Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 21 Αύγ 2018
Τρίτη 21 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 21 Αυγούστου 2018Τρίτη 21 Αυγούστου 2018Τρίτη 21 Αυγούστου 2018Τρίτη 21 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:44 – Δύση Ήλιου: 20:11
  • Διεθνής Ημέρα Μνήμης και Τιμής στα Θύματα της Τρομοκρατίας.
  • Γιορτάζουν:  Ιούδας, Ιουδήθ

Σαν Σήμερα...

 

1866
 
 Σε γενική συνέλευση των Κρητών στα Σφακιά αποφασίζεται η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Αρχίζει η Κρητική Επανάσταση, που θα διαρκέσει έως το 1869, χωρίς επιτυχία.

 

1940
 
 Λέων Μπρονστάιν, γνωστότερος ως Τρότσκι, ρώσος πολιτικός, ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης. (Γεν. 26/10/1879)

Λέων Τρότσκι
1879 – 1940

Ουκρανός επαναστάτης, ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επικράτηση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, διετέλεσε κομισάριος Εξωτερικών και Πολέμου και θεωρήθηκε διάδοχος του Λένιν στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης. Ηττήθηκε, όμως, στη μάχη της διαδοχής από τον Στάλιν, εξορίστηκε και δολοφονήθηκε. Οι οπαδοί του διαμόρφωσαν το πολιτικό ρεύμα του Τροτσκισμού, στο πλαίσιο του Μαρξισμού - Λενινισμού.

Ο Λιεφ Νταβίντοβιτς Μπρόνσταϊν (Lev Davidovich Bronshtein), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου (7 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) του 1879 στο χωριό Γιανόφκα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (νυν Μπερεσλάφκα Ουκρανίας). Ο εβραϊκού θρησκεύματος πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής, ενώ η μητέρα του Άννα ανήκε στη μεσοαστική τάξη και ήταν μορφωμένη.

Σε ηλικία οκτώ ετών, στάλθηκε από τους γονείς του σε σχολείο της Οδησσού, όπου έζησε τα επόμενα οκτώ χρόνια στο σπίτι του ανιψιού της μητέρας του, ενός φιλελεύθερου διανοούμενου. Το νεαρό αγόρι διακρίθηκε για την ευφυΐα του και τον χαρισματικό τρόπο με τον οποίο χειριζόταν τον γραπτό και προφορικό λόγο.

Όταν πήγε στο Νικολάγεφ το 1896 για να ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές του, ήλθε σε επαφή με μία παράνομη σοσιαλιστική οργάνωση και μυήθηκε στο Μαρξισμό. Αφού φοίτησε για λίγο στο πανεπιστήμιο της Οδησσού, το 1897 επέστρεψε στο Νικολάγεφ για να συμβάλει στην οργάνωση της παράνομης «Ένωσης Νοτιο-Ρώσων Εργατών».

Τον Ιανουάριο του 1898 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Σιβηρία για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σιβηρία, εντάχθηκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας και παντρεύτηκε τη συνεργάτριά του Αλεξάνδρα Σοκολόφσκαγια, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

Το 1902 δραπέτευσε από τη Σιβηρία, χρησιμοποιώντας ένα πλαστό διαβατήριο με το όνομα Λέων Τρότσκι (Leon Trotsky), με το οποίο είναι γνωστός μέχρι τις μέρες μας. Για τα επόμενα 15 χρόνια έζησε στο εξωτερικό με μικρά διαλείμματα επιστροφής στην πατρίδα. Τον Ιούλιο του 1903, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, κατά τη διάρκεια του δευτέρου συνεδρίου του στις Βρυξέλλες και το Λονδίνο, διασπάστηκε σε «μπολσεβίκους» («πλειοψηφούντες») με επικεφαλής τον Λένιν και «μενσεβίκους» («μειοψηφούντες»), στους οποίους εντάχθηκε και ο Τρότσκι.

Οι «μενσεβίκοι» πρέσβευαν μία δημοκρατική προσέγγιση του σοσιαλισμού και ο Τρότσκι εναντιωνόταν στον Λένιν, απορρίπτοντας τις δικτατορικές μεθόδους του και τις οργανωτικές εκείνες αντιλήψεις που απέβλεπαν μόνο στην άμεση έναρξη της επανάστασης. Λίγο νωρίτερα, ο Τρότσκι είχε γνωρίσει και παντρευτεί στο Παρίσι τη δεύτερη σύζυγό του, τη ρωσίδα επαναστάτρια Ναταλία Σέντοβα, με την οποία απέκτησε δύο γιους.

Μόλις ξέσπασαν οι επαναστατικές ταραχές του 1905, ο Τρότσκι επέστρεψε στη Ρωσία και οργάνωσε τα Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Μετά τη συντριβή του κινήματος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του συνέγραψε το μείζον έργο του «Αποτελέσματα και Προοπτικές», στο οποίο διατύπωσε τη θεωρία του για τη διαρκή επανάσταση. Επρόκειτο για μία προσπάθεια να προσαρμόσει τη μαρξιστική θεωρία στη ρωσική πραγματικότητα, δηλαδή στις συνθήκες μιας υπανάπτυκτης χώρας, που βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό.

Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι μία αστική επανάσταση στη Ρωσία θα οδηγούσε σε μία διαρκή επανάσταση ή αλλεπάλληλες επαναστάσεις, κατά τις οποίες το προλεταριάτο θα έβρισκε την ευκαιρία να καταλάβει την εξουσία στα αστικά κέντρα. Αν και η Ρωσία ήταν μία κυρίως αγροτική χώρα, αυτή η κυριαρχία στα αστικά της κέντρα δεν θα ήταν προσωρινή, επειδή η επανάσταση στη Ρωσία θα είχε ως επακόλουθο μία παρόμοια κατάσταση διαρκούς επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ρωσική εξέγερση θα αποτελούσε παράδειγμα για τους προλετάριους της Δύσης, ώστε να εξεγερθούν, και θα οδηγούσε έτσι στην εγκαθίδρυση σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα υποστήριζαν τους επαναστάτες στη Ρωσία.

Το 1907, αφού εκτοπίστηκε για δεύτερη φορά στη Σιβηρία, κατάφερε και πάλι να διαφύγει στο εξωτερικό. Εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βιέννη , όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος και το 1912-1913 παρακολούθησε τους Βαλκανικούς Πολέμους ως πολεμικός ανταποκριτής. Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου συντάχθηκε με την πλειοψηφία των Ρώσων Σοσιαλδημοκρατών, που καταδίκαζαν τον πόλεμο και αρνούνταν να υποστηρίξουν τις πολεμικές προσπάθειες του τσάρου.

Μετά την έκρηξη της Φεβρουαριανής Επανάστασης του 1917 επέστρεψε στη Ρωσία και παρά τις διαφωνίες του με τον Λένιν, εντάχθηκε στους «Μπολσεβίκους» κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης τον ίδιο χρόνο και την ανάληψη της εξουσίας από τους κομουνιστές. Το πρώτο πόστο που ανέλαβε ήταν αυτό του κομισάριου επί των Εξωτερικών και διαπραγματεύτηκε την έξοδο της Ρωσίας από τον πόλεμο και τη σύναψη ειρήνης με τη Γερμανία το 1918 («Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ»).

Κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφύλιου Πολέμου (1917-1922) διετέλεσε κομισάριος του Πολέμου και δημιούργησε τον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος συνετέλεσε στη συντριβή των «Λευκών» αντεπαναστατών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη στερέωση του νέου καθεστώτος. Ο Τρότσκι απέκτησε αίγλη και προβαλλόταν ως διάδοχος του Λένιν, όμως η πνευματική του ανωτερότητα και υπεροψία, καθώς και η εβραϊκή του καταγωγή λειτούργησαν εναντίον του. Έχοντας λιγοστούς φίλους στο μηχανισμό του κόμματος, έγινε εύκολη λεία για τον μηχανορράφο και πανούργο Στάλιν, ο οποίος μετά τον πρόωρο θάνατο του Λένιν (21 Ιανουαρίου 1924) ανέλαβε τα ηνία της Σοβιετικής Ένωσης.

Το Νοέμβριο του 1927, ο Τρότσκι εκδιώχθηκε από το κομουνιστικό κόμμα, τον Ιανουάριο του 1928 εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία και τον Ιανουάριο του 1929 κρίθηκε ανεπιθύμητος στη Σοβιετική Ένωση κι εξορίστηκε. Αφού περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες (Τουρκία, Γαλλία, Νορβηγία), το 1936 εγκαταστάθηκε στο Μεξικό, συνεχίζοντας τον πολιτικό αγώνα του κατά του σταλινικού καθεστώτος, που το θεωρούσε μία γραφειοκρατική διαστροφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στις 20 Αυγούστου 1940 ένας ισπανός κομουνιστής ονόματι Ραμόν Μερκαντέρ, εκτελώντας πιθανώς εντολές του Στάλιν, τον τραυμάτισε σοβαρά μ’ ένα τσεκούρι αλπινιστή. Την επομένη, 21 Αυγούστου 1940, ο Λέων Τρότσκι άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 60 ετών.

Γεγονότα

 


μ.Χ.

1911
Ένας ιταλός σερβιτόρος αφαιρεί από το μουσείο του Λούβρου τον διάσημο πίνακα «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Θα βρεθεί δύο χρόνια αργότερα.

Η κλοπή της «Μόνα Λίζα»

Η Μόνα Λίζα ή Τζοκόντα είναι αναμφισβήτητα το δημοφιλέστερο έργο ζωγραφικής. Το φιλοτέχνησε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι από το 1503 έως το 1507 στη Φλωρεντία, αλλά γρήγορα πέρασε σε γαλλικά χέρια. Αγοράσθηκε από τον γάλλο ηγεμόνα Φραγκίσκο Α' για τον πύργο του στο Φοντενεμπλό, φιλοξενήθηκε στο ανάκτορο των Βερσαλιών από τον Λουδοβίκο τον 14ο, κόσμησε την κρεβατοκάμαρα του Μεγάλου Ναπολέοντα και από το 1804 εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Το μεσημέρι της 22ας Αυγούστου 1911 οι Γάλλοι πάγωσαν, όταν πληροφορήθηκαν ότι ο μοναδικός αυτός πίνακας είχε κλαπεί. Τις επόμενες μέρες το θέμα ήταν πρωτοσέλιδο στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου. Το περιστατικό αποκαλύφθηκε στις 11 το πρωί της 22ας Αυγούστου, όταν ο ζωγράφος Λουί Μπερού, που συνήθιζε να ζωγραφίζει αντίγραφα της Τζοκόντα και να τα πουλά στους επισκέπτες του Μουσείου, παρατήρησε με έκπληξη ότι ο πίνακας απουσίαζε από τη θέση του. Το ανέφερε στον αρμόδιο φύλακα, ο οποίος εντελώς βαριεστημένα του απάντησε ότι ίσως να βρισκόταν για συντήρηση. Ήταν Τρίτη και την προηγούμενη ημέρα (21 Αυγούστου) το Λούβρο ήταν κλειστό, λόγω της καθιερωμένης αργίας της Δευτέρας.

Όταν διαπιστώθηκε ότι η Μόνα Λίζα δεν βρισκόταν στο συντηρητήριο σήμανε συναγερμός. Οι πόρτες του Μουσείου σφραγίστηκαν, τα σύνορα της Γαλλίας έκλεισαν και την υπόθεση ανέλαβε η αστυνομία, με επικεφαλής τον επιθεωρητή Λουί Λεπέν. Μία από τις πρώτες ενέργειες της γαλλικής κυβέρνησης ήταν να θέσει σε διαθεσιμότητα τον διευθυντή του Λούβρου Τεοφίλ Ομόλ, ο οποίος πριν από λίγους μήνες κόμπαζε ότι κανείς δεν μπορεί να κλέψει τη Μόνα Λίζα από το Μουσείο του.

Σχεδόν αμέσως, ο επιθεωρητής Λεπέν διαπίστωσε την κλοπή, καθώς ανακάλυψε την κορνίζα του πίνακα κάτω από μια σκάλα, πολύ κοντά στο σημείο που εκτίθετο η Τζοκόντα. Τώρα έπρεπε να ανακαλύψει τον δράστη ή τους δράστες του ανοσιουργήματος. Οι έρευνές του στράφηκαν στους κατώτερους υπαλλήλους του Μουσείου με τους γλίσχρους μισθούς, στους εμπόρους τέχνης του Παρισιού και στους νεαρούς καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ, που διάκειτο εχθρικά στην παραδοσιακή τέχνη. Οι παριζιάνοι από την πλευρά τους πίστευαν ότι πίσω από τη θρασύτατη κλοπή μπορεί να βρισκόταν κάποιος αμερικανός μεγιστάνας ή ήταν έργο της Γερμανίας, που ήθελε να δυσφημήσει τη μεγάλη της αντίπαλο. Όταν το Λούβρο άνοιξε και πάλι τις πύλες του στις 29 Αυγούστου, χιλιάδες Γάλλοι περνούσαν μπροστά από την άδεια θέση της Τζοκόντα και έκλαιγαν γοερά, λες και είχαν χάσει ένα προσφιλές τους πρόσωπο.

Βιτσέντζο Περούτζια

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1911 μία ακόμη έκπληξη περίμενε τους παριζιάνους. Η αστυνομία ανακοίνωσε τη σύλληψη του διακεκριμένου γαλλοπολωνού ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και του ανερχόμενου ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο, ως υπόπτων για την κλοπή. Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια μέρα, καθώς δεν προέκυψε το παραμικρό στοιχείο εις βάρος του και ο Απολινέρ πέντε μέρες αργότερα. Ο Τύπος, όμως, είχε φροντίσει να τους χρίσει ενόχους: «Ο Απολινέρ είναι αρχηγός διεθνούς σπείρας που έχει έρθει στη Γαλλία με σκοπό να ξαφρίσει τα μουσεία μας» έγραφε η «Paris Journal» στις 13 Σεπτεμβρίου. Τρομοκρατημένος ο ποιητής πρόλαβε να γράψει στίχους στο κελί του, προτού πέσει σε βαθιά μελαγχολία. Η σύντομη κράτησή του και οι ανυπόστατες εις βάρος του κατηγορίες αμαύρωσαν σοβαρά τη φήμη και την αξιοπιστία του.

Για τα επόμενα δύο χρόνια οι έρευνες περιέπεσαν σε τέλμα, παρότι οι κλέφτες επικυρήχθηκαν με μεγάλα ποσά από το κράτος και ιδιώτες. Η Τζοκόντα είχε κάνει φτερά και πολύς κόσμος πίστευε ότι είχε καταστραφεί. Η κατάσταση άλλαξε άρδην στις 29 Νοεμβρίου 1913, όταν ο ιταλός γκαλερίστας Αλφρέντο Τζέρι έλαβε ένα γράμμα ταχυδρομημένο από το Παρίσι. Ο αποστολέας του, κάποιος Λεονάρντο Βιτσέντσο, του έγραφε ότι έχει στην κατοχή του τη Μόνα Λίζα και ότι σκόπευε να τη χαρίσει στην Ιταλία, αφού λάμβανε μια εύλογη αμοιβή.

Ο Τζέρι έκλεισε ραντεβού στον Βιτσέντζο στις 10 Δεκεμβρίου στην γκαλερί του στη Φλωρεντία. Παρών στη συνάντηση ήταν και ο Τζιοβάνι Πότζι, διευθυντής της διάσημης πινακοθήκης της πόλης «Ουφίτσι», που δεν πολυπίστεψε αυτή την ιστορία. Την επομένη ο Βιτσέντζο οδήγησε τους δύο άνδρες στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του «Τρίπολι-Ιτάλια». Με αποφασιστικές κινήσεις άνοιξε ένα μπαούλο και από ένα κρυφό πάτο τους φανέρωσε τον διάσημο πίνακα. Οι δύο άνδρες έδειξαν συγκρατημένη έκπληξη, καθώς γνώριζαν ότι κυκλοφορούν δεκάδες πλαστές Τζοκόντες. Για καλό και για κακό είχαν ειδοποιήσει τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι συνέλαβαν τον Βιτσέντσο.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης αποκαλύφθηκε ότι το πραγματικό όνομα του Λεονάρντο Βιτσέντζο ήταν Βιτσέντζο Περούτζια. Ήταν τριάντα ετών με καταγωγή από το Κόμο και για ένα διάστημα είχε δουλέψει ως ξυλουργός στο Λούβρο. Όταν έγινε γνωστό ότι ο πίνακας ήταν ο αυθεντικός, ένα κύμα συμπάθειας σηκώθηκε υπέρ του Περούτζια. Η κοινή γνώμη θεώρησε την πράξη του πατριωτική, αφού το βασικό του κίνητρο ήταν να φέρει τη Μόνα Λίζα στην κοιτίδα της. Την ίδια γνώμη φαίνεται να είχαν και οι δικαστές, που τον καταδίκασαν σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο Περούτζια αποκάλυψε ότι αφαίρεσε τη Μόνα Λίζα από τη θέση της μεταμφιεσμένος σε συντηρητή του Μουσείου. Την έκρυψε κάτω από τη φόρμα του (ο πίνακας έχει μέγεθος 0,53 x 0,77 μ.) και βγήκε σαν κύριος από το Μουσείο. Το κρησφύγετό του ήταν μόλις ένα χιλιόμετρο από το Λούβρο.

Η Μόνα Λίζα παρέμεινε για ένα μήνα στην Ιταλία, προτού επιστρέψει στη Γαλλία. Εκτέθηκε στο «Ουφίτσι» και στα μεγαλύτερα μουσεία της Ιταλίας και εκατομμύρια Ιταλών θαύμασαν το αινιγματικό της χαμόγελο. Στις 31 Δεκεμβρίου 1913, 60.000 άνθρωποι την κατευόδωσαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνου. Ταξίδεψε σε ειδικά φυλασσόμενο βαγόνι της ταχείας Μιλάνου - Παρισίων και από τις 4 Ιανουαρίου 1914 εγκαταστάθηκε και πάλι στο Λούβρο, όπου εκτίθεται έως σήμερα, κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας.

1926

  Εκδηλώνεται το κίνημα Κονδύλη και ανατρέπεται ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος.

Γεώργιος Κονδύλης
1879 – 1936

Στρατιωτικός και πολιτικός, που διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Γεννήθηκε 14 Αυγούστου 1879 στον Προυσσό Ευρυτανίας και στα 18 του χρόνια κατατάχθηκε ως εθελοντής στο στρατό.

Συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση (1896), στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1897) και τον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) ως οπλαρχηγός. Το 1910 ονομάζεται ανθυπολοχαγός και συμμετέχει με το βαθμό του υπολοχαγού στους Βαλκανικούς Πολέμους, προαχθείς κατ' εκλογήν μετά το τέλος τους στο βαθμό του Λοχαγού. Το 1915 τοποθετείται ως αξιωματικός επιτελείου της 6ης Μεραρχίας, λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων που επέδειξε στα πεδία των μαχών. Σπάνια περίπτωση για έναν αξιωματικό που δεν είχε αποφοιτήσει από την Ευελπίδων.

Ο Κονδύλης ήταν θερμός οπαδός του Ελευθέριου Βενιζέλου και κατά τη διάρκεια του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στάθηκε πιστά στο πλευρό του, προαχθείς σε ταγματάρχη. Ως διοικητής τάγματος διακρίθηκε σε πολλές μάχες του Βαλκανικού Μετώπου κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και έλαβε κατ' εκλογήν τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Το 1918 συμμετείχε στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, που εστάλη στην Ουκρανία για την καταπολέμηση των Mπολσεβίκων και προήχθη και πάλι κατ' εκλογή στο βαθμό του συνταγματάρχη.

Ο Κονδύλης συμμετείχε στη Μικρασιατική Eκστρατεία, αλλά μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, που έφερε στην εξουσία τις αντιβενιζελικές δυνάμεις, κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ηγήθηκε κινήσεως για την ανατροπή της υφισταμένης καταστάσεως στην Ελλάδα. Μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης (Ιούνιος 1923) αποστρατεύτηκε, αλλά επανήλθε στο στράτευμα τον Οκτώβριο του 1923, μετά την έκρηξη του κινήματος των στρατηγών Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη, που εστρέφετο κατά του επαναστατικού κινήματος του Πλαστήρα. Τον Νοέμβριο του 1923, με την αποφασιστική του συμβολή στην κατάπνιξη του κινήματος, έλαβε το βαθμό του υποστρατήγου και το προσωνύμιο «Κεραυνός» για την ταχεία καταστολή του.

Αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα, με πρώτο σταθμό την εκλογή του ως βουλευτή Ροδόπης με τη «Δημοκρατική Ένωση» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923. Στις 12 Μαρτίου 1924 ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών κι ένα χρόνο αργότερα το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου.

Στις 21 Αυγούστου 1926 συνετέλεσε καθοριστικά στην ανατροπή της οπερετικής δικτατορίας του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου. Ο δικτάτορας, που παραθέριζε στις Σπέτσες, προσπάθησε να αντιδράσει με το Ναυτικό, αλλά ο Κονδύλης είχε προσεταιρισθεί στρατιωτικούς φίλα προσκείμενους στον Πάγκαλο, που βρίσκονταν σε θέσεις - κλειδιά στον στρατό ξηράς. Τον Φεβρουάριο του 1926 ο Κονδύλης είχε επιχειρήσει να ανατρέψει τον Πάγκαλο, αλλά προδόθηκε και εκτοπίστηκε στη Σαντορίνη. Απελευθερώθηκε δύο μήνες αργότερα, όταν υποστήριξε την υποψηφιότητα Πάγκαλου για την Προεδρία της Δημοκρατίας.

Στις 26 Αυγούστου 1926 ο Κονδύλης σχημάτισε κυβέρνηση και στις 9 Σεπτεμβρίου κατέστειλε με αιματηρό τρόπο κίνημα των «παγκαλικών» αξιωματικών Ναπολέοντα Ζέρβα και Βασιλείου Ντερτιλή, οι οποίοι τον είχαν βοηθήσει στην ανατροπή του δικτάτορα. Στις 7 Νοεμβρίου οδήγησε τη χώρα σε ανόθευτες εκλογές με απλή αναλογική. Ο Κονδύλης και η παράταξή του δεν πήραν μέρος στις εκλογές, κάτι που συνέβη στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928, όταν το «Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα» έλαβε 9 έδρες και ο ίδιος εκλέχθηκε βουλευτής Καβάλας.

Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 ο Κονδύλης μετονόμασε το κόμμα του σε Εθνικοριζοσπαστικό κι έλαβε 6 έδρες, συνεργαζόμενος με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, εκλεγείς ο ίδιος βουλευτής Τρικάλων. Καθώς κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε αυτοδύναμη πλειοψηφία, ο Κονδύλης έκανε τη μεγάλη στροφή και συνεργάστηκε με το αντιβενιζελικό Λαϊκό Κόμμα, λαβών το Υπουργείο Στρατιωτικών από τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933 συνεργάστηκε και πάλι με τους Λαϊκούς, αυξάνοντας τις έδρες του κόμματός του σε 11. Στην κυβέρνηση Τσαλδάρη που σχηματίστηκε ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Παραμονές του κινήματος 1935. O πρωθυπουργός Π. Τσαλδάρης, συνοδευόμενος από τον υπουργό Στρατιωτικών Γ. Κονδύλη και τον διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Δ. Πετρίτη.

Ο Κονδύλης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της καταστολής του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, που έγινε από βενιζελικούς αξιωματικούς, υπό τις ευλογίες του ευρισκομένου στη Γαλλία, Ελευθερίου Βενιζέλου. Κατά τη διάρκεια του κινήματος, ανακλήθηκε στο στράτευμα με τον βαθμό του αντιστρατήγου. Στις εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935, το κόμμα κέρδισε 35 έδρες και λίγες μέρες αργότερα τάχθηκε υπέρ της επαναφοράς της βασιλείας, απογοητευμένος από την εντεκάχρονη προβληματική πορεία της Αβασίλευτης Δημοκρατίας στη χώρα.

Στις 10 Οκτωβρίου ο Κονδύλης σχημάτισε κυβέρνηση μετά την εξαναγκαστική παραίτηση Τσαλδάρη. Κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα και έθεσε τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας, κυβερνώντας δικτατορικά. Αυτοανακηρύχθηκε αντιβασιλιάς και στις 3 Νοεμβρίου διενήργησε δημοψήφισμα, στο οποίο το 97,8% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ της βασιλείας. Η βενιζελική παράταξη απείχε και τα ψηφοδέλτια του «ναι» βρέθηκαν περισσότερα από τους ψηφίσαντες. Παραιτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου, διαφωνώντας με τον Γεώργιο Β' στο θέμα της αμνήστευσης των κινηματιών του 1935.

Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 ο Κονδύλης συνέπραξε με την αντιβενιζελική «Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση» (Ι. Θεοτόκης, Ι. Ράλλης κ.ά) και εξέλεξε 15 βουλευτές. Λίγες μέρες αργότερα, την 1η Φεβρουαρίου, πέθανε από καρδιακή προσβολή.

Ο Γεώργιος Κονδύλης υπήρξε λαμπρός στρατιωτικός και ισχυρή πολιτική προσωπικότητα, που σημάδεψε με τρεις πράξεις της τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Κατήργησε τη Δικτατορία Πάγκαλου, διενήργησε τις αδιάβλητες εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 και αναστήλωσε τον ελληνικό θρόνο, έπειτα από 11 χρόνια Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Ήταν θαυμαστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για τον οποίον επιθυμούσε κάποτε να γράψει ένα βιβλίο, αλλά τον πρόλαβε ο θάνατος. Το μαρτυρούν τα χειρόγραφα που βρέθηκαν στο γραφείο του.

Θεόδωρος Πάγκαλος
1878 – 1952

Στρατιωτικός και πολιτικός από τη Σαλαμίνα. Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1878 από πατέρα γιατρό και πολιτευόμενο, αρβανίτικης καταγωγής. Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, κατατάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1900, πρώτος στην τάξη του, ως ανθυπολοχαγός πεζικού. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία και συγκεκριμένα στην Ακαδημία Πολέμου του Παρισιού. Έφρασε μέχρι το βαθμό του αντιστρατήγου (1924) και αποστρατεύτηκε οριστικά το 1926.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος έλαβε μέρος στο Κίνημα του 1909 ως ένα από τα πιο ενεργά μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου και στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Το 1916 υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη διαμάχη του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και ανταμείφθηκε με σημαντική θέση στο Υπουργείο Πολέμου. Μετέσχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης, αλλά το 1920 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστρατήγου, όταν οι «κωνσταντινικοί» ήλθαν στην εξουσία.

Το 1922 υποστήριξε την Επανάσταση Πλαστήρα, που κατήργησε τη Μοναρχία και ανακήρυξε τη Β' Ελληνική Δημοκρατία. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επικράτησή της, αν και απόστρατος, καθώς ηγήθηκε των δυνάμεων που κατέλαβαν την Αθήνα. Επανελθών εις την ενεργό υπηρεσία, ανέλαβε διοικητής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής για τους υπευθύνους της Μικρασιατικής Καταστροφής, που οδήγησε στη «Δίκη των 6».

Το Νοέμβριο του 1922 ανέλαβε για ένα μήνα το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Γονατά και στη συνέχεια τοποθετήθηκε διοικητής της νεοσύστατης Στρατιάς του Έβρου. Εργάσθηκε υπεράνθρωπα, και συντόμου χρονικού διαστήματος κατόρθωσε να τη μετατρέψει σε μια αξιόμαχη μονάδα, ενόψει της επικείμενης Συνθήκης της Λωζάνης, που θα καθόριζε, μεταξύ άλλων, και την έκταση του ελληνικού κράτους.

Ο Πάγκαλος αντιτάχθηκε στη Συνθήκη της Λωζάνης, καθώς επιθυμούσε να επιτεθεί στην Τουρκία και να φθάσει ως την Κωνσταντινούπολη. Εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, αλλά η σθεναρή στάση του τον έκανε δημοφιλή σε μεγάλο τμήμα του στρατού. Επανήλθε στο στράτευμα για την καταστολή του αντιβενιζελικού κινήματος των Λεοναρδόπουλου - Γαργαλίδη (22 Οκτωβρίου 1923).

Σε μια περίοδο έντονης κυβερνητικής αστάθειας, ο Πάγκαλος αποφάσισε να βάλει τη δική του σφραγίδα στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Δημοκρατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, το οποίο ανέλαβε την εξουσία στις 12 Μαρτίου 1924. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος έγινε Υπουργός Εννόμου Τάξεως και μετά δύο μήνες ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Παραιτήθηκε στις 26 Ιουλίου, όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, τον οποίο διαδέχθηκε ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος στις 27 Οκτωβρίου 1924.

Στις 25 Ιουνίου 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος και ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, με το επιχείρημα ότι η χώρα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας. Από την πρώτη στιγμή, δεν έκρυψε τις προθέσεις του: «Είμεθα κατάστασις. Δι' ημάς δεν υπάρχει Βενιζελισμός και Κωνσταντινισμός, διότι δεν υπάρχουν πλέον τα εκπροσωπούντα τα δύο ταύτα κόμματα, πρόσωπα. Ο μεν Βενιζέλος απέθανε πολιτικώς, ο δε Κωνσταντίνος φυσιολογικώς».

Κατόρθωσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και σχημάτισε επιτροπή για τον καταρτισμό νέου Συντάγματος. Το νέο Σύνταγμα ψηφίσθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1925, αλλά δημοσιεύτηκε ουσιωδώς τροποποιημένο από τον ίδιο στις 29 Σεπτεμβρίου 1925. Την ίδια ημέρα διέλυσε τη Βουλή, επειδή «είχε εκπέσει στη συνείδηση του έθνους», όπως δήλωσε.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917

Σχεδόν αμέσως άρχισαν οι διώξεις όσων αμφισβητούσαν την εξουσία του. Το νεοσύστατο, τότε, ΚΚΕ μπήκε από τους πρώτους στο στόχαστρο, όπως και το παλιό του αφεντικό, ο στρατηγός Πλαστήρας. Ο Τύπος τέθηκε υπό αυστηρό καθεστώς λογοκρισίας και δημοσιογράφοι οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ψηφίστηκε μια σειρά από καταπιεστικούς νόμους, με χαρακτηριστικότερη τη διάταξη που προέβλεπε ότι το μήκος της φούστας των γυναικών δεν επιτρεπόταν να ξεπερνά τους 30 πόντους από το έδαφος. Ο στρατηγός μπορεί να ήταν ένας άριστα καταρτισμένος αξιωματικός και ικανότατος επιτελής, αλλά υπήρξε ακραίος και οξύς στις ενέργειές του, παρασυρόμενος από την έντονη ιδιοσυγκρασία του.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος προκήρυξε εκλογές για τις 7 Μαρτίου 1926, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, γιατί εν τω μεταξύ είχε κηρύξει απροκάλυπτα δικτατορία (4 Ιανουαρίου 1926). Στις 19 Μαρτίου ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπέβαλε την παραίτησή του από την Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο Πάγκαλος προκήρυξε αμέσως προεδρική εκλογή και εκτέθηκε ο ίδιος ως υποψήφιος, με αντίπαλο τον καθηγητή της Νομικής Κωνσταντίνο Δεμερτζή, της συνασπισμένης αντιπολίτευσης. Όταν ο Δεμερτζής αποσύρθηκε από την εκλογή, καθώς τα κόμματα που τον υποστήριζαν διέρρηξαν το συνασπισμό τους, ο Πάγκαλος παρέμεινε μοναδικός υποψήφιος κι εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 5 Απριλίου 1926, διατηρήσας παράλληλα και την Πρωθυπουργία. Στις 19 Ιουνίου, για να δώσει επίφαση νομιμότητας στο καθεστώς του, έχρισε πρωθυπουργό τον Αθανάσιο Ευταξία.

Ο Πάγκαλος έδειξε αξιοσημείωτη πολιτική και διπλωματική ανεπάρκεια κατά τη διάρκεια της εξουσίας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο βραχύβιος Ελληνουβουλγαρικός Πόλεμος (18 - 22 Οκτωβρίου 1925), «Το Επεισόδιο του Πετριτσίου», όπως έμεινε στην ιστορία, που στοίχισε στη χώρα μας μια καταδίκη από την Κοινωνία των Εθνών και την καταβολή χρηματικής αποζημίωση στη Βουλγαρία.

Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με την ουσιαστική κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και την κακή κατάσταση της οικονομίας. Τα σφάλματα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η εσωτερική κακοδιοίκηση και οι ποικίλες ατασθαλίες από το περιβάλλον του δικτάτορα, όπως και η στροφή του στον αντιβενιζελικό κόσμο, σφράγισαν την τύχη του καθεστώτος. Στις 24 Αυγούστου 1926 ο Πάγκαλος ανετράπη, όχι από τους βενιζελικούς, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά πρωτίστως από τους πραιτοριανούς του καθεστώτος του. Το αντιπραξικόπημα, υπό την ηγεσία του Κονδύλη, τον βρήκε να παραθερίζει ξένοιαστο στις Σπέτσες.

Ο Πάγκαλος έμεινε στη φυλακή Ιτζεδίν της Κρήτης για δύο χρόνια κι αφέθηκε ελεύθερος στις 10 Ιουλίου 1928, με την αμνηστία που χορήγησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν ανέλαβε και πάλι την πρωθυπουργία. Από το 1928 ιδιώτευσε και δεν έπαιξε έκτοτε κανένα ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, παρά μόνο το 1950, όταν κατήλθε υποψήφιος βουλευτής, αλλά δεν εξελέγη. Πέθανε στην Κηφισιά στις 27 Φεβρουαρίου 1952.

Επί της διακυβέρνησής του δημιουργήθηκε η Αεροπορική Άμυνα, ένα ταμείο για τη συγκρότηση της Πολεμικής Αεροπορίας, η Σιβιτανίδειος Σχολή, το Ελληνικό Μελόδραμα (πρόδρομος της Λυρικής Σκηνής). Θεμελιώθηκε το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού επί της οδού Πανεπιστημίου (εμπορικό κέντρο σήμερα), ενώ ιδρύθηκε και λειτούργησε η Ακαδημία Αθηνών, με πρωτοβουλία του επί της Παιδείας Υπουργού του, Δημητρίου Αιγινήτη.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απέκτησε δύο τέκνα. Τον υποναύαρχο Θησέα Πάγκαλο και τον αξιωματικό της Αεροπορίας Γεώργιο Πάγκαλο. Γιος του Γεωργίου και εγγονός του δικτάτορα είναι ο δικηγόρος - οικονομολόγος Θεόδωρος Πάγκαλος (1938), ηγετικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, βουλευτής και πρώην υπουργός Εξωτερικών.

1970
Ιδρύεται ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε.), καταργουμένων των ΣΕΚ και ΣΠΑΠ.
1991
Ο σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ δηλώνει ότι επανέκτησε τον πλήρη έλεγχο μετά από πραξικόπημα 60 ωρών, που εκδηλώθηκε από κομμουνιστές σκληροπυρηνικούς και το οποίο κατέρρευσε μετά την έντονη λαϊκή αντίδραση.
2004
Η Σοφία Μπεκατώρου και η Αμαλία Τσουλφά κατακτούν το χρυσό μετάλλιο στα σκάφη τύπου 470 της ιστιοπλοΐας, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Την ίδια μέρα, η Τασούλα Κελεσίδου στέφεται αργυρή ολυμπιονίκης στη δισκοβολία, ενώ ο Πύρρος Δήμας κατακτά το χάλκινο μετάλλιο στα 85 κιλά της Άρσης Βαρών.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1945
Μπέιζιλ Πολιντούρις, (Βασίλης Πολυδούρης), ελληνικής καταγωγής αμερικανός συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. (Θαν. 8/11/2006)
1952
Τζο Στράμερ, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Τζον Γκρέιαμ Μέλορ, άγγλος ρόκερ, ιδρυτής των Clash και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του βρετανικού πανκ. (Θαν. 22/12/2002)

1986
Γιουσέιν Μπολτ, ταζαμαϊκανός σπρίντερ, κάτοχος των παγκοσμίων ρεκόρ στα 100 μ. και 200 μ.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1614
Ερζέμπετ Μπάτορι, ουγγαρέζα ευγενής, η αποκαλούμενη και «Ματωμένη Κόμισσα», επειδή σκότωνε νεαρά κορίτσια και με το αίμα τους έκανε μπάνιο για να κερδίσει την αιώνια νεότητα. (Γεν. 7/8/1560)
1951
Γρηγόριος Εμπεδοκλής, έλληνας τραπεζίτης, ιδρυτής της Εμπορικής Τράπεζας το 1907. (Γεν. 7/10/1861)

Γρηγόριος Εμπεδοκλής
1861 – 1951

Έλληνας τραπεζίτης, ιδρυτής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο Γρηγόριος Εμπεδοκλής γεννήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1861 στο Λονδίνο. Ήταν γιος του έμπορου και τραπεζίτη Πέτρου Εμπεδοκλή (1830-1906) και της Ευανθίας Τσιτσεκλή. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Δημητσάνα Αρκαδίας, αλλά είχε μετακομίσει στη Σμύρνη μετά τα Ορλοφικά του 1770.

Στην αγγλική πρωτεύουσα έλαβε την εγκύκλια εκπαίδευσή του, παράλληλα με τη σπουδή της ελληνικής γλώσσας, με δάσκαλο τον λόγιο Ιωάννη Βαλέττα. Σε ηλικία 14 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Βαρβάκειο. Στη συνέχεια φοίτησε για δύο χρόνια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παρακολούθησε μαθήματα ιστορίας και αρχαιολογίας.

Από το 1880 εργάστηκε κατά σειράν, στην Ταχυδρομική Υπηρεσία, στην Τράπεζα  Βιομηχανικής Πίστεως και το χρηματιστηριακό γραφείο του θείου του Μαρίνου Κοργιαλένιου. Το 1886 συνέστησε δικό του τραπεζικό γραφείο στην οδό Αριστείδου 10, δίπλα από το Χρηματιστήριο, το οποίο άρχισε να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς, σε εποχή οικονομικής κρίσης.

Το 1896 το γραφείο αυτό μαζί με το παραγγελιοδοχικό γραφείο του αδελφού του Αντωνίου Εμπεδοκλέους αποτέλεσε τον πυρήνα της Τράπεζας Εμπεδοκλέους ΟΕ. Στους δύο αρχικούς ομόρρυθμους εταίρους προστέθηκαν αργότερα ο εκ Τεργέστης έμπορος Δημήτριος Κοντουμάς και ο Δημήτριος Πετροκόκκινος, συγγενής εξ αγχιστείας του Γρηγορίου Εμπεδοκλή.

Το νέο τραπεζικό ίδρυμα, με αρχικό κεφάλαιο 2 εκατομμυρίων δραχμών (2000 μετοχές Χ 1000 δραχμές εκάστη), είχε την έδρα του στην οδό Αριστείδου 10, όπως και το σαράφικο του Γρηγορίου Εμπεδοκλή, και απασχολούσε 15 υπαλλήλους. Συμμετείχε και σε βιομηχανικές επιχειρήσεις, όπως το Στεατοκηροποιείον Φοίβος Ν. Θων και Σία και το Βυρσοδεψείο Μοσχάτου.

Το 1905 η Τράπεζα Εμπεδοκλέους μετατρέπεται από Ο.Ε. σε Ε.Ε. με επικεφαλής τους αρχικούς ομόρρυθμους εταίρους και κεφάλαιο 2,5 εκατομμυρίων δραχμών (2.500 μετοχές Χ 1000 εκάστη). Την ίδια χρονιά ανοίγει και το πρώτο υποκατάστημά της στον Πειραιά. Η ραγδαία ανάπτυξή της απαιτεί μεγαλύτερα κεφάλαια κι έτσι αποφασίζεται το 1907  η μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία, με νέα επωνυμία Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Β.Δ/22/11/1907) και αρχικό κεφάλαιο 5 εκατομμυρίων δραχμών. Τη γενική διεύθυνση της νέας τράπεζας αναλαμβάνει ο Γρηγόρης Εμπεδοκλής. Στους μεγαλομετόχους της περιλαμβάνονται η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Αθηνών, ο τραπεζικός οίκος Ροδοκανάκη του Λονδίνου και η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου του Βόλου. Σχεδόν αμέσως η Εμπορική Τράπεζα εισάγεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, η Εμπορική Τράπεζα οργάνωσε τμήματα εξωτερικού συναλλάγματος, καταθέσεων και ταμιευτηρίου, εισπράξεων και δανείων επί χρηματογράφων και εμπορευμάτων, δικαστικό τμήμα και ανέλαβε την πρακτόρευση της γαλλικής ασφαλιστικής εταιρείας Φοίνιξ, ενώ χρηματοδότησε εισαγωγές και εξαγωγές σιτηρών, αποικιακών, ξυλείας, γαιανθράκων, υφασμάτων, σταφίδας, ελαιολάδου, καπνού και άλλων, ιδρύοντας υποκαταστήματα στον Πειραιά, στο Άργος, στο Ναύπλιο, στον Πύργο, στην Αμαλιάδα, στην Καλαμάτα, στην Πάτρα, στο Αίγιο, στην Κέρκυρα και αλλού.

Το 1914 συγχρηματοδότησε μαζί με την Εθνική Τράπεζα την Εθνική Ατμοπλοΐα Ελλάδος των αδελφών Εμπειρίκου, η οποία κυριάρχησε κυριάρχησε στο χώρο των υπερωκεανίων για 30 ολόκληρα χρόνια (1908-1937) και δανειοδότησε την Εταιρία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (μετέπειτα ΠΥΡΚΑΛ, νυν ΕΑΣ), με σκοπό την παρασκευή «ακάπνου πυρίτιδος και πυρομαχικών των νέων όπλων του εθνικού ημών στρατού».

Το 1918  συμμετείχε στο μεγάλο πολεμικό δάνειο για την ενίσχυση της επικείμενης Μικρασιατικής Εκστρατείας. Το 1920 ο Γρηγόρης Εμπεδοκλής υπερηφανευόταν ότι η τράπεζά του είχε μεγαλώσει τόσο πολύ, ώστε διέθετε καταστήματα στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, στα Χανιά, ακόμη και στη Μυτιλήνη. Το 1922 ίδρυσε στο Λονδίνο την Εμπορική Τράπεζα της Εγγύς Ανατολής (Commercial Bank of the Near East, Ltd), αποκτώντας μια ισχυρή βάση στη Βρετανία.

Το 1928 η Εμπορική Τράπεζα είχε γιγαντωθεί και μαζί με την Εθνική Τράπεζα, την Τράπεζα Αθηνών και την Τράπεζα Ανατολής κάλυπταν το 75% της ελληνικής τραπεζικής αγοράς. Το 1940 αριθμούσε 14 υποκαταστήματα στην Αθήνα, 4 στον Πειραιά και 36 στην υπόλοιπη χώρα. Μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941), ο Γρηγόριος Εμπεδοκλής διέφυγε με την οικογένειά του στη Νότιο Αφρική. Προηγουμένως είχε αναθέσει τη διοίκηση της Εμπορικής στους Χρήστο Μουλάκη και Παναγιώτη Βαφειαδάκη, οι οποίοι θα αμφισβητηθούν από μερίδα των μετόχων. Η τράπεζα, πάντως, υπό τη διεύθυνσή τους προχώρησε σε σημαντικές επενδύσεις σε ακίνητα και μετοχές εταιρειών κατά τη διάρκεια της Κατοχής και το 1942 απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της ασφαλιστικής εταιρείας Φοίνιξ.

H απελευθέρωση βρήκε την Εμπορική Τράπεζα ακμαία και με πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά ο ιδρυτής της Γρηγόρης Εμπεδοκλής δεν θέλησε να επαναπατρισθεί, δηλώνοντας ότι έχει αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Παρέμεινε στη Νότια Αφρική, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στο Κέιπ Τάουν στις 21 Αυγούστου 1951, σε ηλικία 89 ετών.

Κατά την διάρκεια της παρουσίας του στο τιμόνι της Εμπορικής Τράπεζας, ο Γρηγόριος Εμπεδοκλής ακολούθησε μια συντηρητική τακτική χορηγήσεων και επεκτάσεων. Αυτό σήμαινε ένα κάποιο περιορισμό της εκμετάλλευσης των κεφαλαίων και, αναλόγως, των αποδόσεων δηλαδή των κερδών της, συγχρόνως όμως και τη διαρκή διαθεσιμότητα της Τράπεζας για επωφελείς επενδύσεις, αφού πάντοτε υπήρχε ρευστό χρήμα για κάθε ανάγκη και βέβαια την διασφάλιση της όλης λειτουργίας της. Με αυτή την πολιτική του Γρηγορίου Εμπεδοκλή, η  Εμπορική  μπόρεσε να προσπεράσει χωρίς σοβαρό κλυδωνισμό δύο τραπεζικές κρίσεις που εξαφάνισαν πολλές τράπεζες, τέσσερις πολέμους (Α' και Β' Βαλκανικό, Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και Μικρασιατική Εκστρατεία), δύο υπερπληθωρισμούς και τρία νομισματικά συστήματα.

Ο Γρηγόριος Εμπεδοκλής ήταν γνωστός διεθνώς ως συλλέκτης πολυτίμων αρχαίων αγγείων και νομισμάτων, τα οποία  αγόραζε από δημοπρασίες στο εξωτερικό. Το 1950 δώρισε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 1.919 αγγεία και ειδώλια από διάφορες ύλες, χάλκινα κάτοπτρα και δακτυλίδια καθώς και γλυπτά. Το 1953, δύο χρόνια μετά το θάνατό του, οι κόρες του Σεμίραμις Βαφιαδάκη και Ευανθία Παπατσώνη, δώρισαν στο Νομισματικό Μουσείο τη σπουδαιότατη νομισματική συλλογή (3.840 αργυρές, 3.900 χαλκές και λίγες χρυσές και βυζαντινές κοπές) ικανοποιώντας την επιθυμία του πατέρα τους. Τέλος, το 1994 οι κληρονόμοι του Αντώνιος Βαφιαδάκης και Ροζαλία Φανουράκη παρέδωσαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο 119 ακόμη αρχαία αντικείμενα, που ανήκαν στη συλλογή του Γρηγορίου Εμπεδοκλέους.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου