τύμπανα και ορχήστρα εγχόρδων.

Το αρχικό δραματικό μοτίβο με τις τέσσερις νότες (τρεις σύντομες και μία μεγάλη), είναι το πιο αναγνωρίσιμο στην ιστορία της μουσικής. Για κάποιους ακροατές αντιπροσωπεύει είτε τη μοίρα («έτσι χτυπά η μοίρα την πόρτα» έλεγε ο Μπετόβεν στον γραμματέα του Άντον Σίντλερ), είτε την πάλη του καλλιτέχνη με τον εχθρικό κόσμο, ή τη νίκη (στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της νίκης των Συμμάχων). Κυριαρχεί σε ολόκληρο το πρώτο μέρος και αποτελεί τον συνδετικό κρίκο με το λυρικό δεύτερο μέρος, με το μυστηριακό τρίτο και το θριαμβικό φινάλε.

Η Συμφωνία αρ. 5 του Μπετόβεν άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική και επηρέασε σπουδαίους συνθέτες, όπως οι Μπραμς, Τσαϊκόφσκι, Μπρούκνερ, Μάλερ και Μπερλιόζ. Μαζί με την Τρίτη και την Ενάτη αποτελούν τις πιο επαναστατικές συνθέσεις του Μπετόβεν.

 

Ρόμπιν Γκιμπ
1949 – 2012

Άγγλος τραγουδοποιός, γνωστός από τη συμμετοχή στο οικογενειακό συγκρότημα των Bee Gees, μαζί με τα αδέλφια του, Μόρις και Μπάρι.

Ο Ρόμπιν Χιου Γκιμπ (Robin Hugh Gibb) γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1949 στο νησί Μαν της Αγγλίας. Ο πατέρας, Χιου Γκιμπ, ήταν ντράμερ και η μητέρα του, Μπάρμπαρα Πας, τραγουδίστρια. Τη δεκαετία του '50 η οικογένεια Γκιμπ μετακόμισε στο Μάντσεστερ, όπου τα τρία αδέλφια άρχισαν να τραγουδούν σε διαγωνισμούς ταλέντων. Το 1958 η οικογένεια Γκιμπ μετανάστευσε στην Αυστραλία για την αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τα τρία αδέλφια άρχισαν και πάλι να τραγουδούν, αυτή τη φορά για το χαρτζιλίκι τους.

Μετά την επιστροφή τους στην Αγγλία το 1967, τα τρία αδέλφια υιοθέτησαν το όνομα Bee Gees (φωνητική απόδοση των αρχικών Brothers Gibb) και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία από το πρώτο κιόλας άλμπουμ τους. Τα επόμενα χρόνια έγραψαν μία σειρά από σπουδαία ποπ τραγούδια, που εντυπωσίαζαν με τις ενορχηστρώσεις των εγχόρδων και τη μελαγχολική τους διάθεση, η οποία θα φτάσει στα όρια της υπερβολής τη δεκαετία του '70. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκροτήματος, τα προσεγμένα και περίπλοκα φωνητικά τους, στα οποία συνεισέφερε καθοριστικά ο Ρόμπιν Γκιμπ. Από εμπορική άποψη, οι Bee Gees θεωρούνται από τα πιο επιτυχημένα μουσικά σύνολα, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 220 εκατομμύρια δίσκους.

Το 1969 ο Ρόμπιν Γκιμπ διαφώνησε με τον μεγάλο αδελφό του Μπάρι και ξεκίνησε σόλο καριέρα. Η επιτυχία τού χτύπησε νωρίς την πόρτα. Το σινγκλ Saved by the Bell έφθασε στο Νο1 του αγγλικού πίνακα επιτυχιών και με πωλήσεις άνω του ενός εκατομμυρίου αντιτύπων έγινε χρυσό. Δεν είχε την ίδια τύχη το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ Robin’s Reign, που κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Πέρασε απαρατήρητο στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά γνώρισε περιορισμένη επιτυχία στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Έτσι, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα προσωπικά του μουσικά σχέδια και να επαναδραστηριοποιηθεί στους Bee Gees. Τη δεκαετία του '80 κυκλοφόρησε τρία προσωπικά άλμπουμ, που γνώρισαν επιτυχία μόνο στην ηπειρωτική Ευρώπη. Στα τέλη του 2002 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Magnet, λίγες ημέρες πριν από τον θάνατο του δίδυμου αδελφού του Μόρις Γκιμπ, που σήμανε τη διάλυση των Bee Gees.

Στις 26 Μαρτίου του 2012, με τη συνεργασία του γιου του Ρόμπιν-Τζον  κυκλοφόρησε το άλμπουμ The Titanic Requiem, με αφορμή τα 100 χρόνια από την τραγωδία του Τιτανικού. Μία φιλόδοξη δουλειά, με τη συμμετοχή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου και του δικού μας Μάριου Φραγκούλη στα φωνητικά.

Στην προσωπική ζωή του, ο Ρόμπιν Γκιμπ παντρεύτηκε δύο φορές. Το 1968 τη γραμματέα της δισκογραφικής του εταιρείας Μόλι Χάλις, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Το ζευγάρι επέζησε του σιδηροδρομικού δυστυχήματος του Χίδερ Γκριν (5 Νοεμβρίου 1968), στο οποίο σκοτώθηκαν 49 άνθρωποι. Το 1980 χώρισαν και το 1982 ο Γκιμπ παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τη συγγραφέα Ντουίνα Μέρφι, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον μουσικό Ρόμπιν-Τζον.

Η Ντουίνα ενδιαφέρεται για τον Δρυϊδισμό και είναι πιστή Ινδουίστρια, ενώ ο Ρόμπιν είναι χορτοφάγος και απέχει συνειδητά από το αλκοόλ. Πολιτικά είναι οπαδός και χορηγός του Εργατικού Κόμματος της  Μεγάλης Βρετανίας και προσωπικός φίλος του πρώην πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ, τον οποίο φιλοξένησε στο σπίτι του στο Μαϊάμι τα Χριστούγεννα του 2006, προκαλώντας την αντίδραση του βρετανικού τύπου.

Τα τελευταία δύο χρόνια ο Ρόμπιν Γκιμπ αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα με την υγεία του. Στις 14 Αυγούστου 2010, κατά τη διάρκεια συναυλίας του στο Βέλγιο, ένοιωσε έντονους στομαχικούς πόνους. Υπεβλήθη σε εγχείρηση και οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εντέρου. Από τότε υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία, αλλά ο καρκίνος έκανε μετάσταση στο ήπαρ, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Mail on Sunday (22 Ιανουαρίου 2012). Στις 28 Μαρτίου εισήχθη σε νοσοκομείο του Λονδίνου για προγραμματισμένη επέμβαση στο έντερο. Στις 14 Απριλίου ανακοινώθηκε ότι υπέστη πνευμονία και έπεσε σε κώμα, από το οποίο συνήλθε μία εβδομάδα αργότερα. Πέθανε στις 20 Μαΐου του 2012.

 

Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου

Συμφωνικό ποίημα του γάλλου συνθέτη Κλοντ Ντεμπισί (1862-1918), η σύνθεση του οποίου ολοκληρώθηκε το 1894. Ένα από τα μουσικά αριστουργήματα, που προανήγγειλαν τη μουσική του 20ου αιώνα και την ατονικότητα, καθώς στο συγκεκριμένο έργο η τονικότητα φθάνει στα απώτατα όριά της. Το εναρκτήριο σόλο του φλάουτου είναι ένα από το πιο αναγνωρίσιμα μέρη της ορχηστρικής μουσικής. Ο πρωτότυπος τίτλος του στα γαλλικά είναι «Prélude à l'après-midi d'un faune».

Η σύνθεση αυτή του Ντεμπισί, που διαρκεί γύρω στα 10 λεπτά, είναι εμπνευσμένη από το ομότιτλο ποίημα του γάλλου συμβολιστή Στεφάν Μαλαρμέ (1842-1898) και γράφτηκε ανάμεσα στο 1892 και το 1894. Ο μουσικός όρος «πρελούδιο» (εισαγωγή) περιλαμβάνεται στον τίτλο του έργου, επειδή ο Ντεμπισί σκόπευε να γράψει άλλα δύο μέρη, που δεν ολοκλήρωσε ποτέ.

Για το έργο ο συνθέτης του έλεγε ότι είναι «μία ελεύθερη εικονογράφηση του ποιήματος, μία διαδοχή σκηνογραφιών, εντός των οποίων κινούνται, στη ζέστη του απομεσήμερου, τα όνειρα και οι επιθυμίες του Πανός (Φαύνου), που κουρασμένος από το κυνηγητό των Νυμφών και Ναϊάδων, βυθίζεται σ’ ένα μεθυστικό ύπνο, γεμάτο όνειρα, που στο τέλος βγαίνουν αληθινά».

Το έργο είναι ενορχηστρωμένο για τρία φλάουτα, δύο όμποε, αγγλικό κόρνο, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, τέσσερα κόρνα, δύο άρπες, δύο κρόταλα και ορχήστρα εγχόρδων. Η πρεμιέρα του δόθηκε στις 22 Δεκεμβρίου στο Παρίσι, με διευθυντή ορχήστρας τον πρωτοεμφανιζόμενο Ελβετό μαέστρο Γκιστάβ Ντορέ (1866-1944).

 

Κώστας Κλάββας
1934 – 2012

Έλληνας συνθέτης, ενορχηστρωτής και διευθυντής ορχήστρας, που διακρίθηκε στον τομέα της λεγόμενης ελαφράς μουσικής. Ένας από τους βασικούς πρωτεργάτες και διαμορφωτές της αίγλης του παλαιού φεστιβάλ τραγουδιού της Θεσσαλονίκης.

Ο Κώστας Κλάββας γεννήθηκε στον Πειραιά στις 22 Δεκεμβρίου 1934. Παππούς του ήταν ο πρωτοψάλτης και δάσκαλος της βυζαντινής μουσικής Κωνσταντίνος Κλάββας (1852-1917). Σπούδασε πιάνο και θεωρητικά στο Εθνικό Ωδείο (1945-1953) και σύνθεση με τον Γ. Α. Παπαϊωάννου στο Ελληνικό Ωδείο (1962-1966). Παράλληλα, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1952-1956).

Το 1954 πρωτοεμφανίστηκε στη μουσική ως πιανίστας ορχήστρας. Το 1959 διηύθυνε για πρώτη φορά την Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής του ΕΙΡ και την ίδια χρονιά έγραψε το πρώτο του τραγούδι με τίτλο Ένα γράμμα. Τη δεκαετία του '60 συνέθεσε μουσική για το κινηματογράφο και το θέατρο. Παράλληλα με την ελαφρά μουσική, εργάσθηκε και στον τομέα της σοβαρής μουσικής, με συνθέσεις για μικρά και μεγάλα μουσικά σύνολα.

Το 1960 ανέλαβε τη διεύθυνση της Ορχήστρας Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ και πλούτισε το ρεπερτόριό της με έξοχες, όσο και ευρηματικές ενορχηστρώσεις. Το 1961 συμμετείχε στην ίδρυση της Ελληνικής Μουσικής Εταιρείας, που δημιούργησε το Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης (1962). Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο για το τραγούδι του Πέταξε ένα πουλί, που ερμήνευσαν ο Γιάννης Βογιατζής και η Νινή Ζαχά.

Παράλληλα, ενορχήστρωσε και διηύθυνε πολλά δημοφιλή τραγούδια άλλων συνθετών, που βραβεύτηκαν στα Φεστιβάλ Τραγουδιού Αθηνών και Θεσσαλονίκης (Ήλιε μου γιε της χαραυγής του Γιώργου Κουρουπού, Αδέλφια μου αλήτες πουλιά του Τόλη Βοσκόπουλου, κ.ά). Την 1η Νοεμβρίου 1971 διηύθυνε την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε έργα Στραβίνσκι, Μαρτινού και Μπετόβεν.

Το 1967 υπήρξε συνιδρυτής της Σύγχρονης Σχολής Μουσικής, η οποία μετεξελίχθηκε υπό τη διεύθυνσή του στο Κεντρικό Ωδείο. Μαθητές του υπήρξαν, μεταξύ άλλων, οι συνθέτες Μπάμπης Κανάς και Αλέξανδρος Μούζας. Ο Κλάββας εφηύρε τον μουσικό κανόνα Dialton, στον οποίο είναι καταγραμμένη όλη η θεωρία της Μουσικής.

Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου (1968) και εκπροσώπησε τους Έλληνες μουσικούς σε συνέδρια της Διεθνούς Ομοσπονδίας Μουσικών (FIM). Υπήρξε μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών (ΕΕΜ) και της Ελληνικής Μουσικής Εταιρείας (ΕΜΕ). Τη διετία 1994-1996 δίδαξε ως ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Κώστας Κλάββας πέθανε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2012.

Εργογραφία

Τραγούδια (Ενδεικτικά)

  • Αν ποτέ διψάσεις
  • Ένα δωράκι
  • Κισσός ειν' η αγάπη μας
  • Η Μορφονιά
  • Άσπρα πανιά
  • Ατέλειωτη είναι η προσμονή
  • Βαθιά γαλάζια κύματα
  • Γκιουλινάρ
  • Το ποτάμι
  • Το κρασί
  • Το αγόρι π' αγαπώ
  • Τα καλοκαίρια
  • Σου το 'πα μια και δυο και τρεις
  • Σαν Νύχτα (Βασίλισσά μου)
  • Κάπου με ξέρεις

Μουσική για ταινίες

  • «Βοήθεια... με παντρεύουνε! / Οικογένεια Παπαδόπουλου» του Ροβήρου Μανθούλη (1961)
  • «Οργή» του Βασίλη Γεωργιάδη (1962)
  • «Η κυρία του κυρίου» του Γιάννη Δαλιανίδη (1962)
  • «Αυτό το κάτι άλλο!» του Γρηγόρη Γρηγορίου (1963)
  • «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει...» του Ορέστη Λάσκου (1963)
  • «Ο Εμίρης κι ο κακομοίρης» του Ορέστη Λάσκου (1964)
  • «Κόσμος και κοσμάκης» του Ορέστη Λάσκου (1964)
  • «Οι φτωχοδιάβολοι» του Τζον Κρίστιαν (1964)
  • «Αμφιβολίες» του Γρηγόρη Γρηγορίου (1964)
  • «Και οι 14 ήσαν υπέροχοι» του Βαγγέλη Σειλινού (1966).
  • «Το πρόσωπο της ημέρας» του Ορέστη Λάσκου (1965)
  • «Να ζη κανείς ή να μη ζη;» του Ορέστη Λάσκου (1966)
  • «Φουσκοθαλασσιές» του Ορέστη Λάσκου (1966)
  • «Φίφης ο ακτύπητος» του Κώστα Λυχναρά (1966)
  • «Κατηγορώ το κορμί μου» του Ερρίκου Ανδρέου (1969).

Έργα Συμφωνικής Μουσικής (Ενδεικτικά)

  • Τρίπτυχο μιας καλοκαιρινής μέρας (για ορχήστρα, 1963)
  • Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα (1968)
  • Πολύμετρον (για ορχήστρα, 1975)
  • Σονατίνα για βιολί και πιάνο (1976)
  • Σουίτα Ι , για φλάουτο, κλαρινέτο, βιολί και τσέλο (1976)
  • Κοντσέρτο πίκολο (για 4 σαξόφωνα και ορχήστρα εγχόρδων 1984)
  • Θέμα και παραλλαγές για πιάνο και oρχήστρα (1987)
  • Σουίτα αρχαιοελληνικών Χορών (για συγκρότημα πνευστών, 1988)
  • Σκίτσα για ορχήστρα (1988)
  • Μουσική για 10 πνευστά, πιάνο, κρουστά και έγχορδα (1989)
  • 2 Κομμάτια για πιάνο (σε θέματα του Μάνου Χατζιδάκι, 1990)
  • Τροπάριο της Κασσιανης (για μικτή χορωδία και έγχορδα, 1992)
  • Ρήσεις (για κουαρτέτο εγχόρδων, 1994)
  • Ψαλμοί ΙΙ (για χορωδία, σύνολο πνευστών και αφηγητή, 1996)

 

Αλσίδες Γκίτζια
1926 – 2015

Ιταλο-ουρουγουανός ποδοσφαιριστής, που έγραψε τ’ όνομα του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όταν οδήγησε την Ουρουγουάη στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 μέσα στο Μαρακανά.

Ο Αλσίδες Εδγάρδο Γκίτζια (Alcides Edgardo Ghiggia) γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο στις 22 Δεκεμβρίου 1926 από γονείς ιταλικής καταγωγής. Ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1945 στη Σουντ Αμέρικα και από το 1948 έως το 1953 αγωνίστηκε στην Πενιαρόλ (169 εμφανίσεις, 26 γκολ), με την οποία έφτιαξε το όνομά του ως δεξιός εξτρέμ.

Το 1950 κλήθηκε στην εθνική ομάδα της Ουρουγουάης, ενόψει του Μουντιάλ της Βραζιλίας. Στις 16 Ιουλίου 1950 ήταν αυτός που οδήγησε την Ουρουγουάη στην κατάκτηση του Παγκόσμιου Κυπέλλου, επιτυγχάνοντας το νικητήριο γκολ μέσα στο «Μαρακανά» στον τελικό του Μουντιάλ κόντρα στη Βραζιλία (2-1). «Μόνο τρεις άνθρωποι έχουν καταφέρει να σιγήσει το Μαρακανά. Ο Πάπας, ο Φρανκ Σινάτρα κι εγώ», είχε δηλώσει ο θρυλικός άσος της «σελέστε» για τον ιστορικό αγώνα στο Μαρακανά, όταν μπροστά σε 200 χιλιάδες φιλάθλους έστειλε την μπάλα στα δίχτυα και χάρισε στη χώρα του το δεύτερο τρόπαιο του Μουντιάλ. Συνολικά, στην εθνική Ουρουγουάης αγωνίστηκε 12 φορές και πέτυχε τέσσερα γκολ.

Το 1953 πήρε μετεγγραφή για τη Ρόμα, στην οποία αγωνίστηκε έως το 1961 (201 εμφανίσεις, 19 γκολ), ενώ έπαιξε και τέσσερα ματς με τη Μίλαν την περίοδο 1961-1962. Έχοντας λάβει την ιταλική υπηκοότητα αγωνίστηκε πέντε φορές με την εθνική Ιταλίας τη διετία 1957-1959 (1 γκολ). Έκλεισε την καριέρα του 1967 αγωνιζόμενος για πέντε χρόνια με την Ντανούμπιο του Μοντεβιδέο (128 εμφανίσεις, 12 γκολ). Το 1980 ανέλαβε ως προπονητής για λίγα παιγνίδια τις τύχες της Πενιαρόλ.

Ο Αλσίδες Γκίτζια πέθανε στις 16 Ιουλίου 2015 στο Μοντεβιδέο, ανήμερα της 65ης επετείου του μεγάλου κατορθώματός του.

 

πηγη: www.sansimera.gr

#s3gt_translate_tooltip_mini { display: none !important; }
 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου