Loading...

Κατηγορίες

Δευτέρα 13 Αύγ 2018
Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:37 – Δύση Ήλιου: 20:22
  • Παγκόσμια Ημέρα Αριστερόχειρων

Σαν Σήμερα...

1913
Μακάριος Γ’, αρχιεπίσκοπος και πρώτος πρόεδρος της Κύπρου, που μαζί με τον Γεώργιο Γρίβα ηγήθηκαν του αγώνα της ανεξαρτησίας από τους Άγγλους. (Θαν. 3/8/1977)

Ο Απελευθερωτικός Αγώνας της Κύπρου

Ο Γεώργιος Γρίβας με αγωνιστές της ΕΟΚΑ

Την 1η Απριλίου 1955 οι Ελληνοκύπριοι ξεσηκώθηκαν για να αποτινάξουν τον βρετανικό ζυγό, με στόχο την «Ένωσιν» με τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα. Ο αγώνας τους έληξε με τις «Συμφωνίες Λονδίνου - Ζυρίχης» (19 Φεβρουαρίου 1959), με τις οποίες η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος.

Το αίτημα των Ελληνοκυπρίων για την αποτίναξη της βρετανικής κατοχής στη Μεγαλόνησο και την ένωση με την Ελλάδα ήρθε δυναμικά στο προσκήνιο το 1950, με το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου (το διοργάνωσε η Εκκλησία της Κύπρου και το 95,7% των ψηφισάντων τάχθηκε υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα) και την εκλογή του Μακαρίου Γ' ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου στις 20 Οκτωβρίου. Ήταν η εποχή που η αποικιοκρατία έπνεε τα λοίσθια και η μία μετά την άλλη οι κατακτημένες χώρες επιζητούσαν δυναμικά την ανεξαρτησία τους.

Οι κυβερνήσεις των Αθηνών, με την προτροπή της ελληνοκυπριακής ηγεσίας και υπό την πίεση των οργανώσεων του Κυπριακού Αγώνα στην Αθήνα, κατέβαλλαν προσπάθειες για τη διεθνοποίηση του θέματος, με διαδοχικές προσφυγές στον ΟΗΕ. Στις 10 Νοεμβρίου 1954 ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος «Διγενής» Γρίβας (1897-1974) φθάνει στο νησί και συγκροτεί την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), η οποία την 1η Απριλίου 1955 αναλαμβάνει δράση κατά των Βρετανών αποικιοκρατών, σηματοδοτώντας την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων. Ο γεννημένος στην Κύπρο Γρίβας είχε διατελέσει αξιωματικός του ελληνικού στρατού και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής είχε ιδρύσει την αντικομουνιστική οργάνωση «Χ», ενώ είχε λάβει ενεργό μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Πολιτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1913-1977), μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η έναρξη του αγώνα, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε τις βραδινές ώρες της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955, με επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς, τον ραδιοσταθμό και σε βρετανικό στρατόπεδο της Αμμοχώστου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, στο στόχαστρο της ΕΟΚΑ βρέθηκαν εκτός από τους Άγγλους δυνάστες, οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες τους, οι Τουρκοκύπριοι της οργάνωσης «Ταξίμ» που επιζητούσαν «ένωση» της Κύπρου με την Τουρκία, αλλά και μέλη του ΑΚΕΛ, που οι «εθνικόφρονες» της ΕΟΚΑ τούς κατηγορούσαν ως συνεργάτες των Άγγλων. Η διαμάχη «δεξιών» και «αριστερών» στην Κύπρο για τον ρόλο του ΑΚΕΛ στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα καλά κρατεί μέχρι σήμερα.

Παρά το αίμα που χύθηκε και τους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους (Καραολής, Δημητρίου, Παλληκαρίδης, Αυξεντίου κ.ά.), ο στόχος της «Ένωσης» δεν επιτεύχθηκε. Με τις συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης (19 Φεβρουαρίου 1959, η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος την 1η Οκτωβρίου 1960.

Η καταστροφή της Χίου

Πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά

Πίνακας του Ευγένιου Ντελακρουά

Αναφερόμαστε στη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων στη Χίο από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822, ως αντίποινα για την κήρυξη της επανάστασης στο νησί από τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθέτη.

Η έκρηξη της Επανάστασης βρήκε το πολυπληθές ελληνικό στοιχείο της Χίου να ευημερεί (117.000 έναντι 3.000 Οθωμανών Τούρκων και 100 Εβραίων). Με τον στόλο τους, το εμπορικό τους δαιμόνιο και τη διπλωματία τους, οι Χιώτες κυριαρχούσαν στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ώθησε τον Σουλτάνο να παραχωρήσει στο νησί πολλά προνόμια, που άγγιζαν το καθεστώς αυτονομίας.

Έτσι, οι κυρίαρχες τάξεις της Χίου δεν είχαν κανένα λόγο να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Το μαρτυρά και η αποτυχία του Τομπάζη τον Απρίλιο του 1821. Οι ντόπιοι πρόκριτοι είχαν και μία σοβαρή δικαιολογία να αντιδρούν στον ξεσηκωμό: η Χίος βρίσκεται σχεδόν δύο μίλια από τη Μικρασιατική ενδοχώρα, με αποτέλεσμα κάθε απόπειρα εξέγερσης να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Στις 10 Μαρτίου 1822 ο Σάμιος Λυκούργος Λογοθέτης, με την προτροπή του Χιώτη Αντωνίου Μπουρνιά, αποβιβάστηκε στο νησί με 1.500 άνδρες και πέτυχε να συνεγείρει τους ντόπιους, κυρίως τους κατοίκους της υπαίθρου. Οι 3.000 Τούρκοι του νησιού πρόλαβαν να κλειστούν στο Κάστρο και η ολιγοήμερη πολιορκία τους δεν έφερε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα, καθώς οι άνδρες του Λογοθέτη ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένοι.

O αντιναύαρχος Καρά-Αλή πασάς

Μόλις έφθασε το μαντάτο της εξέγερσης στην Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β' την εξέλαβε ως αχαριστία των Χίων, αλλά και ως προσωπική προσβολή, επειδή η αδελφή του καρπούταν από το νησί τον φόρο από τα μαστιχόδεντρα. Έμπλεος οργής διέταξε αμέσως να φυλακιστούν όλοι οι Χιώτες της Κωνσταντινούπολης και εξήντα από αυτούς να αποκεφαλιστούν. Στη συνέχεια έδωσε την εντολή στον αντιναύαρχο Καρά-Αλή πασά να καταπλεύσει στον νησί και να τιμωρήσει παραδειγματικά τους εξεγερθέντες.

Στις 30 Μαρτίου 1822 και μετά από έντονο κανονιοβολισμό, ο Καρα-Αλής αποβίβασε στην ακτή 7.000 άνδρες και με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς κατέστειλε εύκολα και σύντομα την εξέγερση, εκμεταλλευόμενος τον κακό σχεδιασμό της και τις έριδες για την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη. Στη συνέχεια πυρπόλησε όλα τα περίχωρα και την πρωτεύουσα του νησιού και επιδόθηκε σε ανήκουστες σφαγές. Υπολογίζεται ότι από τους 117.000 χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη. Οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες, ενώ αναφέρθηκαν και θύματα μεταξύ των Εβραίων, που διεκπεραιώθηκαν από τη Μικρασιατική ακτή στο νησί για να πλιατσικολογήσουν και επόπτευαν το δουλεμπόριο.

Τα αιματηρά γεγονότα της Χίου προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση στην Ευρώπη. Η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και οι τάξεις των φιλελλήνων πύκνωσαν. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες, ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έψαλλαν τη θλιβερά καταστροφή. Πολλοί έκαναν λόγο για το ασυμβίβαστο της τουρκικής φυλής με τον ανθρωπισμό, ενώ άλλοι τόνισαν την αδυναμία συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Η ελληνική νέμεση θα έλθει σύντομα, με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας του Καρα-Αλή από τον Κωνσταντίνο Κανάρη (6 - 7 Ιουνίου 1822).

  • Ο γερμανός ναύαρχος Βίλχελμ φον Κανάρις (1887-1945), αρχηγός της αντικατασκοπείας του Χίτλερ, ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τη Χιακή Διασπορά, που προέκυψε από τη Σφαγή της Χίου.
  • Ο σύγχρονος κινέζος ζωγράφος Γιούε Μιντζούν φιλοτέχνησε με τον δικό του τρόπο ένα πίνακα που ονόμασε «Η σφαγή της Χίου». Πουλήθηκε το 2007 σε δημοπρασία έναντι 4,1 εκατομμυρίων δολαρίων.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1876
Ανοίγει τις πύλες του το Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ, με την ολοκληρωμένη παρουσίαση της τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν». Την πρεμιέρα παρακολουθούν, μεταξύ άλλων, οι αυτοκράτορες Γερμανίας και Βραζιλίας, οι συνθέτες Λιστ, Μπρούκνερ, Σεν Σανς, Τσαϊκόφσκι, Έντβαρντ Γκριγκ και ο φιλόσοφος Νίτσε.
1922
Έπειτα από προπαρασκευή πυροβολικού, τα τουρκικά στρατεύματα εξαπολύουν ευρείας κλίμακας αντεπίθεση στο μέτωπο της Μ. Ασίας εναντίον των ελληνικών θέσεων. Η τουρκική επίθεση επικεντρώνεται στο νότιο τομέα του μετώπου, δυτικά του Αφιόν Καραχισάρ. Η τουρκική αυτή ενέργεια θα οδηγήσει ύστερα από λίγες μέρες σε γενική υποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων.
1946
Ακροδεξιοί της συμμορίας Σούρλα δολοφονούν στη Θεσσαλία τον δημοσιογράφο του «Ριζοσπάστη» Κώστα Βιδάλη.
1961
Οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας αρχίζουν να κατασκευάζουν το τείχος του Βερολίνου. Το «τοίχος του αίσχους», όπως ονομάστηκε, θα διατηρηθεί έως τις 9 Νοεμβρίου του 1989, οπότε θα γκρεμιστεί κατά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών.

Το Τείχος του Βερολίνου

Η ανέγερση του Τείχους, 23 Αυγούστου 1961.

Η ανέγερση του Τείχους, 23 Αυγούστου 1961.

Berliner Mauer στα Γερμανικά. Πρόκειται για ένα τοίχο ύψους 2 μέτρων, που χώριζε το Βερολίνο σε Ανατολικό και Δυτικό. Οι Δυτικοί το ονόμασαν «Τείχος του Αίσχους». Χτίστηκε το 1961 από τις αρχές της Ανατολικής Γερμανίας για να συγκρατήσει τη φυγή των κατοίκων της προς τη Δύση και γκρεμίστηκε από τους Βερολινέζους και των δύο πλευρών στις 9 Νοεμβρίου 1989, όταν άρχισαν να αποσαθρώνονται τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Υπήρξε το κατ’ εξοχήν σύμβολο του «Ψυχρού Πολέμου» μεταξύ «δημοκρατικής» Δύσης και της «κομμουνιστικής» Ανατολής.

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου το 1945, η ηττημένη Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερις ζώνες κατοχής, τη διοίκηση των οποίων ανέλαβαν οι νικήτριες δυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση. Με ανάλογο τρόπο χωρίστηκε και το Βερολίνο, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Πρωσίας, της Αυτοκρατορικής Γερμανίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί το 1944 στο Λονδίνο.

Το Βερολίνο βρισκόταν μέσα στη ζώνη επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που δημιούργησε πολλά από τα κατοπινά προβλήματα. Το Μάρτιο του 1948 οι Δυτικές δυνάμεις αποφάσισαν να ενώσουν τους τομείς που έλεγχαν και να δημιουργήσουν τη Δυτική Γερμανία. Το ίδιο έπραξαν και με το Βερολίνο. Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν με τον χερσαίο αποκλεισμό των Δυτικών τομέων της πόλης στις 24 Ιουνίου 1948. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι άρχισαν να εφοδιάζουν το Δυτικό Βερολίνο μόνο από αέρος με τις περίφημες αερογέφυρες.

Στις 30 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου στο Ανατολικό Βερολίνο εγκαταστάθηκε ξεχωριστή δημοτική αρχή, με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό χωρισμό του Βερολίνου σε Ανατολικό και Δυτικό. Το 1949 τα γερμανικά εδάφη που κατείχε η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσαν ίδια κρατική οντότητα, με την ονομασία Λαϊκή Δημοκρατική της Γερμανίας ή Ανατολική Γερμανία. Μετά τον χωρισμό της Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική η επικοινωνία ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου έγινε εξαιρετικά δύσκολη.

Σταδιακά άρχισε να παρατηρείται ένα κύμα φυγής των Ανατολικογερμανών προς τη Δύση, ιδίως μετά την εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1953, που συντρίφτηκε από τους Σοβιετικούς. Για να σταματήσουν τη μαζική έξοδο των πολιτικών προσφύγων, οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας με τη σύμφωνη γνώμη των Σοβιετικών αποφάσισαν την ανέγερση ενός φράχτη. Τυπικά, η απόφαση εγκρίθηκε από τη Λαϊκή Εθνοσυνέλευση (Volkskammer) και τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1961 άρχισε να υψώνεται ανάμεσα στα δύο τμήματα του Βερολίνου ένα διαχωριστικό συρματόπλεγμα, που εμπόδιζε την ελεύθερη επικοινωνία του Δυτικού με το Ανατολικό Βερολίνο και την υπόλοιπη Ανατολική Γερμανία.

9 Νοεμβρίου 1989

Αργότερα, καθώς οι σχέσεις μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας οξύνονταν, το συρματόπλεγμα αντικαταστάθηκε με τοίχο από μπετόν, ως 2 μέτρα ύψος, ενισχυμένο με συρματόπλεγμα στην κορυφή. Φρουρείτο σε καθορισμένες από τις ανατολικογερμανικές αρχές διόδους και από σκοπιές κατά διαστήματα, σε όλο το μήκος του, που έφθανε τα 45 χιλιόμετρα. Η απομόνωση του Δυτικού Βερολίνου από την ενδοχώρα της Ανατολικής Γερμανίας εξασφαλίστηκε με ηλεκτροφόρα καλώδια και προβολείς που σάρωναν κάθε σπιθαμή του γυμνού εδάφους.

Η Δύση εκμεταλλεύτηκε ιδεολογικά το γεγονός για να καταδείξει την ανελευθερία και την καταπίεση που επικρατούσε στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στις 26 Ιουνίου 1963 ο Αμερικανός πρόεδρος Κένεντι επισκέφθηκε το διαιρεμένο Βερολίνο και αρχίζει το λόγο του με την περίφημη φράση: «Ich bin ein Berliner» (Είμαι κι εγώ Βερολινέζος). Πάντως, σε μία προσπάθεια να χαλαρώσει η ένταση, οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 1970 τη Συμφωνία του Βερολίνου, η εφαρμογή της οποίας ανατέθηκε στους αξιωματούχους των δύο γερμανικών κρατών.

Με την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης το 1986 ένας άνεμος αλλαγής άρχισε να φυσά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Οι πολιτικές της «περεστρόικα» και της «γκλάσνοστ» βρήκαν πεδίο εφαρμογής και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Με το άνοιγμα των συνόρων των άλλων σοσιαλιστικών χωρών προς τη Δύση, ένα νέο κύμα ανατολικογερμανών πολιτών διέφευγε στη Δυτική Γερμανία μέσω της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας.

Η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας αιφνιδιασμένη από τις εξελίξεις αποφάσισε να ανοίξει κι αυτή τα σύνορα της χώρας με τη Δύση στις 9 Νοεμβρίου 1989. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Τείχος που χώριζε το Βερολίνο για 28 χρόνια δεν είχε λόγο ύπαρξης και άρχισε να κατεδαφίζεται πάραυτα, με πρωτοβουλία των Βερολινέζων. Ένα χρόνο αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1990, η Γερμανία επανενώθηκε.

Στη διάρκεια των 28 χρόνων της ύπαρξης του Τείχους, τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση. Το πρώτο θύμα υπήρξε η 58χρονη νοσοκόμα Ίντα Ζίκμαν, η οποία σκοτώθηκε στις 22 Αυγούστου 1961 στην προσπάθειά της να διαφύγει στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ζούσε η αδελφή της. Τελευταίος χρονολογικά στη μακάβρια λίστα ήταν ο 33χρονος άνεργος ηλεκτρολόγος Βίνφριντ Φρόιντενμπεργκ, ο οποίος κατάφερε μ’ ένα αυτοσχέδιο αερόστατο να περάσει στο Δυτικό Βερολίνο, αλλά για κακή του τύχη αυτό κατέπεσε και συνετρίβη, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο (29 Αυγούστου 1989).

1968
Ο Αλέκος Παναγούλης προσπαθεί να ανατινάξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου, αλλά αστοχεί και συλλαμβάνεται.

Αλέκος Παναγούλης
1939 – 1976

Έλληνας πολιτικός και ποιητής, κορυφαία μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα. Στις 13 Αυγούστου 1968 αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, συνελήφθη και βασανίσθηκε απάνθρωπα. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας εξελέγη βουλευτής με την ΕΚΝΔ.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στη Γλυφάδα Αττικής και ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη.

Ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου αναδείχθηκε ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και το  1963 έλαβε μέρος στο Α' Παμφοιτητικό Συνέδριο ως εκπρόσωπος της σχολής του. Ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΟΝΕΚ (της νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου) και ιδρυτικό στέλεχος της μετεξέλιξής της σε ΕΔΗΝ. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 διετέλεσε γενικός γραμματέας της ΕΔΗΝ, νεολαίας πλέον της ΕΚΝΔ.

Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου πέρασε αμέσως στην παράνομη δράση κατά της χούντας των συνταγματαρχών, αφού πρώτα λιποτάκτησε (27 Μαΐου) από το στρατό, όπου υπηρετούσε τη θητεία του. Τον ακολούθησε τον Αύγουστο και ο αδελφός του Γεώργιος Παναγούλης, υπολοχαγός των ΛΟΚ, ο οποίος κατέφυγε στο Ισραήλ, συνελήφθη κι εκδόθηκε στην Ελλάδα, αλλά κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ελλάδα με πλοίο, χάθηκαν τα ίχνη του και από τότε θεωρείται αγνοούμενος.

Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν ο ουσιαστικός ηγέτης της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση» και ο αρχηγός του ΛΑΟΣ (Λαϊκός Αντιστασιακός Οργανισμός Σαμποτάζ), που ήταν η πιο δυναμική ομάδα της οργάνωσης. Μετά τη λιποταξία του, κατέφυγε μυστικά για μικρό διάστημα στην Κύπρο και, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, οργάνωσε την περίφημη απόπειρα δολοφονίας του αρχηγού της δικτατορίας, Γεωργίου Παπαδόπουλου, την οποία και επιχείρησε στις 13 Αυγούστου 1968 στη λεωφόρο Αθηνών - Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι, όπου η πολυτελής βίλα στην οποία διέμενε ο δικτάτορας.

Η απόπειρα έγινε με υπονόμευση του δρόμου και την πυροδότηση έκανε ο ίδιος ο Παναγούλης. Η αποτυχία του εγχειρήματος οφειλόταν σε έλλειψη συντονισμού. Ο Παναγούλης συνελήφθη κρυμμένος στα βράχια της παραλίας και οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα για να καταδώσει τους συνεργάτες του. Άντεξε με απαράμιλλη γενναιότητα τα βασανιστήρια, χωρίς να ομολογήσει απολύτως τίποτε.

Όπως σημειώνει η ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι στη συνέντευξή της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωσή του, η ενέργειά του αυτή του ήταν μία πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο» της είπε.

Στις 17 Νοεμβρίου 1968 καταδικάσθηκε σε θάνατο από το Στρατοδικείο Αθηνών και σε ποινές φυλάκισης 11 συγκατηγορούμενοί του, μέλη της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση», ανάμεσα στα οποίους οι μετέπειτα υπουργοί του ΠΑΣΟΚ Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης (διαμαρτυρίες κομμάτων και οργανώσεων, λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε όλο τον κόσμο, διαβήματα κυβερνήσεων, εκκλήσεις προσωπικοτήτων όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ).

Παρέμεινε, ωστόσο, για πέντε χρόνια έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Στις 5 Ιουνίου 1969 δραπέτευσε μαζί με τον δεσμοφύλακά του Γιώργο Μωράκη, αλλά συνελήφθη μετά τρεις ημέρες, προδομένος από έναν εξάδελφό του, ο οποίος εισέπραξε την αμοιβή της επικήρυξής του. Κλείστηκε στην απομόνωση στις φυλακές Μπογιατίου, απ’ όπου επιχείρησε ακόμη δύο φορές να δραπετεύσει, δείχνοντας έτσι τις ακατάλυτες δυνάμεις που έκρυβε μέσα του. Η περήφανη και ασυμβίβαστη στάση του έναντι στους στρατοδίκες της χούντας και τους βασανιστές του τον ανέδειξαν σε ηρωική μορφή τού αντιδικτατορικού αγώνα. Ο ηρωισμός του και η ανδρεία του αναγνωρίστηκαν και από τους ίδιους τους βασανιστές του.

Τον Αύγουστο του 1973, στο πλαίσιο των μέτρων φιλελευθεροποίησης του δικτατορικού καθεστώτος, επωφελήθηκε της γενικής αμνηστίας που χορηγήθηκε στους πολιτικούς κρατούμενους και αυτοεξορίστηκε στη Φλωρεντία, όπου φιλοξενήθηκε από τη σύντροφο και βιογράφο του Οριάνα Φαλάτσι (1929 - 2006). Του μέτρου επωφελήθηκε και ο μικρός του αδελφός Στάθης Παναγούλης, που ακολούθησε πολιτική καριέρα στη μεταπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΕΣΠΕ, ΚΚΕ, Συνασπισμός, Πολιτική Άνοιξη, ΔΗΚΚΙ, ΣΥΡΙΖΑ).

Στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1974, ο Αλέκος Παναγούλης εξελέγη βουλευτής στη Β' Αθηνών με το κόμμα τής Ενώσεως Κέντρου - Νέων Δυνάμεων (ΕΚΝΔ), διάδοχο σχήμα της προδικτατορικής Ενώσεως Κέντρου (ΕΚ). Αρνήθηκε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, για τον οποίον είχε αρνητική γνώμη. Τον Απρίλιο του 1976 διαφώνησε με την πολιτική τού κόμματός του κι έγινε ανεξάρτητος.

Την Πρωτομαγιά του 1976 βρήκε τραγικό θάνατο κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του Αγίου Δημητρίου, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε εξετράπη της πορείας του κι έπεσε σ’ ένα υπόγειο κατάστημα. Ο Τύπος της εποχής έγραψε ότι κάποιοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, επειδή είχε στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα της δικτατορίας που έδειχναν τις σχέσεις γνωστών πολιτικών προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου με τη δικτατορία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε και τα δημοσιεύματα παρέμειναν στο επίπεδο της εικασίας.

Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Το σεντόνι που σκέπαζε το φέρετρο ήταν κεντημένο από τα χέρια της ηρωίδας μάνας του και σε μία ταινία γραφόταν: «Ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάσθηκε σε θάνατο γιατί έψαξε την ελευθερία. Το 1976 πέθανε γιατί έψαξε την αλήθεια και τη βρήκε».

Ο Αλέκος Παναγούλης άφησε πίσω του δυο ποιητικές συλλογές: «Άλλοι θ’ ακολουθήσουν», που βραβεύθηκε με το Διεθνές Βραβείο του Βιαρέτζιο και «Μέσα από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα», που τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο της Αντιφασιστικής Αντίστασης στην Ιταλία. Πολλά από τα ποιήματά του γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του.

2004
Τελετή έναρξης των 28ων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. 202 εθνικές αποστολές και 11.099 αθλητές παρελαύνουν στο Ολυμπιακό Στάδιο, υπό τους ήχους του DJ Tiesto. Σημαιοφόρος της ελληνικής ομάδας, ο Πύρρος Δήμας. «Μαγική η γιορτή», παγκόσμια τα εύσημα για τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1831

Καρλ Λίμπκνεχτ
1871 – 1919

Γερμανός πολιτικός και δικηγόρος. Συνιδρυτής με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ της Ένωσης Σπάρτακος (Spartakusbund στα γερμανικά), της αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης που μετεξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας. Είναι γνωστός για την αντίθεσή του στη συμμετοχή της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον ρόλο του στην Εξέγερση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο 1919.

Ο Καρλ Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) γεννήθηκε στη Λειψία στις 13 Αυγούστου 1871. Ήταν γιος του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ, ιδρυτικού μέλους του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Γερμανίας (από το 1891 Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας) και της δεύτερης συζύγου του Ναταλίε Ρεχ. Με την οικονομική βοήθεια του κόμματος σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία στα Πανεπιστήμια Λειψίας και Βερολίνου. Τη διετία 1893-1894 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και το 1900 άνοιξε δικηγορικό γραφείο στο Βερολίνο, μαζί με τον αδελφό του Τέοντορ. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και παντρεύτηκε τη Γιούλια Παραντίς, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

Ως δικηγόρος, ο Λίμπκνεχτ υπερασπιζόταν συχνά αριστερούς πολίτες, που κατηγορούνταν για σοσιαλιστική προπαγάνδα και δεν έχανε την ευκαιρία να περνά πολιτικά μηνύματα, καταγγέλλοντας το στρατοκρατικό καθεστώς που κυβερνούσε τη Γερμανία. Το 1907 έγινε πρόεδρος της νεολαίας της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, θέση που διατήρησε έως το 1910.

Το 1907 έγραψε το βιβλίο Μιλιταρισμός και Αντιμιλιταρισμός (Militarismus und Antimilitarismus), που θεωρήθηκε ανατρεπτικό από τις αρχές. Ο Λίμπκνεχτ συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών. Τον επόμενο χρόνο εξελέγη βουλευτής στο τοπικό κοινοβούλιο της Πρωσίας, παρότι βρισκόταν στη φυλακή. Το 1912 εξελέγη βουλευτής στη Γερμανική Βουλή με τη σημαία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, του οποίου υπήρξε σημαίνον στέλεχος της αριστερής πτέρυγας. Ήταν ο κύριος εκφραστής της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και αντίθετος με την αυξανόμενη τάση μέσα στο κόμμα για αναθεώρηση των μαρξικών θεωριών.

Ο Λίμπκνεχτ αντιτάχθηκε στη συμμετοχή της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για να μην προκαλέσει εσωκομματικό πρόβλημα απείχε από την ψηφοφορία για τις πολεμικές πιστώσεις στις 4 Αυγούστου 1914. Τον Οκτώβριο του 1914 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την ιστορικό τέχνης Σοφίε Ρις. Η πρώτη του σύζυγος είχε πεθάνει το 1911. Στις 2 Δεκεμβρίου 1914 ήταν το μοναδικό μέλος της Βουλής που καταψήφισε τις επιπλέον πολεμικές πιστώσεις. Ήταν δεινός επικριτής της ηγεσίας του κόμματος υπό τον Καρλ Κάουτσκι και της απόφασής του να υποστηρίξει τη συμμετοχή της Γερμανίας στον πόλεμο.

Στα τέλη του 1914 ίδρυσε μαζί με τους Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λέο Γιόγκιχες, Πάουλ Λέβι, Ερνεστ Μέγερ, Φραντς Μέρινγκ και Κλάρα Τσέτκιν την Ένωση Σπάρτακος (Spartakusbund), η οποία σύντομα κηρύχθηκε παράνομη. Ο Λίμπκνεχτ συνελήφθη και στάλθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο, παρά την ασυλία που είχε ως βουλευτής. Αρνήθηκε να πολεμήσει και χρησιμοποιήθηκε σε βοηθητική υπηρεσία. Επανήλθε στη Γερμανία το 1915, λόγω της χειροτέρευσης της υγείας του.

Την ίδια χρονιά μίλησε ανοιχτά για τη μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ταξικό πόλεμο και την Πρωτομαγιά του 1916 συνελήφθη εκ νέου, κατά τη διάρκεια αντιπολεμικής διαδήλωσης στο Βερολίνο. Καταδικάσθηκε σε δυόμιση χρόνια φυλάκισης για εσχάτη προδοσία και αργότερα η ποινή του αυξήθηκε σε φυλάκιση 4 ετών και ενός μηνός. Την ίδια χρονιά διαγράφηκε από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Τον Οκτώβριο του 1918 κι ενώ η Γερμανία βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό, του δόθηκε αμνηστία από την κυβέρνηση του πρίγκηπα Μαξ της Βάδης.

Στις 9 Νοεμβρίου 1918, την ημέρα της εκθρόνισης του Κάιζερ Γουλιέλμου Β', ο Καρλ Λίμπκνεχτ ανακήρυξε από το μπαλκόνι του Δημαρχείου του Βερολίνου την Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας στο πρότυπο της Σοβιετικής Ένωσης, δύο ώρες μετά την ανακήρυξη της Γερμανικής Δημοκρατίας από τον σοσιαλδημοκράτη Φίλιπ Σάιντεμαν. Δύο ημέρες αργότερα έληξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, με τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Την 1η Ιανουαρίου 1919 αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (KPD) και μαζί με τους Λούξεμπουργκ, Γιόγκιχες και Τσέτκιν κατηύθυνε την εξέγερση των Σπαρτακιστών (5-15 Ιανουαρίου 1919) για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος στη Γερμανία, παρότι αρχικά ήταν αντίθετος αυτός και η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην εξέγερση. Στις 15 Ιανουαρίου πυροβολήθηκε και φονεύθηκε από μέλη των ακροδεξιών παραστρατιωτικών οργανώσεων Freikorps (Ελεύθερα Σώματα), τα οποία είχε επιστρατεύσει ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Έμπερτ για να καταστείλουν την εξέγερση των Σπαρτακιστών. Την ίδια τύχη είχε και η συναγωνίστριά του Ρόζα Λούξεμπουργκ.

1899
Άλφρεντ Χίτσκοκ, άγγλος σκηνοθέτης, επονομαζόμενος και «μετρ του σασπένς». (Θαν. 29/4/1980)

1926
Φιντέλ Κάστρο, ηγέτης της Κούβας από το 1959 έως το 2008. (Θαν. 25/11/2016)

Φιντέλ Κάστρο
1926 – 2016

Ο κουβανός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο, μιλώντας στην 30η επέτειο της κομμουνιστικής επανάστασης, την 1η Ιανουαρίου 1989 στην Αβάνα.

Ο κουβανός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο, μιλώντας στην 30η επέτειο της κομμουνιστικής επανάστασης, την 1η Ιανουαρίου 1989 στην Αβάνα.

Κουβανός επαναστάτης και πολιτικός, ένας σταρ της διεθνούς πολιτικής για πάνω από μισό αιώνα. Κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή την Κούβα από το 1959 έως το 2008, οπότε παρέδωσε την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ Κάστρο. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα με φανατικούς φίλους και εχθρούς. Δεν είναι παράδοξο που οι εξόριστοι Κουβανοί στις ΗΠΑ βγήκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν το θάνατο του. Για την Αριστερά, ο Κάστρο αποτελούσε ένα από τα τελευταία σύμβολα της κομμουνιστικής επανάστασης, για τους πάσης φύσεως αντικομουνιστές συμβόλιζε τον στυγνό δικτάτορα και καταπιεστή του λαού του.

O Φιντέλ (ορθή προφορά Φιδέλ) Αλεχάντρο Κάστρο Ρους (Fidel Alejandro Castro Ruz) γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1926 στην οικογενειακή φάρμα κοντά στο Μπιράν της επαρχίας Μαγιαρί, στην ανατολική Κούβα. Ο πατέρας του Άνχελ Κάστρο εγκαταστάθηκε στην Κούβα μεταναστεύοντας από τη Γαλικία της βορειοδυτικής Ισπανίας. Ο Φιντέλ ήταν το δεύτερο από τα πέντε εξώγαμα του απέκτησε με τη μαγείρισσα της οικογένειας Λίνα Ρους Γκονσάλες. Από τον γάμο του είχε άλλα δύο παιδιά.

Σπουδές - Γάμος

Εύπορη οικογένεια, οι Κάστρο ανήκαν στην τάξη των γαιοκτημόνων, κατέχοντας μία αρκετά μεγάλη φυτεία ζαχαροκάλαμου. Ο Φιντέλ μεγάλωσε ως Καθολικός και φοίτησε σε καθολικά σχολεία, αρχικά στο Σαντιάγο και αργότερα στο ιησουιτικό κολέγιο Μπελέν της Αβάνας.

Το 1945 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αβάνας. Φοιτητής ακόμη, νυμφεύτηκε το 1948 τη Μίρτα Ντίας-Μπάλαρτ, κόρη σημαίνοντος πολιτικού της χώρας, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Φιντελίτο. Το 1950 παίρνει το πτυχίο του και τέσσερα χρόνια αργότερα το διαζύγιο με τη Μίρτα. Ενδιάμεσα είχε αποκτήσει μία κόρη, την Αλίνα Φερνάντες Ρεβουέλτα, από τη σχέση του με τη Ναταλία Ρεβουέλτα, επίλεκτο μέλος της «καλής κοινωνίας» της Αβάνας.

Από το 1950 έως το 1952 ασκεί το επάγγελμά του δικηγόρου στην Αβάνα. Δύο χρόνια αρκούν για να ονομαστεί «δικηγόρος των φτωχών», επειδή δεν απαιτούσε αμοιβή απ’ όσους δεν μπορούσαν να του την προσφέρουν. Οι ασαφείς, ακόμη, σοσιαλιστικές ιδέες του τον ωθούν στην πολιτική δράση.

Το 1952 είναι η χρονιά κατά την οποία έχουν προκηρυχθεί εκλογές. Ο Κάστρο επιδιώκει να καταλάβει μία θέση στο κοινοβούλιο με τη σημαία του Κόμματος του Λαού, αλλά ο στρατηγός Φουλχένσιο Μπατίστα, στις 10 Μαρτίου 1952, βάζει τέλος στις δημοκρατικές διαδικασίες στο νησί με στρατιωτικό πραξικόπημα.

Ο επαναστάτης Κάστρο

Ο Φιντέλ Κάστρο το Νοέμβριο του 1955

Ο νεαρός δικηγόρος αποφασίζει τότε να προβάλει ένοπλη αντίσταση στη δικτατορία του Μπατίστα. Συγκεντρώνει 120 άνδρες και οργανώνει επίθεση στο στρατόπεδο Μονκάδα, στο Σαντιάγο δε Κούβα, στις 26 Οκτωβρίου 1953. Το εγχείρημα αποτυγχάνει παταγωδώς, αλλά γίνεται σύμβολο του αγώνα κατά του Μπατίστα. Οι επαναστάτες συλλαμβάνονται. Κάποιοι πεθαίνουν από βασανιστήρια, άλλοι εκτελούνται και κάποιοι άλλοι, όπως ο Φιντέλ Κάστρο, οδηγούνται στη φυλακή.

Ο 27χρονος Φιντέλ δίνει τον καλύτερο εαυτό του στην απολογία του (η φράση του «η Ιστορία θα με αθωώσει» θα μείνει ιστορική), παρ’ όλα αυτά καταδικάζεται σε 15ετή κάθειρξη στις 16 Οκτωβρίου 1953. Θα μείνει στη φυλακή για 22 μήνες, όπου θα εντρυφήσει στα συγγράμματα του Μαρξ, του Λένιν, του Μαρτί, αλλά και του Σέξπιρ, του Φρόιντ και του Ντοστογιέφσκι. Θα αποφυλακιστεί με αμνηστία στις 15 Μαΐου 1955.

Σχεδόν αμέσως εξορίζεται στο Μεξικό, όπου φθάνει στις 8 Ιουλίου. Εκεί γνωρίζεται με τον Αργεντινό Ερνέστο Γκεβάρα μέσω της Κουβανής Μαρία Αντόνια Γκονσάλες. «Είναι πολιτικό γεγονός ότι γνώρισα αυτόν τον κουβανό επαναστάτη. Είναι λεβέντης, έξυπνος, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και με εξαιρετική τόλμη. Νομίζω ότι η συμπάθεια είναι αμοιβαία» θα γράψει τότε στο ημερολόγιό του ο Τσε.

Μία νύχτα του Ιουλίου 1955, ύστερα από συζήτηση που διάρκεσε από τις 8 το βράδυ ως τα ξημερώματα, ο Γκεβάρα προσχωρεί στο κίνημα του κουβανού δικηγόρου. Ο Κάστρο δεν είναι ακόμη μαρξιστής. Οι ιδέες του είναι απλώς «αριστερές». Μιλάει για ανεξαρτησία και δικαιοσύνη.

Στο Μεξικό οργανώνεται και η ένοπλη αντίσταση της ομάδας «Μ-26-7» («Μονκάδα-26 Ιουλίου») κατά της κουβανικής δικτατορίας. Αρχές του 1956, ο Τσε ξεκινά μαθήματα σωματικής και στρατιωτικής εκγύμνασης. Επικεφαλής της εκπαίδευσης των επαναστατών είναι ένας εξόριστος ανώτερος αξιωματικός του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, ο Αλμπέρτο Μάγιο. Τον Ιούνιο του 1956, η μεξικανική αστυνομία συλλαμβάνει τα μέλη του κινήματος. Ο Φιντέλ και ο «Τσε» φιλοξενούνται στο ίδιο κελί.

Η Αβάνα, όμως, βράζει. Τα μηνύματα του «Μ-26-7» ασκούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο και ειδικά στους φτωχούς αγρότες. Ο Κάστρο θα αφεθεί ελεύθερος για άλλη μία φορά. Δεν εγκαταλείπει, όμως, τους συντρόφους του. «Δεν θα σας αφήσω» είπε στον Γκεβάρα. «Αυτές οι προσωπικές θέσεις σε σχέση με τους ανθρώπους που εκτιμά είναι το κλειδί που εξηγεί τον φανατισμό που δημιουργεί στον περίγυρό του», θα γράψει αργότερα ο Τσε. Στις 31 Ιουλίου απελευθερώνεται και ο Γκεβάρα.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 25ης Νοεμβρίου 1956, 82 άντρες με στολή αγγαρείας επιβιβάζονται στο «Γκράνμα». Αποπλέουν από το Μεξικό και κατευθύνονται προς την Κούβα, με σκοπό να καταλάβουν την εξουσία. Το «Γκράνμα» είναι ένα μικρό ξύλινο γιοτ που χωράει όλους κι όλους 25 επιβάτες.

Οι επαναστάτες δεν βρίσκουν πού να καθίσουν. «Είναι πιο κατάλληλο για κρουαζιέρα συνταξιούχων γιάνκηδων, παρά για απόβαση επαναστατών. Όλα μοιάζουν με παρωδία» γράφει στις σημειώσεις του ο Γκεβάρα, προσθέτοντας αργότερα: «Μόνο η τραγική κατάληξη του εγχειρήματος θα αποχρωματίσει την απόπειρα από τη χροιά του τσίρκου και θα της αποδώσει το ιστορικό μεγαλείο ή τον τραγικό χαρακτήρα της».

Στις 2 Δεκεμβρίου 1956, το «Γκράνμα» πλησιάζει προς τις ακτές της Κούβας, αλλά πέφτει σ’ ένα λαβύρινθο από τεχνητές λίμνες. «Δεν ήταν απόβαση, ήταν ναυάγιο» γράφει ο Γκεβάρα. «Ήταν θρίαμβος της τύχης που φθάσαμε στην Κούβα» συμφωνεί ο Φιντέλ. Με την ιστορική φράση του Τσε «Ας είμαστε ρεαλιστές! Ας κυνηγήσουμε το ακατόρθωτο!» συνοψίζεται η αποφασιστικότητα των επαναστατών να πραγματοποιήσουν το δύσκολο εγχείρημά τους.

Τελικά, οι άνδρες του Κάστρο αποβιβάζονται στην ακτή, φθάνουν στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα και αρχίζουν να οργανώνουν το αντάρτικο. Ο στρατός προσπαθεί να τους κλείσει τον δρόμο προς τα βουνά. Ένας χωρικός τους «καρφώνει». Η ομάδα δέχεται την πρώτη επίθεση και αποδεκατίζεται. Επιβιώνουν μόνο 20 από τους 82 αντάρτες. Ο Τσε τραυματίζεται.

Το αντάρτικο, όμως, φουντώνει. Οι εθελοντές πυκνώνουν τις τάξεις του αντάρτικου. Ακολουθεί δεύτερη επαναστατική απόπειρα στις 17 Φεβρουάριου 1957. Τον Ιούλιο δημιουργείται η «Τέταρτη Φάλαγγα» του στρατού του Φιντέλ. Ως το 1958 οι επαναστάτες σημειώνουν μικρές νίκες και μέσα σ’ ένα χρόνο καταφέρνουν τον οριστικό θρίαμβο. Αναλαμβάνουν την εξουσία την 1η Ιανουαρίου 1959, οπότε ο δικτάτορας Φουλχένσιο Μπατίστα εγκαταλείπει τη χώρα. Η Κουβανική Επανάσταση είχε θριαμβεύσει.

Ο Κάστρο στην εξουσία

Στις 16 Φεβρουαρίου ο Κάστρο αναλαμβάνει καθήκοντα πρωθυπουργού, με υπουργό Στρατιωτικών τον αδελφό του Ραούλ. Ένα από τα πρώτα μέτρα του ήταν η εθνικοποίηση των μεγάλων αγροτικών εκτάσεων και των αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι ΗΠΑ, που για πολλά χρόνια διαφέντευαν τις τύχες του νησιού, αντιδρούν. Στις 19 Οκτωβρίου 1960 επιβάλλουν οικονομικό εμπάργκο και στις 3 Ιανουαρίου 1961 διακόπτουν τις διπλωματικές σχέσεις με την Κούβα. Οι Αμερικανοί θα διατηρήσουν μόνο μια στρατιωτική βάση στο νησί στον κόλπο του Γκουαντανάμο.

Για τους Αμερικανούς η Κούβα του Κάστρο είναι «κόκκινο μίασμα». Ο Φιντέλ γίνεται στόχος της Ουάσιγκτον. Μία υπερδύναμη εναντίον ενός. Οι μυστικές υπηρεσίες της απομυθοποιούνται, όταν η απόβαση των πρακτόρων της CIA στον «Κόλπο τών Χοίρων» (17 Απριλίου 1961), με στόχο την ανατροπή του Κάστρο, αποδεικνύεται φιάσκο. Η εκτίμηση της CIA ότι ο «κομαντάντε» δεν διέθετε έρεισμα στον κόσμο ήταν λανθασμένη. Την Πρωτομαγιά του 1961, ο Κάστρο διακηρύσσει ότι η Κούβα είναι πλέον σοσιαλιστική χώρα, με μοναδικό νόμιμο πολιτικό σχηματισμό το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το 1962 το νησί της Καραϊβικής γίνεται το επίκεντρο του παγκοσμίου ενδιαφέροντος, όταν ο Κάστρο συμφωνεί με τη Σοβιετική Ένωση να εγκατασταθούν βαλλιστικοί πύραυλοι στο έδαφος της Κούβας. Η απειλή της «Κρίσης των Πυραύλων» (15 - 28 Οκτωβρίου), που παρ’ ολίγο να οδηγήσει τον κόσμο σε πυρηνικό ολοκαύτωμα, εξέλιπε όταν ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Νικίτα Χρουστσόφ και ο αμερικανός πρόεδρος Τζον Κένεντι αποφάσισαν, εν αγνοία του Κάστρο, τη διάλυση των πυραυλικών βάσεων.

Φιντέλ Κάστρο - Νικίτα Χρουστσόφ

Ο Κάστρο ήταν άνθρωπος μεγάλης ενεργητικότητας κι ευφυΐας, με οξυμένο πολιτικό αισθητήριο. Ήταν συναρπαστικός ρήτορας, που μπορούσε να μιλάει συχνά και για πολλή ώρα. Είχε την υποστήριξη πολλών, αλλά προκάλεσε επίσης την απέχθεια, εξαναγκάζοντας σε εξορία εκατοντάδες χιλιάδες Κουβανών, πολλοί από τους οποίους κατέφυγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τις πολιτικές που εφάρμοσε ανέβασε το βιωτικό επίπεδο του κουβανικού λαού. Έκανε ανακατανομή του οικονομικού πλούτου, των εσόδων και κατέστησε δικαιότερη τη δυνατότητα πρόσβασης τών κατοίκων στις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας. Αύξησε σημαντικά τις ευκαιρίες για μόρφωση και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της και οι υγειονομικές υπηρεσίες παρέχονται δωρεάν.

Εγκαθίδρυσε, όμως, ένα αυταρχικό καθεστώς. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα πολιτικός ανταγωνισμός, καθώς το μόνο νόμιμο κόμμα είναι το Κομμουνιστικό. Βουλευτικές εκλογές μπορεί να γίνονται από το 1976 σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά μόνο οι εκλεκτοί του καθεστώτος εκλέγονται. Όλα τα μαζικά μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από την κυβέρνηση κι εκφράζουν τις απόψεις της. Το κράτος δικαίου απουσιάζει από την Κούβα και χιλιάδες αντιφρονούντες «σαπίζουν» στις φυλακές του καθεστώτος. Η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μιας συγκεντρωτικής γραφειοκρατίας με επικεφαλής τους Κάστρο, η οποία εκπονούσε και εκπονεί την πολιτική της χώρας.

Ο Κάστρο, την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, προσπάθησε να εξαγάγει την ένοπλη επανάσταση στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Νότια και την Κεντρική Αμερική. Το 1975 η κουβανική κυβέρνηση (με τη σοβιετική υποστήριξη) αποφάσισε να μετάσχει στον εμφύλιο πόλεμο της Αγκόλα στο πλευρό τού Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Αγκόλα. Και πάλι με τη σοβιετική ενίσχυση, το 1978, η κουβανική κυβέρνηση βοήθησε την Αιθιοπία να αποκρούσει μία εισβολή από τη Σομαλία. Στις αρχές τής δεκαετίας του ‘80, η κυβέρνηση του Κάστρο εμφανιζόταν να έχει εγκαταστήσει στο εξωτερικό μάχιμες δυνάμεις περίπου 40.000 ανδρών.

Παρά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, που του στέρησε ένα σημαντικό οικονομικό υποστηρικτή κι έναν απαράμιλλο σύμμαχο, ο Κάστρο κατάφερε να παραμείνει στην ηγεσία της χώρας του, συνεχίζοντας να σηκώνει κεφάλι στην Ουάσινγκτον και αρνούμενος κάθε χαλάρωση του καθεστώτος του.

Στις 31 Ιουλίου του 2006, αναγκάστηκε, έπειτα από σοβαρή εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε, να παραδώσει την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ, τον μόνιμο υπουργό Άμυνας και δεύτερο στην ιεραρχία του καθεστώτος, στην αρχή προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά στις 24 Φεβρουαρίου 2008.

Προσωπική ζωή – Θάνατος

Για την προσωπική Ζωή του Κάστρο δεν υπάρχουν στοιχεία. Ο «κομαντάντε» της κουβανικής επανάστασης ήθελε να κρατάει τον ιδιωτικό βίο μακριά από την πολιτική δράση του. Όπως έγινε γνωστό από δημοσιεύματα κυρίως του ισπανικού Τύπου, ο Κάστρο είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο τη Ντάλια Σότο ντελ Βάγε, με την οποία απέκτησε πέντε αγόρια (Αντόνιο, Αλεχάντρο, Αλέξις, Αλεξάντερ, Άνχελ). Ο Κάστρο είχε ακόμη δύο παιδιά, από ισάριθμες σχέσεις του, τον Χόρχε Άνχελ και τη Φρανσίσκα. Συνολικά, από τους δύο γάμους του και τις πολυάριθμες σχέσεις του είχε αποκτήσει 9 παιδιά (7 αγόρια και 2 κορίτσια).

Από το 2008, που αποτραβήχτηκε από την εξουσία, έκανε μόνο σποραδικές δημόσιες εμφανίσεις, που απασχολούσαν πάντα τα ΜΜΕ όλου του κόσμου.

Ο Φιντέλ Κάστρο πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2016 στην Αβάνα, σε ηλικία 90 ετών.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1863
Ευγένιος Ντελακρουά, γάλλος ρομαντικός ζωγράφος. Το αριστούργημά του θεωρείται ο πίνακας «Η σφαγή της Χίου», εμπνευσμένο από τους αγώνες των Ελλήνων κατά των Τούρκων. (Γεν. 26/4/1798)
1910
 
 Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ, αγγλοϊταλίδα φιλάνθρωπος και νοσοκόμα, που καθιέρωσε το λειτούργημα της νοσοκόμας ως επάγγελμα. (Γεν. 12/5/1820)

Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ
1820 – 1910

Αγγλίδα φιλάνθρωπος και νοσοκόμος. Υπήρξε πρωτοπόρος της σύγχρονης νοσηλευτικής και θεμελίωσε το επάγγελμα των αδελφών νοσοκόμων. Προς τιμήν της γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Μαΐου η Διεθνής Ημέρα Αδελφών Νοσοκόμων.

Η Φλόρενς Νάιτινγκειλ (Florence Nightingale) γεννήθηκε στις 12 Μαΐου 1820 στη Φλωρεντία, όπου διέμεναν προσωρινά οι εύποροι γονείς της, και μεγάλωσε στην Αγγλία. Μορφώθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον πατέρα της, ο οποίος της δίδαξε Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ιστορία, Φιλοσοφία και Μαθηματικά. Το 1850 έγινε δεκτή από το Ίδρυμα Διαμαρτυρομένων Διακονισσών τού Κάιζερβερτ της Γερμανίας και παρακολούθησε όλα τα μαθήματα εκπαίδευσης ως αδελφή νοσοκόμα. Το 1853 διορίστηκε επιθεωρήτρια του ιδρύματος για τη Φροντίδα Ασθενών Κυριών, στο Λονδίνο.

Η δράση της στον Κριμαϊκό Πόλεμο

Τον Μάρτιο του 1854 ξέσπασε ο Κριμαϊκός πόλεμος και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους οι Γαλλοβρετανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Κριμαία. Σχεδόν αμέσως, η βρετανική κοινή γνώμη συνταράχθηκε από δημοσιεύματα που περιέγραφαν παραστατικά τις άθλιες συνθήκες, τις οποίες βίωναν οι ασθενείς και οι τραυματισμένοι βρετανοί στρατιώτες. Η Νάιτινγκειλ προσφέρθηκε αμέσως να προσφέρει τις υπηρεσίες της και με μία μεγάλη ομάδα νοσοκόμων έφθασε στις 5 Νοεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα είχε την πλήρη ευθύνη του νοσηλευτικού τομέα στα στρατιωτικά νοσοκομεία στην Τουρκία, συμμάχου τότε των Αγγλογάλλων κατά των Ρώσων.

Εκεί διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν ούτε καν οι στοιχειώδεις ευκολίες για να επιτελέσει το έργο της. Οι θάλαμοι ήταν γεμάτοι ποντίκια και ψύλλους και η ημερήσια διαθέσιμη ποσότητα νερού για κάθε άτομο, για όλες τις χρήσεις, δεν ξεπερνούσε τα 200 χιλιοστόλιτρα (ml). Επίπλέον είχε να αντιμετωπίσει και την εχθρική στάση των γιατρών, που δεν επέτρεπαν στις νοσοκόμες να εισέρχονται στους θαλάμους των ασθενών.

Μετά τη μάχη τού Ίνκερμαν (5 Νοεμβρίου 1854), τα στρατιωτικά νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης κατακλύστηκαν από ασθενείς και τραυματίες. Ο ιματισμός και οι κλίνες δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των άμεσων νοσοκομειακών αναγκών, με αποτέλεσμα οι τραυματίες να κείτονται στους διαδρόμους πάνω σε ψάθες, ανάμεσα στις ακαθαρσίες που προξενούσε η ανεπάρκεια των εγκαταστάσεων υγιεινής.

Τότε κλήθηκε να βοηθήσει η Νάιτινγκειλ και μία από τις πρώτες της απαιτήσεις ήταν να αγοραστούν 200 βούρτσες για τον καθαρισμό του κτιρίου. Στη συνέχεια, μερίμνησε για το πλύσιμο του ακάθαρτου ρουχισμού των ασθενών, έξω από το νοσοκομείο. Ως τα τέλη τού χρόνου, είχε ήδη αναλάβει τον εφοδιασμό τού νοσοκομείου. Μέσα στα τόσα προβλήματα που αντιμετώπιζε ήταν και η απειθαρχία των νοσοκόμων, πολλές από τις οποίες χρειάστηκε να επαναπατρίσει, επειδή μεθούσαν ή διέπραταν ηθικά παραπτώματα.

Η Νάιτινγκειλ περνούσε πολλές ώρες την ημέρα μέσα στους θαλάμους των ασθενών και δεν υπήρξε σχεδόν κανένας στρατιώτης που να μην τον είχε περιποιηθεί προσωπικά. Κάθε βράδυ έκανε επισκέψεις μέσα στους θαλάμους για να ανακουφίσει και να δώσει συμβουλή, αποκτώντας έτσι το παρωνύμιο «Η Κυρία με τη Λάμπα». Στις 16 Μαρτίου 1856 διορίστηκε επιθεωρήτρια του τομέα αδελφών νοσοκόμων όλων των στρατιωτικών νοσοκομείων.

Μετά τον πόλεμο

Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου, η Νάιτινγκειλ επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Αγγλία, όπου είχε ήδη γίνει από καιρό εθνική ηρωίδα. Επέστρεφε στην πατρίδα της αποφασισμένη να επηρεάσει τις κρατικές υπηρεσίες, με στόχο  τη βελτίωση της ιατρικής περίθαλψης, των συνθηκών διαβίωσης και της διατροφής τού βρετανού στρατιώτη. Συνάντησε όμως δυσκολίες, διότι οι υψηλά ιστάμενοι αντιμετώπιζαν με κατανόηση την πιθανή εφαρμογή των σχεδίων της, αλλά χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, όταν τον Οκτώβριο του 1856 συναντήθηκε με τη Βασίλισσα Βικτωρία. Η βασίλισσα άκουσε τις προτάσεις της και τον Μάιο του 1857 συγκρότησε τη Βασιλική Επιτροπή για θέματα Υγείας, στην οποία η Νάιτινγκειλ είχε σημαντικό ρόλο και συνεισφορά, με τη σύνταξη της ογκώδους έκθεσης με τον τίτλο «Σημειώσεις πάνω σε θέματα που επηρεάζουν την υγεία, την αποδοτικότητα και τη διοίκηση των νοσοκομείων του βρετανικού στρατού». Μία από τις συνέπειες των δραστηριοτήτων της επιτροπής ήταν η ίδρυση τής Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής το 1857.

Στο μεταξύ, η Νάιτινγκεϊλ ήταν απασχολημένη και με άλλες πρωτοποριακές δραστηριότητες. Το 1860 χρησιμοποίησε από το «Ταμείο Νάιτινγκεϊλ» 45.000 στερλίνες - συνεισφορές του κοινού προς τιμήν του έργου της στην Κριμαία - για να ιδρύσει τη Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων στο νοσοκομείο Σεντ Τόμας του Λονδίνου, σχολή πρωτοποριακή στο είδος της σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, υπήρξε η κύρια υπεύθυνη για την καθιέρωση εκπαίδευσης των μαιών και των αδελφών νοσοκόμων στα ιατρεία των ασύλων.

Από το 1857, η Νάιτινγκεϊλ ζούσε, κυρίως, στο Λονδίνο. Περνούσε τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι της, πάσχοντας από κατάθλιψη. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι δεχόταν αναρίθμητους επισκέπτες, από τους πιο υψηλά ιστάμενους ως τους πιο ταπεινούς ανθρώπους. Η όρασή της άρχισε να εξασθενεί σταδιακά, ώσπου το 1901 τυφλώθηκε εντελώς. Το 1907, ο βασιλιάς Εδουάρδος της απένειμε το παράσημο Αξίας (Order of Merit) και υπήρξε η πρώτη γυναίκα που είχε πάρει ποτέ αυτό το παράσημο.

Η Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ πέθανε σε βαθύ γήρας στις 13 Αυγούστου 1910 στο Λονδίνο.

1991
Τζακ Ράιαν, αμερικανός σχεδιαστής, που σχεδίασε για το Πεντάγωνο τους πυραύλους Sparrow και Hawk. Έγινε γνωστός περισσότερο για τη δουλειά του στην πολυεθνική εταιρεία παιγνιδιών Mattel. Σχεδίασε, μεταξύ άλλων, την κούκλα Barbie και τα αυτοκινητάκια Hot Wheels. (Γεν. 12/12/1926)

Η ιστορία της Barbie

Η Barbie είναι η πιο διάσημη κούκλα του κόσμου, με πωλήσεις που ξεπερνούν το 1 δισεκατομμύριο τεμάχια από το 1959 που πρωτοκυκλοφόρησε από την αμερικανική εταιρεία παιγνιδιών Mattel.

Η ιστορία της Μπάρμπι ξεκινά στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 στις ΗΠΑ, όταν η αμερικανίδα επιχειρηματίας Ρουθ Χάντλερ (1916-2002) παρατήρησε ότι η κόρη της Μπάρμπαρα έπαιζε με χάρτινες κούκλες και διασκέδαζε δίνοντάς τους ρόλους ενήλικων γυναικών, σε μία εποχή που οι κούκλες αναπαριστούσαν μόνο μορφές νηπίων. Έτσι, της δημιουργήθηκε η ιδέα για την κατασκευή μιας ενήλικης κούκλας, που θα κάλυπτε ένα κενό στην αγορά. Η ιδέα της άρεσε στον σύζυγό της Έλιοτ, συνιδρυτή της εταιρείας παιγνιδιών Ματέλ.

Η αφορμή για την κατασκευή της Μπάρμπι δόθηκε το 1956, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού της στην Ευρώπη. Η Ρουθ Χάντλερ ανακάλυψε στη Γερμανία μία ενήλικη κούκλα με το όνομα Μπιλντ Λίλι (Bild Lilli) και ήταν ό,τι ακριβώς ζητούσε για τη δική της δημιουργία. Αγόρασε τρία κομμάτια. Το ένα το χάρισε στην κόρη της και τα άλλα δύο πήγαν κατευθείαν στο δημιουργικό τμήμα της Ματέλ. Η γερμανίδα Λίλι βασιζόταν σ’ ένα δημοφιλή χαρακτήρα κόμικς, που είχε σχεδιάσει ο Ράινχαρντ Μπόιτιν για τη μεγάλης κυκλοφορίας λαϊκή εφημερίδα Μπιλντ (Bild). Η Λίλι κυκλοφόρησε ως κούκλα για ενήλικες το 1955, αλλά γνώρισε μεγάλη επιτυχία μεταξύ των νεαρών κοριτσιών.

Με την επιστροφή της στις ΗΠΑ, η Χάντλερ στρώθηκε στη δουλειά και ξανασχεδίασε την κούκλα, με την καθοριστική συμβολή του μηχανικού Τζακ Ράιαν (1926-1991), που δούλευε στην κατασκευή οπλικών συστημάτων για λογαριασμό του Πενταγώνου. Η νέα κούκλα με το όνομα Μπάρμπι (χαϊδευτικό της κόρης της Μπάρμπαρα) έκανε την παρθενική της εμφάνιση στη Διεθνή Έκθεση Παιγνιδιών της Νέας Υόρκης στις 9 Μαρτίου 1959. Αυτή θεωρείται και η επίσημη ημερομηνία γέννησης της Μπάρμπι.

Η αυθεντική Barbie του 1959

Ο νεαρόκοσμος και όχι μόνο υποδέχθηκε θερμά την Μπάρμπι και τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας πωλήθηκαν γύρω στις 350.000 κούκλες. Η αυθεντική Μπάρμπι φορούσε ριγωτό ολόσωμο μαγιό και διατίθετο σε δύο εκδοχές, μελαχρινή ή ξανθιά. Η ενήλικη εμφάνιση και το πλούσιο στήθος της προκάλεσαν την αντίδραση πολλών γονέων, με αποτέλεσμα η Ματέλ να αλλάξει πολλές φορές το παρουσιαστικό της από τότε. Αργότερα, η αδύνατη πλέον Μπάρμπι κατηγορήθηκε ότι εξωθεί τα κορίτσια στη δίαιτα και την ανορεξία.

Το 1964, όταν η νέα κούκλα είχε παγιώσει τη θέση της στην αγορά, η Ματέλ εξαγόρασε τα δικαιώματα της γερμανίδας Λίλι και σταμάτησε την κατασκευή της, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στην Μπάρμπι. Γύρω από την Μπάρμπι στήθηκε από την αρχή σχεδόν της κυκλοφορίας της μία ολόκληρη βιομηχανία, που απέφερε πακτωλό χρημάτων στη Ματέλ: ποικιλία ρούχων και αξεσουάρ για την κούκλα, κούκλες με φίλους και φίλες της Μπάρμπι, βιβλία, ταινίες και βιντεοπαιχνίδια με ηρωίδα την Μπάρμπι.

Από τη δεκαετία του ‘70 η Μπάρμπι άρχισε να διεθνοποιείται και να κατακτά τον κόσμο. Η Ματέλ παρουσίασε τη Μαύρη Μπάρμπι, την Ισπανόφωνη Μπάρμπι, την Ανατολίτισσα Μπάρμπι κ.ο.κ. Όμως, ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της προκάλεσε τις συντηρητικές ισλαμικές κοινωνίες. Το 2003 η Σαουδική Αραβία χαρακτήρισε την εικόνα της Μπάρμπι «προσβλητική» για το Ισλάμ και απαγόρευσε την κυκλοφορία της. Ακολούθησαν κι άλλες συντηρητικές μουσουλμανικές χώρες. Πάντως, οι χώρες αυτές δεν έμειναν χωρίς την Μπάρμπι τους. Ένα πιστό αντίγραφό της κυκλοφορεί και γίνεται ανάρπαστο από τον κοριτσόκοσμο. Ονομάζεται Φούλα και είναι ντυμένη με ό,τι επιτάσσει το Ισλάμ (μαντήλα, μπούργκα και τα συναφή).

Το πλήρες όνομα της Μπάρμπι είναι Μπάρμπαρα Μίλισεντ Ρόμπερτς, σύμφωνα με τους βιογράφους της και τα αναρίθμητα βιβλία με ιστορίες της που έχουν κυκλοφορήσει. Οι γονείς της είναι ο Τζορτζ και η Μάργκαρετ Ρόμπερτς και κατάγεται από την πόλη Γουίλοους του Γουινσκόνσιν. Είναι απόφοιτος Λυκείου κι έχει μία χαλαρή ερωτική σχέση με τον νεαρό Κεν Κάρσον, που εμφανίστηκε ως κούκλα το 1961 και το μικρό του όνομα είναι δανεισμένο από τον γιο της οικογένειας Χάντλερ. Η Μπάρμπι είναι αρκετά ευκατάστατη. Στο σπίτι της έχει γύρω στα 40 ζώα (κατοικίδια και μη) και διαθέτει μία σειρά από ακριβά αυτοκίνητα. Έχει άδεια για κάθε κινούμενο όχημα και μπορεί με την ίδια άνεση να πιλοτάρει αυτοκίνητο, αεροπλάνο και διαστημόπλοιο. Όταν, όμως, η περίσταση το απαιτεί, εκτελεί και καθήκοντα αεροσυνοδού. Στόχος της Ματέλ είναι να δείξει ότι οι γυναίκες μπορούν να τα καταφέρουν σε κάθε τομέα της ζωής.

Σχετικά...

  • Το 1997 το σκανδιναβικό συγκρότημα Aqua κυκλοφόρησε το τραγούδι - παρωδία «Barbie Girl», με τολμηρούς στίχους. Η Ματέλ μήνυσε το συγκρότημα για δυσφήμιση, αλλά έχασε τη δίκη, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι η σάτιρα προστατεύεται από το αμερικάνικο Σύνταγμα.
  • Στην αμερικάνικη αργκό η λέξη Barbie απέκτησε υποτιμητική έννοια και χαρακτηρίζει τη «ρηχή» γυναίκα.
  • Η Ματέλ έχει υπολογίσει ότι υπάρχουν γύρω στους 100.000 συλλέκτες Μπάρμπι μόνο στις ΗΠΑ. Το 90% είναι γυναίκες κοντά στα 40 και το 45% από αυτές ξοδεύουν τουλάχιστον 1.000 δολάρια κάθε χρόνο για να εμπλουτίσουν τη συλλογή τους.
  • Η αυθεντική Μπάρμπι του 1959 κόστιζε 3 δολάρια, ενώ σε μία δημοπρασία το 2006 μία σπάνια Μπάρμπι του 1965 πουλήθηκε αντί 17.000 δολαρίων.

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου