Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 07 Ιαν 2019
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Ανατολή Ήλιου: 07:39 – Δύση Ήλιου: 17:22
  • Γιορτάζουν:  Ιωάννης, Ιωάννα, Πρόδρομος, Προδρομία

Σαν Σήμερα...

 

1919
Τα πρώτα ελληνικά τμήματα (34 ΣΠ) αποβιβάζονται στην Οδησσό της Ρωσίας, προκειμένου να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις των Συμμάχων κατά των μπολσεβίκων.

Η Εκστρατεία στην Ουκρανία (Κριμαία)

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με προτροπή των Γάλλων, αποστέλλει χιλιάδες έλληνες στρατιώτες στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) στις αρχές του 1919, για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Η επιχείρηση θα σημειώσει παταγώδη αποτυχία.

 

Την περίοδο εκείνη, στη Ρωσία μαινόταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οι Μπολσεβίκοι είχαν υπό την κυριαρχία τους τις μεγάλες πόλεις (Πετρούπολη, Μόσχα κλπ), αλλά στην ύπαιθρο συναντούσαν ισχυρή αντίσταση από τις τσαρικές και εν γένει αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Οι μεγάλες χώρες της Δύσης βρήκαν τότε την ευκαιρία να επέμβουν στο πλευρό των αντεπαναστατών, έχοντας ξεμπερδέψει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην περιοχή της Ουκρανίας, που μας αφορά, η κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Ουκρανοί εθνικιστές, οπαδοί του Τσάρου, τοπικοί οπλαρχηγοί, στρατηγοί και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, ένοπλες οργανώσεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί σχηματισμοί των Μπολσεβίκων δημιουργούσαν μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης. Μέτωπο δεν υπήρχε, ούτε κανείς γνώριζε ποιος είναι ακριβώς ο εχθρός.

Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 Δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός, Ζορζ Κλεμανσό, ζήτησε από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσό.

Την αποστολή θα έφερνε σε πέρας το Α' Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ, που μόλις είχε ολοκληρώσει την αποστολή αποκατάστασης της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μακεδονία. Η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων (2η και 13η Μεραρχία) άρχισε στις 2 Ιανουαρίου 1919, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα αναμένοντας διαταγές.

Οι πρώτοι έλληνες στρατιώτες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό στις 7 Ιανουαρίου και στο επόμενο διάστημα το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσαν 23.551 άνδρες. Ανάμεσα στους διοικητές των μονάδων γνωστοί στρατιωτικοί, με σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αργότερα, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α' Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστήρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).

Οι ελληνικές δυνάμεις τέθηκαν αμέσως υπό τη διοίκηση της Α' Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, δυνάμεως 70.000 ανδρών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ' Ανσέλμ. Οι Έλληνες ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα της συμμαχικής δύναμης, καθώς οι γάλλοι στρατιώτες ήταν εμφανώς καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν. Κλήθηκαν, όμως, να συμμετάσχουν σ' έναν πόλεμο σκοπιμότητας, «αδικαιολόγητο και πρόχειρα προετοιμασμένο», σύμφωνα με μεγάλη μερίδα ιστορικών.

Εναντίον του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, οι Σοβιετικοί διέθεσαν τρεις στρατιές, με δύναμη 217.000 ανδρών. Ο στρατός αυτός, αφού συνέτριψε το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919, στράφηκε στη συνέχεια κατά των Συμμάχων στην Οδησσό και την Κριμαία. Με τη συντριπτική του υπεροχή τους ανάγκασε σε μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διακρίθηκαν για την αυταπάρνηση και την πειθαρχία τους.

Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.

Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919 το Α' Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.

Η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Γεγονότα

μ.Χ.
 
1826
 
Ο Ανδρέας Μιαούλης σπάει τον αποκλεισμό του Ιμπραήμ και μεταφέρει πολεμοφόδια στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.

Η δεύτερη πολιορκία και η έξοδος του Μεσολογγίου

Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος επανήλθε με νέο σχέδιο. Ανέθεσε και πάλι στον νικητή της Μάχης του Πέτα, Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά 20.000 ανδρών, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου.

 

Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλεως, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες, λόγω του εμφυλίου πολέμου, και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι 12.000 ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Την οργάνωση της άμυνας ανέλαβε τριμελής επιτροπή υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Δημήτριο Θέμελη και Γεώργιο Καναβό.

Το φρούριο της πόλεως μετά την πρώτη πολιορκία είχε βελτιωθεί, κατόπιν των προσπαθειών του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Βύρωνα και του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η τάφρος έγινε βαθύτερη, ο μικρός περίβολος ενισχύθηκε με πύργους και πολύγωνα προτειχίσματα, πάνω στα οποία τοποθετήθηκαν 48 τηλεβόλα και 4 βομβοβόλα. Η νησίδα Βασιλάδι, μεταξύ της λιμνοθάλασσας και της θάλασσας, έγινε ένα είδος προκεχωρημένου οχυρού. Εκεί τοποθετήθηκαν 6 πυροβόλα και συγκεντρώθηκαν 2.000 γυναικόπαιδα για να μην επιβαρύνουν τη φρουρά της πόλης. Εντός του Μεσολογγίου υπήρχαν 10.000 άτομα, εκ των οποίων 4.000 άνδρες, άριστοι πολεμιστές από την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και ακόμη 1.000 άνδρες, δυνάμενοι να φέρουν όπλα.

Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου - 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Εξάλλου, ο από θαλάσσης αποκλεισμός δεν ήταν ισχυρός και επανειλημμένως διασπάσθηκε από τον στόλο του Μιαούλη, ο οποίος ενίσχυε με πολεμοφόδια και τρόφιμα τους πολιορκούμενους. Στις 24 Ιουλίου, 1000 ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία.

 

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θ. Βρυζάκη

Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων. Όμως, στις αρχές Νοεμβρίου, ο κοινός στόλος Τούρκων και Αιγυπτίων αποβίβασε 8.000 αιγύπτιους στρατιώτες κι ένα μήνα αργότερα κατέφθασε στην περιοχή ο Ιμπραήμ που είχε σχεδόν καταστείλει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Τούρκοι, Τουρκαλβανοί και Αιγύπτιοι αριθμούσαν 25.000 άνδρες, με σύγχρονο πυροβολικό, που διοικούσαν γάλλοι αξιωματικοί. Οι Έλληνες είχαν να αντιπαρατάξουν 4.000 μαχητές.

 

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.

Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες! Υπό τις συνθήκες αυτές, που καθιστούσαν αδύνατη την αποτελεσματική υπεράσπιση της πόλης, αποφασίστηκε σε συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων στις 6 Απριλίου η έξοδος και ορίστηκε γι' αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, επωφελούμενοι από τον αιφνιδιασμό των πολιορκητών. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι.

Όμως, το σχέδιο της εξόδου, είτε προδόθηκε, είτε δεν εφαρμόστηκε σωστά κι έτσι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τούς μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

 

Η θυσία του Καψάλη, πίνακας του Θ. Βρυζάκη

Σε πολλά σημεία σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς. Το πρωί της 10ης Απριλίου, ανήμερα των Βαΐων, η οθωμανική ημισέληνος κυμάτιζε στα χαλάσματα του Μεσολογγίου.

 

Οι πληροφορίες για τις απώλειες των Ελλήνων κατά την πολιορκία και την έξοδο είναι αντιφατικές. Πιθανότερο φαίνεται ότι από τους 3.000 που πήραν μέρος στην έξοδο, οι 1.700 έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι. Ανάμεσα στους νεκρούς, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, ο Αθανάσιος Ραζηκότσικας, ο Νικόλαος Στορνάρης, ο γερμανός εκδότης της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά» Ιάκωβος Μάγιερ και άλλοι γερμανοί φιλέλληνες. Γύρω στα 6.000 γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν για να πουληθούν στη Μεθώνη και στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Οι απώλειες για τους τουρκοαιγύπτιους εισβολής ανήλθαν σε 5.000 άνδρες.

Η Επανάσταση μετά την πτώση του Μεσολογγίου είχε σχεδόν κατασταλεί. Η φλόγα της, όμως, παρέμεινε άσβεστη, καθώς η ήττα μετατράπηκε σε νίκη. Ένα νέο κύμα φιλελληνισμού αναδύθηκε μετά την αμαύρωση του Αγώνα, εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε εμμέσως την ευρωπαϊκή διπλωματία για τα εθνικά δίκαια των Ελλήνων. Πολλά έργα, ζωγραφικά, λογοτεχνικά και άλλα, απαθανάτισαν τη θυσία των Μεσολογγιτών. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την ημιτελή ποιητική του σύνθεση «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», με τους γνωστούς στίχους από το Σχεδίασμα Β':

 

E. de Lunsac

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε' στα μάτια η μάνα μνέει'
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σέχω γω στο χέρι;
Οπού συ μου γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»

 

Αμέσως μετά την κατάληψη του Μεσολογγίου, ο Κιουταχής με τον στρατό του κατευθύνθηκε προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Αττικής. Ο Ιμπραήμ επανήλθε στην Πελοπόννησο για να εξαλείψει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης σε Μάνη και Αργολίδα.

Το Μεσολόγγι απελευθερώθηκε στις 11 Μαΐου 1829. Το 1937 αναγνωρίστηκε ως «Ιερά Πόλις» και η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε ως επέτειος της εξόδου.

Ανδρέας Μιαούλης
1769 – 1835

Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.

 

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.

Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.

Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.

Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.

Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.

Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Βιβλιογραφία

  • «Ανδρέας Μιαούλης 1769 - 1835: Από την υπόδουλη ώς την ελεύθερη Ελλάδα» της Αννίτας Πρασσά και της Κωνσταντίνας Αδαμοπούλου - Παύλου. («Εστία»)
  • «Ανδρέας Μιαούλης: Έπος και τραγωδία» του Δημήτρη Σταμέλου. («Εστία»)

Ιμπραήμ Πασάς
1789 – 1848

Οθωμανός στρατιωτικός και χεδίβης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου, γνωστός από την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, η οποία παρ' ολίγον να αποδειχθεί μοιραία για την Ελληνική Επανάσταση.

 

Ο Ιμπραήμ Πασάς (Ibrahim Pasha) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1789 και ήταν γιος του αλβανικής καταγωγής Βαλή της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη και μιας χριστιανής, που ήταν γνωστή ως χήρα Τουρματζή. Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Ιμπραήμ ήταν γιος της χήρας από τον γάμο της με κάποιον Τουρματζή και απλώς ο Μωχάμετ Άλη τον υιοθέτησε.

Ο Ιμπραήμ έλαβε μόρφωση από ευρωπαίους παιδαγωγούς, η οποία δεν απάλυνε τον σκληρό χαρακτήρα του. Έτσι, ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον εξορίσει στο εσωτερικό της χώρας, αλλά σύντομα έδειξε τις στρατιωτικές του ικανότητες, βοηθώντας τον να εξολοθρεύσει τους Μαμελούκους, που λυμαίνονταν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου. Σύμφωνα με την περιγραφή ενός άγγλου αξιωματικού, ο Ιμπραήμ ήταν κοντός, πολύ χοντρός και με σημαδεμένο το πρόσωπο από την ευλογιά.

Το 1818 εκστράτευσε στην Αραβική Χερσόνησο και κατέστειλε την εξέγερη των Βαχαβιτών, μιας μουσουλμανικής αίρεσης, της οποίας ηγείτο η οικογένεια Σαούντ, που μετέπειτα ίδρυσαν το κράτος της Σαουδικής Αραβίας. Συνέλαβε τον αρχηγό τους Αμπντουλάχ και επανέφερε στην Οθωμανική επικράτεια την ιερή πόλη των μουσουλμάνων Μεδίνα. Για τις υπηρεσίες του αυτές, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' τον ονόμασε Πασά της Μέκκας και μεγάλο Βεζύρη με τρεις ιππουρίδες (αλογοουρές), καθιστώντας τον ισότιμο του πατέρα του.

Η επιτυχία του κατά των Βαχαβιτών τον ώθησε να οργανώσει τον στρατό του σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προσλαμβάνοντας γάλλους αξιωματικούς. Η αντίδραση της ντόπιας ολιγαρχίας δεν τον πτόησε και στα τέλη του 1823 ο στρατός της Αιγύπτου έφθανε τους 100.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και οι φιλοδοξίες του μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές του 1824 ο Σουλτάνος, σε προφανή αδυναμία να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, απευθύνθηκε στον Μωχάμετ Άλη και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ως αντάλλαγμα θα λάμβανε την Κρήτη και την Πελοπόννησο.

Στις 4 Ιουλίου 1824 η αρμάδα του Ιμπραήμ με 17.000 άνδρες απέπλευσε με προορισμό την Κρήτη. Το επιτελείο του αποτελείτο αποκλειστικά από γάλλους αξιωματικούς, με επικεφαλής των συνταγματάρχη Ντε Σεβ, που έλαβε τον τίτλο του Πασά με το όνομα Σολεϊμάν. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε τη συνδυασμένη επίθεση του Τουρκικού και Αιγυπτιακού στόλου στα επαναστατημένα νησιά του Αιγαίου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για απόβαση στην Πελοπόννησο. Έτσι, ο τουρκικός στόλος κατέστρεψε τα Ψαρά (20 Ιουνίου 1824), ενώ ο αιγυπτιακός προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Σάμο, αφού συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον ελληνικό στόλο στη Ναυμαχία του Γέροντα (28 Αυγούστου 1824). Τότε, ο Ιμπραήμ αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει στη Σούδα και να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις την άνοιξη του 1825. Από την άλλη πλευρά, ο ελληνικός στόλος αδρανούσε, λόγω έλλειψης χρημάτων, αλλά και του αδελφοκτόνου σπαραγμού.

Ο Ιμπραήμ επέσπευσε την απόβαση στην Πελοπόννησο, όταν πληροφορήθηκε την εμφύλια διαμάχη που μαίνονταν στην περιοχή. Στις 26 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Μεθώνη με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς και κατέλαβε το κάστρο της πόλης. Τις επόμενες μέρες ενισχύθηκε με νέες δυνάμεις και ο συνολικός αριθμός του πεζικού του έφθασε τις 15.000. Μέχρι τα τέλη Απριλίου είχε καταλάβει τα στρατηγικά κάστρα της Κορώνης και της Πύλου (Νεόκαστρο), αφού προηγουμένως είχε νικήσει τους Έλληνες στα Κρεμμύδια (7 Απριλίου 1825). Οι επαναστάτες αφυπνίστηκαν, έστω και καθυστερημένα. Άφησαν κατά μέρος τις διαφορές τους και προσπάθησαν να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση με ηγέτη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που εν τω μεταξύ είχε αποφυλακιστεί. Μόνο σε κλεφτοπόλεμο μπορούσαν να ελπίζουν, αφού σε κανονική μάχη ο στρατός του Ιμπραήμ προκαλούσε «σοκ και δέος» στους ανοργάνωτους Έλληνες.

Ο Ιμπραήμ κατατρόπωσε τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (19 Μαΐου 1825) και άνοιξε τον δρόμο για την Τριπολιτσά, την οποία κατέλαβε και κατέστρεψε στις 11 Ιουνίου 1825. Την επομένη βάδισε κατά του Άργους και του Ναυπλίου, αλλά ο Δημήτριος Υψηλάντης τον σταμάτησε στους βάλτους των Μύλων (12 Ιουνίου 1825). Έκτοτε δεν επεχείρησε άλλη εκστρατεία στην περιοχή. Τον Νοέμβριο του 1825 άφησε την Τρίπολη και μετέβη το Μεσολόγγι για να βοηθήσει τον Κιουταχή που πολιορκούσε τη μαρτυρική πόλη. Μετά την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) επέστρεψε δριμύτερος στην Πελοπόννησο, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κλεφτοπόλεμο του Κολοκοτρώνη, που του προκαλούσε σημαντικές φθορές. Τον Ιούλιο του 1826 επιχείρησε να καταλάβει τη Μάνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς.

Το καλοκαίρι του 1827, μη μπορώντας να εδραιώσει τη θέση του στην Πελοπόννησο, άρχισε να εφαρμόζει την τακτική της «καμμένης γης», προκειμένου να κάμψει τους επαναστάτες, ενώ προετοίμαζε απόβαση στην Ύδρα και τις Σπέτσες, γεγονός που θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Επανάσταση, αν γινόταν πραγματικότητα. Τον πρόλαβαν, όμως, οι ναυτικές δυνάμεις Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας, που κατέστρεψαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827).

Ο χρόνος άρχισε να μετράει πλέον αντίστροφα για τον Ιμπραήμ. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αλλάξει την πολιτική τους και ήταν αποφασισμένες να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Με τη Συνθήκη της Αλεξάνδρειας (9 Αυγούστου 1828), που υπέγραψε ο Μοχάμετ Άλη με τον Κόδριγκτον, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο στις 10 Οκτωβρίου 1828.

Ο Ιμπραήμ είχε μεγάλες φιλοδοξίες και η αποτυχία του στην Πελοπόννησο τον πείσμωσε. Μετά την επιστροφή του στο Κάιρο στράφηκε μαζί με τον πατέρα του κατά του Σουλτάνου. Γρήγορα έγιναν κύριοι της Παλαιστίνης, της Συρίας και μέρους της Μικράς Ασίας. Δύο φορές εκστράτευσε ο Ιμπραήμ κατά της Κωνσταντινούπολης (1833 και 1839) και τις δύο φορές εμποδίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που δεν ήθελαν αλλαγή του στάτους κβο. Μάλιστα, το 1839 στον συμμαχικό στόλο που βομβάρδισε τη Συρία, συμμετείχαν και δύο ελληνικά πλοία.

Το 1848 ο Ιμπραήμ έγινε για λίγους μήνες αντιβασιλέας της Αιγύπτου στη θέση του πατέρα του, που προσβλήθηκε από γεροντική άνοια. Η φυματίωση που τον ταλαιπωρούσε αποδείχθηκε ανίκητη και παρά τη θεραπεία που υποβλήθηκε στην Ιταλία, πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1848 σε ηλικία 59 ετών. Άφησε πίσω του ένα γιο, τον Ισμαήλ, ο οποίος διοίκησε αργότερα την Αίγυπτο και την κατέστησε σχεδόν ανεξάρτητη από τον Σουλτάνο.

 
 
1966
Ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοινώνει σε συνέντευξη Τύπου ότι άρχισε να μελοποιεί εννέα ποιήματα από τη «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου, με αφορμή τα επεισοδιακά γεγονότα του Πειραιά της 6ης Ιανουαρίου.
 
1994
  Πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο συνιστά η Κομισιόν, δια του αντιπροέδρου της Χένινγκ Κριστόφερσεν.
 

Όταν η Ευρώπη προειδοποιούσε την Ελλάδα: «Σταματήστε τις προσλήψεις!»

Στις αρχές του 1994 η οικονομία της Ελλάδας βρισκόταν σε βαθιά κρίση, συνεχίζοντας την καθοδική της πορεία. Ο παραγωγικός ιστός της χώρας είχε καταρρεύσει, η ανεργία είχε ξεπεράσει το 14% και το δημοσιονομικό έλλειμμα διαρκώς αυξανόταν. Οι προσλήψεις, όμως, στο Δημόσιο καλά κρατούσαν...

 

Στις 7 Ιανουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δια του αντιπροέδρου της Χένιγκ Κριστόφερσεν, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου. Η σύστασή της προς την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, που βρισκόταν τρεις μήνες στην εξουσία, είχε και το χαρακτήρα αυστηρής επισήμανσης, καθώς διαπίστωνε ότι η σχετική συμφωνία του 1990 για διορισμό ενός υπαλλήλου στη θέση δύο αποχωρούντων δεν είχε εφαρμοστεί από πλευράς της Ελλάδας. Ο περιορισμός των προσλήψεων στο Δημόσιο υπήρξε βασικός όρος της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, που είχε εγγυηθεί τη λήψη ενός ακόμη δανείου από τη χώρα μας τον Μάρτιο του 1990.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου, ο ευρωπαίος αξιωματούχος ζήτησε από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, Γιώργο Γεννηματά, το πάγωμα των προσλήψεων, για να επέλθει ισορροπία κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του προγράμματος σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με αυτές των κοινοτικών χωρών, στο πλαίσιο της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Η Κομισιόν διαπίστωνε ότι το μέγα θέμα της ελληνικής οικονομίας είναι όχι τόσο η μείωση των δημοσίων εσόδων και η φοροδιαφυγή, αλλά η υπέρμετρη αύξηση των δαπανών, η οποία μεγιστοποιεί το ήδη τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούσε ότι το σκέλος των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού του 1994 είναι πολύ μεγάλο, ενώ παράλληλα πίστευε ότι οι προβλέψεις του προϋπολογισμού για αύξηση των εσόδων είναι ανεδαφικές και υπεραισιόδοξες και - όπως και πέρυσι έτσι και φέτος - θα υπάρξει απόκλιση, η οποία θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζακ Ντελόρ, σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του ΑΝΤ1 ανέφερε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει από την Ελλάδα ένα μήνυμα αξιοπιστίας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο και ότι δεν ζητεί να πιάσει η Ελλάδα αμέσως όλους τους στόχους του Μάαστριχτ, αλλά να αρχίσει κάποια στιγμή τη διαδικασία της ανάκαμψης.

 
 
2015
Τουλάχιστον δώδεκα άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και δύο αστυνομικοί, σκοτώνονται σε επίθεση που εξαπολύουν ένοπλοι κουκουλοφόροι στα γραφεία της σατιρικής εφημερίδας Charlie Hebdo, μία ενέργεια χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του γαλλικού Τύπου. Σύμφωνα με αστυνομική πηγή που επικαλείται τις μαρτυρίες των αυτοπτών, οι δράστες φώναξαν «πήραμε εκδίκηση για τον προφήτη».

Γεννήσεις

μ.Χ.
 
1502
Γρηγόριος 13ος, Πάπας της Ρώμης, γνωστός για τη μεταρρύθμισή του στο ημερολογιακό σύστημα. (Θαν. 10/4/1585)
 
 
1914
Γιάννης Σπάρτακος, έλληνας πιανίστας και συνθέτης ελαφράς μουσικής, από τους πρωτοπόρους της τζαζ στη χώρα μας. Μεγάλη επιτυχία του το τραγούδι «Θα σε πάρω να φύγουμε», που ως «Greek Bolero» έγινε παγκόσμιο σουξέ από την ορχήστρα του Ξαβιέ Κούγκατ. (Θαν. 31/7/2001)
 
 
1934
Τάσσος Παπαδόπουλος, ελληνοκύπριος πολιτικός, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (2003-2008). Η πολιτική διαδρομή του συνδέθηκε με τη σύγχρονη ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ταυτίστηκε με ορισμένες από τις πλέον κρίσιμες πτυχές του Κυπριακού. (Θαν. 12/12/2008)
 

Θάνατοι

μ.Χ.

 
1943
Νίκολα Τέσλα, σέρβος φυσικός και εφευρέτης, από τους πρωτοπόρους στη χρήση του εναλλασσόμενου ηλεκτρικού ρεύματος. (Γεν. 10/7/1856)
 
 
1944
Ναπολέων Λαπαθιώτης, έλληνας συγγραφέας και ποιητής. (Γεν. 31/10/1888)
 
 
2015
Ζορζ Βολινσκί, γάλλος σκιτσογράφος. (Γεν. 28/6/1934)
 

 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου