Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 20 Αύγ 2018
Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:43 – Δύση Ήλιου: 20:13
  • Παγκόσμια Ημέρα κατά των Κουνουπιών
  • Γιορτάζουν:  Θεοχάρης, Θεοχαρία, Θεοχαρούλα, Σαμουήλ

Σαν Σήμερα...


1928
Στέφανος Σκουλούδης, τραπεζίτης και πολιτικός, που διετέλεσε και πρωθυπουργός της Ελλάδας. (Γεν. 23/11/1838)

Στέφανος Σκουλούδης
1838 – 1928


Έλληνας τραπεζίτης, διπλωμάτης, πολιτικός και υψηλόβαθμος τέκτων. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 25 Οκτωβρίου 1915 έως τις 9 Ιουνίου 1916.

Ο Στέφανος Σκουλούδης γεννήθηκε στο Πέραν της Κωνσταντινούπολης στις 23 Νοεμβρίου 1838, από γονείς κρητικής καταγωγής. Ο πατέρας του, Ιωάννης Σκουλούδης, ήταν έμπορος. Το 1852 εστάλη από τους γονείς του στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1856 πέρασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά πολύ σύντομα αποφάσισε ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά με το εμπόριο στην οικογενειακή επιχείρηση και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1859 προσελήφθη στον περίφημο εμπορικό οίκο Ράλλη και το 1863 διορίστηκε διευθυντής όλων των καταστημάτων της επιχείρησης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1866 ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη την ελληνόφωνη τεκτονική στοά «Αρετή» και το 1873 διορίστηκε από την τεκτονική Στοά Μεγάλης Ανατολής και Αγγλίας, Μέγας Διδάσκαλος της Επαρχίας της Τουρκίας. Το 1871 επέκτεινε τις δραστηριότητές του στον τραπεζιτικό χώρο και υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως, μαζί με τους Ανδρέα Συγγρό, Γεώργιο Κορωνιό και Αντώνιο Βλαστό. Έχοντας αποκτήσει μεγάλη περιουσία, αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα το 1876.

Σταδιακά ανέπτυξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον δημόσιο βίο και την πολιτική. Με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού Πολέμου το1877 και το σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό το ναύαρχο Κανάρη και υπουργό Εξωτερικών τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο Σκουλούδης διορίστηκε εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους Αλβανούς. Το διάστημα από 7 έως 14 Δεκεμβρίου 1877 είχε μυστικές διαπραγματεύσεις με τον Αβδούλ Μπέη και τον Μεχμέτ-Αλήβεη στην Κωνσταντινούπολη, με στόχο την προετοιμασία για μια ενδεχόμενη συμμαχία των δύο πλευρών σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύρραξης. Οι επίσημες διμερείς διαπραγματεύσεις έγιναν στην Κέρκυρα, τον Ιανουάριο του 1878. Μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου, τον Αύγουστο του 1879, ο Σκουλούδης ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει μέρος, ως εκπρόσωπος της πόλης των Ιωαννίνων, στις διαπραγματεύσεις του Πρωτοκόλλου της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία παραχωρούσε τη Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου στην Ελλάδα.

O Στέφανος Σκουλούδης το 1873 ως τέκτων

Παράλληλα με τη διπλωματική του δραστηριότητα, ο Σκουλούδης ανέπτυξε και έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα στην Αθήνα. Το 1880 εξελέγη σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας και παρέμεινε μέχρι το 1883, ενώ ενδιάμεσα (1882) ίδρυσε εταιρία που ανέλαβε την αποξήρανση της Λίμνης Κωπαΐδας.

Σταδιακά εγκατέλειψε κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα και αφοσιώθηκε εξ ολοκλήρου στην πολιτική. Το 1881 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής, εκπροσωπώντας τη Σύρο. Από το Νοέμβριο του 1882 έως το Δεκέμβριο του 1884 υπηρέτησε ως επιτετραμμένος της Ελλάδας στην πρεσβεία της Μαδρίτης. Το 1886, μετά τη Βουλγαρική κατάληψη της Ανατολικής Ρωμυλίας, η κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη διόρισε τον Σκουλούδη εκπρόσωπό της στις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης. Το 1892 εκλέχθηκε εκ νέου βουλευτής με το Νεωτεριστικόν Κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη, εκπροσωπώντας αυτή τη φορά τη Θήβα. Ανέλαβε για πρώτη φορά υπουργικά καθήκοντα ως Υπουργός Εκπαιδεύσεως και Εκκλησιαστικών και στη συνέχεια Υπουργός Ναυτικών.

Την περίοδο 1893-1896 ο Σκουλούδης ανέλαβε διάφορες αποστολές στο εξωτερικό για τη σύναψη δανείων, συμμετέχοντας στις προσπάθειες των κυβερνήσεων Τρικούπη και Δηλιγιάννη για τη διευθέτηση του οικονομικού προβλήματος της χώρας και την αποφυγή της αναπόφευκτης τελικά χρεωκοπίας. Το 1896 συμμετείχε στην οργανωτική επιτροπή των Α' Ολυμπιακών Αγώνων, παρά τις αντιρρήσεις του για το κόστος των αγώνων, που ξεπερνούσε κατά πολύ τις εκτιμήσεις του βαρώνου Πιερ ντε Κουμπερτέν. Το 1897 ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών επί πρωθυπουργίας Δημητρίου Ράλλη. Από τη θέση του αυτή βίωσε τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο και τις διαπραγματεύσεις για την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το 1905 εξελέγη και πάλι βουλευτής Θηβών.

Μετά τη στρατιωτική επανάσταση στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), το όνομά του ακούστηκε παράλληλα με αυτό του Στέφανου Δραγούμη για την πρωθυπουργία. Επικράτησε η λύση Δραγούμη, με την παρέμβαση Βενιζέλου, ο οποίος και σχημάτισε τελικά κυβέρνηση τον Οκτώβριο του 1910. Εντούτοις, ο Σκουλούδης κλήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το Νοέμβριο του 1912 να παραστεί στη Διάσκεψη της Συνθήκης Ειρήνης των Βαλκανικών κρατών με την Τουρκία στο Λονδίνο ως πληρεξούσιος της Ελλάδας.

Τον Οκτώβριο του 1915, μεσούσης της κρίσης στην ελληνική πολιτική σκηνή για την στάση της χώρας μας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά την αναχώρηση του Βενιζέλου για τη Θεσσαλονίκη («Εθνικός Διχασμός»), ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναθέτει στον Σκουλούδη την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στις 25 Οκτωβρίου 1915, ημέρα της καταψήφισης της κυβέρνησης Ζαΐμη. Στην κυβέρνησή του μετέχουν εξέχοντες πολιτικοί του αντιβενιζελικού χώρου, όπως ο Δημήτριος Γούναρης, ο Στέφανος Δραγούμης, ο Γεώργιος Θεοτόκης και ο Δημήτριος Ράλλης.

Μερικές μέρες μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Σκουλούδη διαλύεται η Βουλή και προκηρύσσονται εκλογές για τις 6 Δεκεμβρίου 1915, στις οποίες πλειοψηφούν οι αντιβενιζελικές δυνάμεις, αφού η βενιζελική παράταξη απέχει της εκλογικής διαδικασίας. Παρ’ όλα αυτά ο Στέφανος Σκουλούδης θα εξακολουθήσει να είναι πρωθυπουργός, με τον νικητή των εκλογών Δημήτριο Γούναρη να κατέχει το χαρτοφυλάκιο του Υπουργού Εσωτερικών. Θα εξαναγκασθεί σε παραίτηση από τις συμμαχικές δυνάμεις στις 9 Ιουνίου 1916. Θα τον αντικαταστήσει ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Στους οκτώ μήνες που παρέμεινε στην πρωθυπουργία, ο Σκουλούδης αναλώθηκε σε ζητήματα σχετικά με τον πόλεμο και τη διατήρηση της ελληνικής ουδετερότητας.

Το 1917, με την επιστροφή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, ο Σκουλούδης βρίσκεται κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία, επειδή συνεργάστηκε με τον βασιλιά. Προφυλακίζεται και παραπέμπεται μαζί με το υπουργικό του συμβούλιο στο Ειδικό Δικαστήριο. Η δίκη διήρκεσε μέχρι τον Νοέμβριο του 1920, αλλά οι κατηγορίες ατόνησαν και τελικά εγκαταλείφθηκαν μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920 και την εκλογική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 1921 η Βουλή κήρυξε επίσημα άκυρη την κατηγορία και την όλη διαδικασία.

Οι τραπεζικές και επιχειρηματικές του δραστηριότητες τον ανέδειξαν ως έναν από τους σημαντικούς Έλληνες κεφαλαιούχους της εποχής του και συνέβαλαν στη δημιουργία μιας μεγάλης προσωπικής κινητής και ακίνητης περιουσίας. Η πολιτική του ένταξη στο πλευρό του Χαρίλαου Τρικούπη σηματοδοτήθηκε και από τη συμμετοχή του σε εταιρείες που ανέλαβαν την εκτέλεση διαφόρων δημοσίων έργων της τρικουπικής περιόδου, όπως την κατασκευή σιδηροδρόμων, την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας κ.ά. Είχε πολλές προσωπικές γνωριμίες και διασυνδέσεις με εξέχοντα πρόσωπα του τραπεζικού και πολιτικού κόσμου στην Κωνσταντινούπολη, στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Ο Στέφανος Σκουλούδης ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση, κληροδοτώντας πολλά περιουσιακά στοιχεία του σε διάφορα ιδρύματα. Μανιώδης συλλέκτης πινάκων ζωγραφικής, κατάρτισε μια σπουδαία συλλογή, την οποία δώρισε στην Εθνική Πινακοθήκη (Αθήνα). Ήταν ανύπαντρος και ζούσε σε μια πολυτελή κατοικία στην Πλατεία Συντάγματος, εκεί που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο King George. Παράλληλα, διατηρούσε εξοχική έπαυλη στη Φρεαττύδα του Πειραιά και κυνηγετικό περίπτερο στο Σούνιο. Πέθανε σε βαθιά γεράματα και σχεδόν τυφλός στην Αθήνα στις 20 Αυγούστου 1928.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1897
  Ο άγγλος γιατρός Ρόναλντ Ρος ανακαλύπτει ότι η ελονοσία προέρχεται από τα κουνούπια. Θα τιμηθεί με βραβείο Νόμπελ το 1902 και θα γίνει «σερ». Η 20η Αυγούστου γιορτάζεται ως Παγκόσμια Ημέρα κατά των Κουνουπιών.

Ρόναλντ Ρος
1857 – 1932

Άγγλος γιατρός, που ανακάλυψε ότι η ελονοσία προέρχεται από τα κουνούπια και τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Ιατρικής το 1902.

Ο Ρόναλντ Ρος γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1857 στην Αλμόρα της τότε Βρετανικής Ινδίας. Ήταν ο πρεσβύτερος γιος του στρατηγού Κάμπελ Ρος και της Ματίλντα Έλντερτον. O παππούς του, αντισυνταγματάρχης Χιου Ρος είχε προσβληθεί από ελονοσία και ο μικρός Ρόναλντ έβαλε σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει τη θεραπεία της θανατηφόρας αρρώστιας.

Ο Ρος σπούδασε ιατρική στο Λονδίνο και το 1881 διορίστηκε στο υγειονομικό σώμα του αγγλικού στρατού της Ινδίας. Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε την έρευνά του για τα αίτια της ελονοσίας και 15 χρόνια αργότερα, στις 20 Αυγούστου 1897, ανακοίνωσε ότι για τη μάστιγα της ελονοσίας ευθύνονται τα κουνούπια και κυρίως ένας τύπος κουνουπιού, ο Anopheles (ανωφελής κώνωψ). Ήταν η χρονιά που και ίδιος είχε προβληθεί από ελονοσία, αλλά σε ελαφρά μορφή.

Το 1899 αφυπηρέτησε από τον στρατό και επαναπατρίστηκε στην Αγγλία, όπου ανέλαβε θέση ερευνητή τροπικών ασθενειών στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ. Το 1902 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ιατρικής «για τις εργασίες του αναφορικά με την ασθένεια της ελονοσίας, μέσω των οποίων έδειξε τον τρόπο με τον οποίο εισβάλλει στον οργανισμό και με τον τρόπο αυτό έθεσε τα θεμέλια για την επιτυχή έρευνα σε αυτή την ασθένεια και τις μεθόδους καταπολέμησής της». Ο ινδός βοηθός του Μοχάν Μπαντιοπαντιαγί βραβεύτηκε με χρυσό μετάλλιο.

Μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ της Ιατρικής ανέλαβε την έδρα τροπικών ασθενειών στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, θέση την οποία διατήρησε έως το 1912, οπότε διορίστηκε διευθυντής της πτέρυγας τροπικών ασθενειών του νοσοκομείου King’s College του Λονδίνου, παράλληλα με την έδρα τροπικής υγιεινής στο πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ (1912-1917).

Το 1917 διορίστηκε ιατρικός σύμβουλος στο Υπουργείο Στρατιωτικών και μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου προσελήφθη ως ιατρικός σύμβουλος από το Υπουργείο Συντάξεων. Από το 1926 έως τον θάνατό του το 1932 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ιατρικού Ινστιτούτου και Νοσοκομείου για Τροπικές Παθήσεις Ρόναλντ Ρος. Κατά τη διάρκεια του επιστημονικού του βίου πραγματοποίησε έρευνες για την ελονοσία στην Ελλάδα, την Κύπρο, την περιοχή του Σουέζ και τη Δυτική Αφρική.

Ο Ρόναλντ Ρος έγραψε πλήθος ιατρικών μελετών, μεταξύ των οποίων και Η πρόληψη από την ελονοσία (1911), ενώ είχε και λογοτεχνικές ανησυχίες, δημοσιεύοντας ποιήματα και πεζογραφήματα. Το 1923 εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του με τίτλο Αναμνήσεις. Ήταν παντρεμένος με την Ρόζα Μπλόξαμ, με την οποία απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες.

Πέθανε στο Λονδίνο στις 16 Σεπτεμβρίου 1932. Ο Ρόναλντ Ρος τιμάται ιδιαίτερα στην Ινδία, όπου πολλοί δρόμοι σε πόλεις και χωριά φέρουν το όνομά του.

Παγκόσμια Ημέρα κατά των Κουνουπιών

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά των Κουνουπιών γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 20 Αυγούστου με πρωτοβουλία της Αμερικανικής Ενωσης για τον Ελεγχο των Κουνουπιών (AMCA), μιας επιστημονικής οργάνωσης που εδρεύει στις ΗΠΑ και στους κόλπους της περιλαμβάνει επιστήμονες από 50 χώρες του κόσμου.

Στόχος της Ημέρας είναι η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση του παγκόσμιου κοινού σχετικά με τη βλαβερή συμπεριφορά των κουνουπιών και των άλλων συναφών εντόμων απέναντι στον άνθρωπο.

Η 20η Αυγούστου επελέγη, γιατί την ημέρα αυτή του 1897 ο άγγλος γιατρός Ρόναλντ Ρος της Σχολής Τροπικής Ιατρικής του Λίβερπουλ ανακοίνωσε μία σημαντική ανακάλυψη, που έσωσε εκατομμύρια ζωές έκτοτε: Ό,τι για τη μάστιγα της ελονοσίας ευθύνονται τα κουνούπια.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ελονοσίας

Η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ελονοσίας καθιερώθηκε το 2008 με πρωτοβουλία του ΟΗΕ και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 Απριλίου για να αναδείξει τους κίνδυνους που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος κόσμος από την ελονοσία, την πιο παλιά καταγεγραμμένη ασθένεια της ανθρωπότητας.

Η ελονοσία, που μεταδίδεται από τα κουνούπια, προσβάλλει κάθε χρόνο 500 εκατομμύρια ανθρώπους, από τους οποίους το ένα εκατομμύριο τελικά υποκύπτει στην ασθένεια, το 90% στην Υποσαχάρειο Αφρική.

Η αντιμετώπιση της ελονοσίας είναι ένας από τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας που έθεσε ο ΟΗΕ για την καταπολέμηση της φτώχειας έως το 2015.

Στην Ελλάδα, η ελονοσία έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί. Τα 30 έως 50 κρούσματα που καταγράφονται κάθε χρόνο είναι «εισαγόμενα» και οφείλονται στους μετανάστες.

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

1954
Κατατίθεται στη γραμματεία του ΟΗΕ η πρώτη ελληνική προσφυγή για το Κυπριακό, με αίτημα την εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Παλλαϊκό συλλαλητήριο στην Αθήνα, με πάνω από 100 πολίτες τραυματίες, αλλά και 24 αστυνομικούς.
1965
Ορκίζεται η δεύτερη κυβέρνηση αποστατών υπό τον Ηλία Τσιριμώκο.

Ηλίας Τσιριμώκος
1907 – 1968

Έλληνας νομικός και πολιτικός· εκ των ιδρυτών του ΕΑΜ, αλλά και πρωθυπουργός της δεύτερης κυβέρνησης των «Αποστατών» το καλοκαίρι του 1965. Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος της Βουλής για λίγες ημέρες στα τέλη του 1963 και στις αρχές του 1964. Υπήρξε σημαντικός παράγοντας του σοσιαλιστικού δημοκρατικού κινήματος της χώρας μέχρι την «Αποστασία».

Ο Ηλίας Τσιριμώκος γεννήθηκε στη Λαμία το 1907 και προερχόταν από οικογένεια με παράδοση στην πολιτική. Ήταν γιος του Ιωάννη Τσιριμώκου (1861-1934), που διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής (1911- 1912, 1928-1930) και επανειλημμένα υπουργός με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, και εγγονός του Δημητρίου Τσιριμώκου (1828 -1890), βουλευτή Φθιώτιδας και αντιπροέδρου της Βουλής. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οικονομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι. Από το 1931 άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, πρώτα στη Λαμία και κατόπιν στην Αθήνα.

Πολύ γρήγορα αναμίχθηκε στην πολιτική κι εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 στην περιφέρεια Φθιωτοφωκίδος. Στις σύντομης διάρκειας εργασίες της βουλευτικής αυτής περιόδου ορίστηκε εισηγητής των διατάξεων για τις ατομικές ελευθερίες στην επιτροπή αναθεώρησης του συντάγματος.

Αντιτάχθηκε στο δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και υπήρξε από τους πρώτους που δραστηριοποιήθηκαν για την οργάνωση της εθνικής αντίστασης εναντίον των γερμανών κατακτητών. Το 1941 ίδρυσε την πολιτική ομάδα «Ένωσις Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), η οποία μαζί με το ΚΚΕ, το ΣΚΕ (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας) και το ΑΚΕ (Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας) δημιούργησαν το ΕΑΜ στις 27 Σεπτεμβρίου 1941.

Το 1943, ο Τσιριμώκος, εκπροσωπώντας το ΕΑΜ, πήρε μέρος σε αντιπροσωπεία που μετέβη στο Κάιρο για διαβουλεύσεις με την εξόριστη κυ­βέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού για το σχηματισμό κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και γραμματέας Δικαιοσύνης της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστής και ως «Κυβέρνησης του Βουνού», από τον Μάρτιο έως τις 2 Σεπτεμβρίου 1944, οπότε ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου (2 Σεπτεμβρίου - 18 Οκτωβρίου και 23 Οκτωβρίου - 2 Δεκεμβρίου 1944).

Ως εκπρόσωπος του ΕΑΜ, μαζί με τους Γιώργη Σιάντο και Δημήτρη Παρτσαλίδη, υπέγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945), σε μία προσπάθεια τερματισμού της εμφύλιας σύγκρουσης. Στη συνέχεια εγκατέλειψε το ΕΑΜ και μαζί με τον συνταγματολόγο Αλέξανδρο Σβώλο ίδρυσαν νέο πολιτικό φορέα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα - Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ), του οποίου διετέλεσε γενικός γραμματέας (1945-1953) και με τον οποίο εξελέγη βουλευτής Αθηνών στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950. Μετά τη διάλυση του ΣΚ-ΕΛΔ, ο Τσιριμώκος προσχώρησε στη Φιλελευθέρα Δημοκρατικήν Ένωσιν (ΦΔΕ) του Σοφοκλή Βενιζέλου και στη συνέχεια στο Δημοκρατικόν Κόμμα Εργαζόμενου Λαού. Στις παραμονές των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958 αποχώρησε από το κόμμα και συνεργάστηκε με την ΕΔΑ, με την οποία εξελέγη βουλευτής Αθηνών. Τον ίδιο χρόνο ίδρυσε τη Δημοκρατικήν Ένωσιν, ως πρόεδρος της οποίας συμμετέσχε στην ίδρυση της Ενώσεως Κέντρου (1961).

Με την Ε.Κ. εξελέγη βουλευτής στις εκλογές των ετών 1961, 1963 και 1964. Διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής (17 Δεκεμβρίου 1963 - 8 Ιανουαρίου 1964) με την υποστήριξη της ΕΚ και της ΕΔΑ και τον Ιανουάριο του 1965 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Μετά την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου από την πρωθυπουργία (15 Ιουλίου 1965), ο Τσιριμώκος, ενώ αρχικά τάχθηκε στο πλευρό του «Γέρου τής Δημοκρατίας» και δεν έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση των λεγόμενων «Αποστατών» υπό τον Γεώργιο Αθανασιάδη - Νόβα, λίγες μέρες αργότερα αποχώρησε από την ΕΚ και προς γενική έκπληξη αποδέχθηκε εντολή για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης (Δεύτερη Κυβέρνηση των «Αποστατών», 20 Αυγούστου - 17 Σεπτεμβρίου 1965), η οποία όμως είχε την ίδια τύχη με την πρώτη, αφού δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Στην τρίτη κυβέρνηση των «Αποστατών» υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο ανέλαβε καθήκοντα αντιπροέδρου και υπουργού Εξωτερικών. Στις 11 Απριλίου 1966 υπέβαλε την παραίτησή του, διαφωνώντας με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στο Κυπριακό και ειδικότερα με την υποστήριξη προς τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, στην ανώτατη διοίκηση του οποίου αποφασίστηκε να υπαχθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Στη συνέχεια επανίδρυσε τη Δημοκρατική Ένωση, σκοπεύοντας να λάβει με το κόμμα αυτό μέρος στις επικείμενες εκλογές του Μαΐου του 1967, πράγμα που δεν κατέστη δυνατό, λόγω της επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπήρξε εκδότης της παράνομης σοσιαλιστικής εφημερίδας «Μάχη», της οποίας παρέμεινε διευθυντής και πολιτικός συντάκτης και μετά την Απελευθέρωση (1941-1952). Διετέλεσε μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της «Σοσιαλιστικής Επιθεώρησης» και από το 1959 εκδότης, διευθυντής και πολιτικός συντάκτης της μηνιαίας επιθεώρησης «Πολιτική». Μετά την 15η Ιουλίου 1965 επανεξέδωσε τη «Μάχη» ως προσωπικό του όργανο. Συνέγραψε, επίσης, αρκετά πολιτικά δοκίμια:«Έλεγχος του αστικού ιδεαλισμού» (1934), «Αντιφασιστικά» (1945), «Μνήμη» (σκιαγραφία Ιωάννη Τσιριμώκου, 1953), «Η δημοκρατία στην Ελλάδα» (1955), «Λόγος προς τους νέους για την Δημοκρατία, τις αρρώστιες και τις ελπίδες της» (1962), «Αλέξανδρος Σβώλος (η δική μας αλήθεια, 1962)» κ.ά.

Ο Ηλίας Τσιριμώκος πέθανε στις 13 Ιουλίου 1968 στην Αθήνα, σε ηλικία 61 ετών. Κόρη του είναι η Τζούλια Τσιριμώκου - Πιμπλή, που διετέλεσε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας (1977-1981) και εγγονή του η Άννα Παπαδημητρίου - Τσάτσου, πρώην αναπληρώτρια περιφερειάρχης Αττικής και νυν περιφερειακή σύμβουλος Αττικής με τον συνδυασμό του Γιάννη Σγουρού.

1968
650.000 στρατιώτες του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία και τερματίζουν την «Άνοιξη της Πράγας».

Η Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία

Στις 20 Αυγούστου 1968 στρατιωτικές δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία για να καταστείλουν τη λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας», το φιλόδοξο πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού του κομουνιστικού καθεστώτος της χώρας, που έφερε την υπογραφή του γενικού γραμματέα του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ.

Ο Ντούμπτσεκ ανήλθε στην ηγεσία του κόμματος στις 5 Ιανουαρίου 1968, διαδεχόμενος τον σκληροπυρηνικό Αντονίν Νόβοτνι. Στις 5 Απριλίου παρουσίασε ένα πρόγραμμα δράσης με πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που τις συνόψισε με τη φράση «Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» και οι οποίες εγκρίθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος.

Η απήχησή τους στην κοινή γνώμη της χώρας ήταν χωρίς προηγούμενο και ασφαλώς απρόβλεπτη. Μαζί με την επαναφορά της ελευθερίας του Τύπου, υπήρξε μία αναβίωση του ενδιαφέροντος για εναλλακτικές μορφές πολιτικής οργάνωσης, στο πλαίσιο του κομουνιστικού συστήματος της χώρας. Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση υπό την ηγεσία του Λεονίντ Μπρέζνιεφ και οι «δορυφόροι» της στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας θεώρησαν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα Ντούμπτσεκ «αντεπαναστατικό» κι έψαχναν τρόπους να το ακυρώσουν.

Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ

Στις 15 Ιουλίου τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας απέστειλαν στον Ντούμπτσεκ επιστολή, στην οποία του επισήμαναν ότι η χώρα του βρισκόταν στα πρόθυρα της αντεπανάστασης και θεωρούσαν καθήκον τους να την προστατεύσουν («Δόγμα Μπρέζνιεφ»). Ο Ντούμπτσεκ κατάλαβε ότι μία στρατιωτική επέμβαση στη χώρα του από τις «αδελφές» χώρες ήταν προ των πυλών, αλλά πίστευε ότι με τον διάλογο μπορούσε να την αποτρέψει.

Το βράδυ, όμως, της 20ης Αυγούστου 1968, στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας, από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία (γύρω στις 500.000), εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία και την κατέλαβαν. Οι Τσεχοσλοβάκοι αιφνιδιάστηκαν και παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Μόνο όταν οι εισβολείς επιχείρησαν να καταλάβουν το σταθμό ραδιοτηλεόρασης στην Πράγα συνάντησαν ζωηρή αντίσταση, που τελικά έκαμψαν, αφήνοντας πίσω τους 30 νεκρούς και 300 τραυματίες. Ο πληθυσμός συνέχισε να αντιδρά στην εισβολή με παθητική αντίσταση και αυτοσχέδιες ενέργειες, όπως την αφαίρεση των οδικών πινακίδων, ώστε οι εισβολείς να χάνουν το δρόμο τους.

Οι σοβιετικές αρχές συνέλαβαν τον Ντούμπτσεκ και αρκετούς άλλους ηγέτες και τους μετέφεραν στη Μόσχα. Απέτυχαν, όμως, να βρουν άλλη ηγεσία για το κόμμα και το κράτος που να είναι αποδεκτή από τον λαό. Στις 22 Αυγούστου έγινε το προγραμματισμένο 14ο Συνέδριο του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επανέλαβε την υποστήριξή του προς τον Ντούμπτσεκ και το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.

Λεονίντ Μπρέζνιεφ

Στις 23 Αυγούστου μετέβη στη Μόσχα ο πρόεδρος της χώρας, Λούντβικ Σβόμποντα, για να διαπραγματευθεί μία λύση. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 26 Αυγούστου και ο Σβόμποντα επέστρεψε στην Πράγα έχοντας μαζί του τον Ντούμπτσεκ και τους άλλους κομμουνιστές ηγέτες, για να ανακοινώσει στους Τσέχους και στους Σλοβάκους το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσουν για τον σοσιαλισμό τους με το ανθρώπινο πρόσωπο: τα σοβιετικά στρατεύματα θα παρέμεναν στη χώρα και οι ηγέτες της Τσεχοσλοβακίας είχαν συμφωνήσει να αποσύρουν μεγάλο μέρος του μεταρρυθμιστικού τους προγράμματος.

Η παρουσία των σοβιετικών στρατευμάτων βοήθησε τους σκληροπυρηνικούς να νικήσουν τελικά τον Ντούμπτσεκ και τους μεταρρυθμιστές. Πρώτ’ από όλα κηρύχθηκε άκυρο το 14ο συνέδριο του κόμματος, κατ’ απαίτηση του Πρωτοκόλλου της Μόσχας που συμφωνήθηκε στις 26 Αυγούστου. Με αυτόν τον τρόπο, διατηρήθηκαν στην εξουσία οι σκληροπυρηνικοί, οι οποίοι τελικά νίκησαν, χρησιμοποιώντας τις πιέσεις των Σοβιετικών και τις διαφωνίες ανάμεσα στους μεταρρυθμιστές.

Στις 16 Ιανουαρίου 1969 ο φοιτητής Γιαν Πάλατς αυτοπυρπολήθηκε στην κεντρική πλατεία της Πράγας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το καθεστώς ανελευθερίας, που άρχισε να επικρατεί και πάλι στη χώρα. Τουλάχιστον επτά νέοι ακολούθησαν το παράδειγμά του, αλλά η θυσία τους έμεινε σχεδόν άγνωστη, καθώς η λογοκρισία λειτούργησε πιο αποτελεσματικά σε σχέση με τον Πάλατς, που έγινε το σύμβολο της αντίστασης των Τσεχοσλοβάκων κατά των Σοβιετικών. Στις 17 Απριλίου 1969 ο Ντούμπτσεκ απηλλάγη από τα καθήκοντά του και νέος ηγέτης του κόμματος ανέλαβε ο παλαιολιθικός Γκούσταβ Χούζακ. Το κομμουνιστικό καθεστώς άντεξε ακόμη είκοσι χρόνια στην Τσεχοσλοβακία, οπότε κατέρρευσε με τη λεγόμενη «Βελούδινη Επάνασταση» του 1989.

Σοσιαλισμός ναι, Κατοχή όχι!, αφίσα που κυκλοφόρησε στην Πράγα μετά την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Η Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία καταδικάστηκε από τη Δύση, αλλά μόνο σε λεκτικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ ήταν απασχολημένες με τον πόλεμο στο Βιετνάμ και θεώρησαν την εισβολή ως εσωτερική υπόθεση του αντίπαλου στρατοπέδου. Οι ηγέτες της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, Νικολάε Τσαουσέσκου και Τίτο, που βρίσκονταν σε διάσταση με τη Μόσχα, τάχθηκαν στο πλευρό του Ντούμπτσεκ, ενώ ο αλβανός ηγέτης Εμβέρ Χότζα, για διαφορετικούς λόγους, κατήγγειλε τη σοβιετική εισβολή και απέσυρε τη χώρα από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, σπρώχνοντάς την στην αγκαλιά της Κίνας.

Μεγάλος ήταν ο αντίκτυπος που προκλήθηκε στα Κομμουνιστικά Κόμματα της Δύσης. Τα Κ.Κ. Ιταλίας και Γαλλίας καταδίκασαν την επέμβαση και δρομολόγησαν πολιτικές που οδήγησαν τα επόμενα χρόνια στον λεγόμενο «Ευρωκομουνισμό» και την οριστική απεξάρτησή τους από την ιδεολογική επιλογή της Μόσχας. Στην Ελλάδα, το ΚΚΕ, που βρισκόταν στην παρανομία από το 1947, βρισκόταν υπό διάσπαση ήδη από τον Φεβρουάριο του 1968 και υπό την επήρεια της «Άνοιξης της Πράγας». Είχε χωριστεί σε ΚΚΕ (εξωτερικού το έλεγαν κάποιοι) και σε ΚΚΕ (εσωτερικού), που αποτέλεσε τον προπάτορα του ΣΥΡΙΖΑ.

Συνειδησιακά και ιδεολογικά προβλήματα δημιουργήθηκαν σε χιλιάδες κομμουνιστές σ’ όλο τον κόσμο, που είχαν βιώσει και την εμπειρία της σοβιετικής επέμβασης στην Ουγγαρία το 1956. Ο λεγόμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός» δυσφημίστηκε ανεπανόρθωτα και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την εξαφάνισή του από το προσκήνιο της ιστορίας.

1982
Δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 1972, που καταργεί την ποινική δίωξη της μοιχείας.
1993
Υπογράφεται η συμφωνία του Όσλο μεταξύ της PLO και του Ισραήλ. Αρχιτέκτονες της συμφωνίας, οι ηγέτες των δύο μερών Γιτζάκ Ράμπιν και Γιάσερ Αραφάτ, υπό την αιγίδα του αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον. Αποφασίζεται η αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας και αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ελέγχουν τα του οίκου τους με τη δημιουργία της Παλαιστινιακής Αρχής.

Γιάσερ Αραφάτ
1929 – 2004

Ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής και ηγέτης της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Γιάσερ Αραφάτ (Yasser Arafat), γεννήθηκε στις 4 ή 24 Αυγούστου 1929 στο Κάιρο ή την Ιερουσαλήμ -όπως υποστήριζε ο ίδιος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Μοχάμαντ Αμπντ Αλ Ραούφ Αλ Κούντουα Αλ Χουσέινι.

Ο Αραφάτ σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο πανεπιστήμιο του Καΐρου. Το 1933, μετά το θάνατο της μητέρας του, εγκαταστάθηκε με τον αδερφό του στην Ιερουσαλήμ. Το 1944 έγινε μέλος της Ένωσης Παλαιστίνιων φοιτητών και το 1950 μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ένωσης Παλαιστίνιων Φοιτητών. Την τετραετία 1952 - 1956 διετέλεσε πρόεδρος της Ένωσης Παλαιστίνιων Φοιτητών.

Μία από τις ημερομηνίες «σταθμούς» στη ζωή του ήταν στις 12 Ιανουαρίου 1953, όταν υπέβαλε έγγραφη διαμαρτυρία, γραμμένη με αίμα, προς τον αιγύπτιο ηγέτη, στρατηγό Ναγκίμπ, τονίζοντας «Μην ξεχνάς την Παλαιστίνη».

Το 1959 ο Αραφάτ ίδρυσε το κίνημα Φατάχ που σημαίνει «Κίνημα Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης» και το 1968 εξελέγη πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Φάταχ. Από το 1968 διετέλεσε πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (Palestine Liberation Organisation, PLO), ενώ από το 1973 Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής της PLO και υπεύθυνος του Πολιτικού Τμήματος. Επίσης, ήταν Γενικός Διοικητής των Παλαιστινιακών Επαναστατικών Δυνάμεων.

Το Νοέμβριο του 1988 το Εθνικό Παλαιστινιακό Συμβούλιο προέβη στην ανακήρυξη ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους, στο Αλγέρι, ενώ στις 12 Δεκεμβρίου 1988 ο Αραφάτ αναγνώρισε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και αποκήρυξε την τρομοκρατία. Στις 2 Απριλίου 1989 ορίστηκε Πρόεδρος του ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους έπειτα από ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της PLO στην Τύνιδα και στις 8 Αυγούστου 1989 εξελέγη ομόφωνα Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής της οργάνωσης Φάταχ, στο πλαίσιο των εργασιών του 5ου Συνεδρίου της οργάνωσης αυτής.

Στις 3 Φεβρουαρίου 1992 ο Αραφάτ παντρεύτηκε μυστικά την 28χρονη γραμματέα του από την Ιερουσαλήμ, Σούχα Ταουίλ, με την οποία αργότερα απέκτησε μία κόρη, τη Ζάχουα.

Την 1η Ιουνίου 1992 εισήχθη επειγόντως σε νοσοκομείο του Αμμάν και εγχειρίστηκε επιτυχώς για την αφαίρεση θρόμβου από τον εγκέφαλο, αποτέλεσμα αεροπορικού ατυχήματος που είχε πάνω από τη Σαχάρα, τον Απρίλιο.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1993 υπεγράφη στο Λευκό Οίκο, ειρηνευτική συμφωνία με το Ισραήλ, που προέβλεπε την αυτοδιοίκηση στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ είχε προηγηθεί συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης Ισραήλ - PLO. Ο ίδιος ήταν παρών στο Λευκό Οίκο. Δεδομένου ότι είχαν επαναληφθεί οι επαφές ΗΠΑ- PLO, δεν υπέγραψε το κείμενο της συμφωνίας, αλλά αντάλλαξε χειραψία με την ισραηλινή αντιπροσωπεία.

Στις 12 Οκτωβρίου 1993 το Κεντρικό Συμβούλιο της PLO ενέκρινε τη συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ και τον διόρισε επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.

Στις 18 Μαΐου 1994 τα ισραηλινά στρατεύματα αποχώρησαν από τη Γάζα και την Ιεριχώ, παραδίδοντας την εξουσία στην Παλαιστινιακή Αρχή. Την 1η Ιουλίου 1994 επέστρεψε στη Γάζα έπειτα από 27 χρόνια εξορίας. Οι Παλαιστίνιοι επεφύλαξαν θερμή υποδοχή στον Αραφάτ, ο οποίος συγκάλεσε την πρώτη σύνοδο της κυβέρνησής του στην οποία κατείχε επίσης το αξίωμα του υπουργού Εσωτερικών.

Στις 20 Ιανουαρίου 1996 εξελέγη πρόεδρος με 88,1% των ψήφων, στις πρώτες παλαιστινιακές εκλογές που διεξήχθησαν στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. 52 από τα 88 εκλεγμένα μέλη του Εκτελεστικού Συμβουλίου ανήκαν στην Φάταχ.

Στις 15 Ιανουαρίου 1997 σύναψε με τον ισραηλινό πρωθυπουργό συμφωνία η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τα 4/5 της πόλης της Χεβρώνας στη Δυτική Όχθη.

Στις 24 Οκτωβρίου 1998 υπέγραψε στο Ουέι Πλαντέισον των ΗΠΑ συμφωνία, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από το 13% της Δυτικής Όχθης, με αντάλλαγμα την επιβολή μέτρων ασφαλείας από τους Παλαιστινίους για την αντιμετώπιση των ακραίων στοιχείων. Η συμφωνία προέβλεπε, επίσης, την απελευθέρωση εκατοντάδων παλαιστινίων κρατουμένων από τις ισραηλινές φυλακές και την έναρξη των διαδικασιών για την τροποποίηση της παλαιστινιακής Χάρτας και την απάλειψη των άρθρων που ζητούσαν την καταστροφή του κράτους του Ισραήλ.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2001 το Ισραήλ διέκοψε κάθε επαφή μαζί του και του απαγόρευσε την έξοδο από τη Ραμάλα της Δυτικής Όχθης, όπου βρισκόταν το αρχηγείο του. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2003 το υπουργικό συμβούλιο του Ισραήλ αποφάσισε κατ αρχήν την εκδίωξή του από τα παλαιστινιακά εδάφη. Στις 5 Οκτωβρίου 2003 κήρυξε τα παλαιστινιακά εδάφη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Στις 29 Οκτωβρίου 2004 ο Αραφάτ διακομίστηκε με ελικόπτερο από το αρχηγείο του στη Ραμάλα στην Ιορδανία και από εκεί με αεροπλάνο στο Παρίσι, προκειμένου να νοσηλευθεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο, ειδικευμένο σε παθήσεις του αίματος. Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 2004, στο νοσοκομείο Περσί όπου νοσηλευόταν. Στη νεκρώσιμη ακολουθία, στις 12 Νοεμβρίου, στο Κάιρο, παραβρέθηκαν ηγέτες και εκπρόσωποι απ’ όλο τον κόσμο, ενώ ο ενταφιασμός του έγινε σε ειδικό χώρο στο αρχηγείο του στη Ραμάλα, σε χώμα που μεταφέρθηκε από την Ιερουσαλήμ.

Πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί για τις αιτίες του θανάτου του Αραφάτ, με επικρατέστερες αυτές του AIDS, της κίρρωσης ήπατος και της δηλητηρίασης από πολώνιο. Οι Ελβετοί επιστήμονες, που εξέτασαν την σορό του, έκαναν λόγο για πιθανή δηλητηρίασή του από πολώνιο. Οι Παλαιστίνιοι θεωρούν ως μόνο ύποπτο για τον θάνατο του Αραφάτ, το Ισραήλ.

Βραβεία - Διακρίσεις

  • Στις 14 Οκτωβρίου 1994 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης από κοινού με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Γιτζάκ Ράμπιν και τον υπουργό Εξωτερικών Σιμόν Πέρες.
  • Στις 11 Οκτωβρίου 2001, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, με την ευκαιρία του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, του απονεμήθηκε το χρυσό κλειδί της πόλης των Αθηνών.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1561
Γιάκοπο Πέρι, ιταλός συνθέτης, για πολλούς ο «πατέρας» της όπερας. (Θαν. 12/8/1633)
1948
Ρόμπερτ Πλαντ, άγγλος ρόκερ, ο τραγουδιστής των «Led Zeppelin».
1949
Νικόλας Άσιμος, έλληνας αντισυμβατικός τραγουδοποιός. (Θαν. 17/3/1988)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1850

Νικόλαος Κορφιωτάκης
1792 – 1850
Επιστολή του Ν. Κορφιωτάκη προς τον Ι. Κωλέττη, σχετικά με τη συνεδρίαση της Βουλής για το καταστατικό του νομοσχεδίου της Ιεράς Συνόδου.

Επιστολή του Ν. Κορφιωτάκη προς τον Ι. Κωλέττη, σχετικά με τη συνεδρίαση της Βουλής για το καταστατικό του νομοσχεδίου της Ιεράς Συνόδου.

Λάκων αγωνιστής του ‘21 και πολιτικός, που προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στο ελληνικό κράτος. Η δολοφονία του για πολιτικούς λόγους το καλοκαίρι του 1850 συντάραξε την τότε μικρή αθηναϊκή κοινωνία.

Ο Νικόλαος Κορφιωτάκης γεννήθηκε το 1792 στο Μυστρά και σπούδασε σε σχολεία της Τρίπολης, της Βυτίνας και της Δημητσάνας. Ήταν εγγονός του εμπόρου και μέλους της Φιλικής Εταιρείας Νικολάου Κορφιωτάκη από την Καλαμάτα. Το πατρικό επώνυμό του ήταν Καίσαρης, αλλά επικράτησε το Κορφιωτάκης, λόγω της καταγωγής της οικογένειας από την Κέρκυρα (Κορφούς).

Κατά την περίοδο του Αγώνα, ο Νικόλαος Κορφιωτάκης έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε ταμίας και ελεγκτής στο Υπουργείο Οικονομικών. Φιλελεύθερος από χαρακτήρα, ήταν αντίθετος τόσο με την Αντιβασιλεία, όσο και με την απόλυτη μοναρχία του Όθωνα. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 άρχισε να πολιτεύεται. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος Μυστρά στην Α' Εθνοσυνέλευση (3 Νοεμβρίου 1843 - 18 Μαρτίου 1844) και συμμετείχε στην επιτροπή σύνταξης του Συντάγματος του 1844. Τα επόμενα χρόνια εκλέχθηκε βουλευτής Μυστρά, το 1844 και το 1847.

Οπαδός του Γαλλικού Κόμματος και του Ιωάννη Κωλέττη, διετέλεσε υπουργός Οικονομικών (5 Απριλίου 1847 - 8 Μαρτίου 1848) στις διαδοχικές κυβερνήσεις του Ιωάννη Κωλέττη και του Κίτσου Τζαβέλα. Στις 4 Αυγούστου 1850 ορκίστηκε Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών στην κυβέρνηση του Αντωνίου Κριεζή και στις 11 Αυγούστου υπέγραψε τον Συνοδικό Τόμο, δια του οποίου αναγνωριζόταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας.

Ο Νικόλαος Κορφιωτάκης δολοφονήθηκε στις 20 Αυγούστου 1850, έξω από την οικία του στην οδό Ερμού (στο ύψος της Καπνικαρέας), καθώς επέστρεφε από εξόρμηση αναψυχής στα Πατήσια. Δράστης ήταν ο 21χρονος σεσημασμένος κακοποιός Θωμάς Ζυγούρης, ο οποίος φαίνεται ότι εκτέλεσε «συμβόλαιο θανάτου» των Μαυρομιχαλαίων, με τους οποίους ο Κορφιωτάκης είχε διαφορές, όπως προέκυψε από την ανάκριση, αλλά και δημοσιεύματα της εποχής. Ο Ζυγούρης καταδικάστηκε σε θάνατο από το Ορκωτό Κακουργιοδικείο Αθηνών (6 Ιουλίου 1852) και απαγχονίστηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους στο Θησείο, παρουσία πλήθους κόσμου.

Ο Νικόλαος Κορφιωτάκης διακρινόταν για τη ρητορική του δεινότητα και μόρφωση. Αγωνίσθηκε σθεναρά κατά τη διάρκεια του σύντομου πολιτικού βίου για την επιβολή των νόμων, που έπληξε τα συμφέροντα παλαιών οικογενειών και τελικά του στοίχισε τη ζωή. Την πολιτική διαδρομή του συνέχισαν ο γιος του, Γρηγόριος Κορφιωτάκης (1810-1883), που εκλεγόταν βουλευτής Μεσσηνίας από το 1844 έως το 1874 και αδελφός του, Αναστάσιος Κορφιωτάκης, που εκλεγόταν βουλευτής Λακεδαίμονος μέχρι το 1879.

1872

Νικόλαος Κασομούλης
1795 – 1872

Μακεδόνας αγωνιστής του '21 και ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Νικόλαος Κασομούλης γεννήθηκε στη Σιάτιστα της Κοζάνης το 1795. Ήταν γιος του εμπόρου και προεστού της περιοχής Κώστα Κασομούλη, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Νάουσας από τους Τούρκους τον Απρίλιο του 1822. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στις Σέρρες για να επεκτείνει την οικογενειακή επιχείρηση. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του Γεώργιο, Δημήτριο και Ιωάννη.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821, ο Νικόλαος Κασομούλης συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Όλυμπο και τη Χαλκιδική. Μετά την αποτυχία της Επανάστασης στη Μακεδονία, κατέβηκε και πολέμησε στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο. Το 1826 βρέθηκε κλεισμένος στο Μεσολόγγι κατά τη μεγάλη πολιορκία. Έλαβε μέρος στην έξοδο και σώθηκε, όχι όμως και ο αδελφός του Δημήτριος. Στη συνέχεια, πολέμησε κοντά στον Καραϊσκάκη στην Αττική.

Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836 στην Αιτωλοακαρνανία, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκε ο αδερφός του Γεώργιος, που υπηρετούσε ως ανθυπολοχαγός. Για τις υπηρεσίες του αυτές εντάχθηκε στη Βασιλική Φάλαγγα (στρατιωτικό σώμα που ίδρυσε ο Όθωνας από αγωνιστές του '21) και εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχη.

Ο Κασομούλης, εκτός από τους αγώνες του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του '21, κατέλειπε και ιστορικό έργο. Τα χειρόγραφα απομνημονεύματά του με τον τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833», εκδόθηκαν το 1939 σε τρεις τόμους από τον ιστοριοδίφη και συγγραφέα Γιάννη Βλαχογιάννη (1867-1945). Το έργο αυτό είναι πολύτιμο, γιατί εκτός από τις διάφορες ιστορικές πληροφορίες που μας δίνει, μας περιγράφει πιστά και τα της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς και τους αγώνες και τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Στο Ημερολόγιό του αναφέρεται διεξοδικά στην καταστολή των εξεγέρσεων του 1836.

Σε μεγάλη ηλικία, ο Νικόλαος Κασομούλης εγκαταστάθηκε στη Στυλίδα, όπου πέθανε στις 20 Αυγούστου του 1872.

 

1995
Ούγκο Πρατ, ιταλός συγγραφέας ιστοριών κόμιξ και δημιουργός του δημοφιλούς ήρωα Κόρτο Μαλτέζε. (Γεν. 15/6/1927)
2011
Νίκος Θέμελης, έλληνας νομικός και συγγραφέας. (Γεν. 1947)

πηγη: www.sansimera.gr

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου