Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 09 Αύγ 2018
Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:33 – Δύση Ήλιου: 20:27
  • Παγκόσμια Ημέρα Ιθαγενών
  • Γιορτάζουν:  Ματθίας

Σαν Σήμερα...

 

1956

  Απαγχονίζονται στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας από τις αγγλικές αρχές κατοχής οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ Ανδρέας Ζάκος (25 χρονών), Χαρίλαος Μιχαήλ (21 χρονών), και Ιάκωβος Πατάτσος, (22 χρονών).

 

 

Γεγονότα

 


μ.Χ.

1903

Η ιστορία του γυμνισμoύ

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, υπολογίζεται ότι ο άνθρωπος ένιωσε για πρώτη φορά την ανάγκη να ντυθεί πριν από περίπου 72.000 χρόνια. Έως τότε, η γύμνια ήταν κάτι απολύτως φυσικό για τον Homo Sapiens και εξακολούθησε να είναι για πολλούς αρχαίους πολιτισμούς.

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, για παράδειγμα, είχαν μία αρκετά διαφορετική άποψη σε σχέση με την επικρατούσα σήμερα για το γυμνo σώμα. Στην πραγματικότητα, ο όρος «γυμνάσιο», που χρησιμοποιείται παγκοσμίως (gymnasium), προέρχεται από τη λέξη «γυμνoς», καθώς οι αρχαίοι Έλληνες συμμετείχαν στις αθλοπαιδίες με «αδαμιαία περιβολή».

Τα διάφορα ταμπού γύρω από το θέμα άρχισαν να δημιουργούνται όταν ο ιματισμός μετατράπηκε από ανάγκη σε συνήθεια. Τα ρούχα έγιναν, τελικά, μέρος του πολιτισμού κάθε λαού, παρότι αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για πρακτικούς λόγους, όπως για την προστασία από τον ήλιο και τη ζέστη στην έρημο.

Συνήθως, οι όποιες αντιρρήσεις εκφράζονται απέναντι στον γυμνισμo έχουν θρησκευτική προέλευση, ακόμη κι αν συνδέονται με την πολιτιστική εξέλιξη κάποιων λαών. Αρκετοί λαοί χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά ενδύματα, κατόπιν προτροπής των ιεραποστόλων.

Ωστόσο, μεταξύ των γυμνιστών υπάρχουν και αρκετοί ευλαβείς πιστοί, που θεωρούν ότι τα ρούχα δεν είναι απαραίτητα για τη διαφύλαξη του ήθους. Μάλιστα, υπήρξε και μία χριστιανική αίρεση, ο Αδαμισμός (εκ του Αδάμ), που εμφανίστηκε κατά τον 2ο, 3ο και 4ο αιώνα στη Βόρεια Αφρική και άσκησε τον «ιερό γυμνισμo».

Η πρώτη οργανωμένη λέσχη γυμνιστών ιδρύθηκε το 1903, κοντά στο Αμβούργο. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα του γυμνισμoύ εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και κατά τη δεκαετία του 1920 γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση, κυρίως στη Γερμανία. Όμως, με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία τέθηκε υπό διωγμό.

Ο κοινωνικός γυμνισμoς, με ιδιωτικές λέσχες και κατασκηνώσεις, πρωτοεμφανίστηκε στις ΗΠΑ, όπου στις 13 Ιουνίου του 1930 ιδρύθηκε η πρώτη αποικία γυμνιστών, και καθιερώθηκε κατά τη δεκαετία που ακολούθησε. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πήρε διαστάσεις κοινωνικού κινήματος. Οι νέοι, που ξεσηκώθηκαν εναντίον της κοινωνικής τάξης (χίπις, αντικομφορμιστές κ.ά.) είδαν στο γυμνισμo μια εκδήλωση κατά της κοινωνικής τάξης και τον ενίσχυσαν.

Στην Ελλάδα, μία πρώτη κίνηση γυμνιστών παρουσιάστηκε στον Μεσοπόλεμο, άλλα δεν εδραιώθηκε. Τότε οι οπαδοί του κυκλοφορήσαν για σύντομο χρονικό διάστημα κι ένα περιοδικό, με τίτλο «ΦΛΕΡΤ» (Φυσιολατρική Λογοτεχνική Επιθεώρηση Ριζοσπαστικών Τάσεων).

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η χώρα μας ελκύει πολλούς γυμνιστές τουρίστες, που όμως αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα σχετικά με τις παράλιες όπου μπορούν να ασκήσουν τον γυμνισμό ελευθέρα.

1173
  Αρχίζει να κατασκευάζεται, από τον αρχιτέκτονα Μπονάνο Πιζάνο, το καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού της Πίζας. Θα ολοκληρωθεί 199 χρόνια αργότερα και θα μείνει στην ιστορία ως ο Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας, επειδή από την αρχή της κατασκευής του παρουσίαζε κλίση.

Ο Κεκλιμένος Πύργος της Πίζας

Το «σήμα - κατατεθέν» της Πίζας. Πρόκειται για το καμπαναριό του καθεδρικού ναού της ιστορικής πόλης της Ιταλίας, που είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η κλίση του αρχικά κατά 5,5 μοίρες, εξαιτίας της καθίζησης του εδάφους, το κατέστησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αξιοθέατα του κόσμου. Ολόκληρη η Πλατεία της Πίζας (Piazza del Duomo), που περιλαμβάνει την εκκλησία, το βαπτιστήριο και το καμπαναριό, ανακηρύχθηκε το 1987 από την ΟΥΝΕΣΚΟ ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Το οικοδόμημα, από πέτρα και μάρμαρο, είναι κυλινδρικό. Αποτελείται από 8 ορόφους με 296 σκαλιά κι έχει ύψος 55,86 μέτρα. Η πρωτοβουλία για την ανέγερσή του ανήκει σε μία πλούσια χήρα της Πίζας, τη δόνα Μπέρτα ντι Μπερνάρντο, η οποία διέθεσε το πρώτο χρηματικό ποσό (60 σόλδια) στις 5 Ιανουαρίου 1172. Ένα χρόνο αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1173, τέθηκε ο θεμέλιος λίθος και πέντε μέρες αργότερα ξεκίνησαν οι εργασίες, που ολοκληρώθηκαν 199 χρόνια αργότερα, το 1372. Για πολλά χρόνια πιστευόταν ότι οι αρχιτέκτονες του οικοδομήματος ήταν τα αδέλφια Γκουλιέλμο και Μπονάνο Πιζάνο. Πρόσφατες μελέτες, όμως, υποστηρίζουν ότι αρχιτέκτονας του Πύργου της Πίζας είναι ο Ντιοτισάλβι.

Η κλίση του οικοδομήματος προς τα ανατολικά, η οποία άρχισε κατά τον χρόνο κατασκευής του, δεν έπαψε να μεγαλώνει στους επόμενους αιώνες. Ήδη, κατά τον 19ο αιώνα αναλήφθηκαν προσπάθειες για την υποστήριξη του οικοδομήματος και για την ελάφρυνσή του αφαιρέθηκαν οι δύο βαριές καμπάνες που βρίσκονταν στον υψηλότερο όροφο. Στις 27 Φεβρουαρίου 1964, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε διεθνή βοήθεια για την αποφυγή κατάρρευσής του. Ζήτησε, όμως, να διατηρηθεί η κλίση του, που έπαιζε κομβικό ρόλο στην τουριστική βιομηχανία της περιοχής.

Ύστερα από μελέτες δύο και πλέον δεκαετιών, στις 7 Ιανουαρίου 1990 ξεκίνησαν οι εργασίες υποστήριξης του οικοδομήματος. Ο Πύργος έκλεισε για το κοινό και ξανάνοιξε στις 15 Δεκεμβρίου 2001, με τη λήξη των εργασιών. Η κλίση του μειώθηκε στις 3,99 μοίρες και ειδικοί έκριναν ότι θα παραμείνει σταθερός και ασφαλής για τα επόμενα 300 χρόνια.

1828
  Υπογράφεται ανάμεσα στην Αγγλία και τον Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου η Σύμβαση της Αλεξάνδρειας, με την οποία καθορίζεται ο τρόπος εκκένωσης της Πελοποννήσου από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Ιμπραήμ Πασάς
1789 – 1848

Οθωμανός στρατιωτικός και χεδίβης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου, γνωστός από την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο, η οποία παρ' ολίγον να αποδειχθεί μοιραία για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Ιμπραήμ Πασάς (Ibrahim Pasha) γεννήθηκε στην Καβάλα το 1789 και ήταν γιος του αλβανικής καταγωγής Βαλή της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη και μιας χριστιανής, που ήταν γνωστή ως χήρα Τουρματζή. Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Ιμπραήμ ήταν γιος της χήρας από τον γάμο της με κάποιον Τουρματζή και απλώς ο Μωχάμετ Άλη τον υιοθέτησε.

Ο Ιμπραήμ έλαβε μόρφωση από ευρωπαίους παιδαγωγούς, η οποία δεν απάλυνε τον σκληρό χαρακτήρα του. Έτσι, ο πατέρας του αναγκάστηκε να τον εξορίσει στο εσωτερικό της χώρας, αλλά σύντομα έδειξε τις στρατιωτικές του ικανότητες, βοηθώντας τον να εξολοθρεύσει τους Μαμελούκους, που λυμαίνονταν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου. Σύμφωνα με την περιγραφή ενός άγγλου αξιωματικού, ο Ιμπραήμ ήταν κοντός, πολύ χοντρός και με σημαδεμένο το πρόσωπο από την ευλογιά.

Το 1818 εκστράτευσε στην Αραβική Χερσόνησο και κατέστειλε την εξέγερη των Βαχαβιτών, μιας μουσουλμανικής αίρεσης, της οποίας ηγείτο η οικογένεια Σαούντ, που μετέπειτα ίδρυσαν το κράτος της Σαουδικής Αραβίας. Συνέλαβε τον αρχηγό τους Αμπντουλάχ και επανέφερε στην Οθωμανική επικράτεια την ιερή πόλη των μουσουλμάνων Μεδίνα. Για τις υπηρεσίες του αυτές, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' τον ονόμασε Πασά της Μέκκας και μεγάλο Βεζύρη με τρεις ιππουρίδες (αλογοουρές), καθιστώντας τον ισότιμο του πατέρα του.

Η επιτυχία του κατά των Βαχαβιτών τον ώθησε να οργανώσει τον στρατό του σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, προσλαμβάνοντας γάλλους αξιωματικούς. Η αντίδραση της ντόπιας ολιγαρχίας δεν τον πτόησε και στα τέλη του 1823 ο στρατός της Αιγύπτου έφθανε τους 100.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και οι φιλοδοξίες του μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Στις αρχές του 1824 ο Σουλτάνος, σε προφανή αδυναμία να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση, απευθύνθηκε στον Μωχάμετ Άλη και του ζήτησε να τον βοηθήσει. Ως αντάλλαγμα θα λάμβανε την Κρήτη και την Πελοπόννησο.

Στις 4 Ιουλίου 1824 η αρμάδα του Ιμπραήμ με 17.000 άνδρες απέπλευσε με προορισμό την Κρήτη. Το επιτελείο του αποτελείτο αποκλειστικά από γάλλους αξιωματικούς, με επικεφαλής των συνταγματάρχη Ντε Σεβ, που έλαβε τον τίτλο του Πασά με το όνομα Σολεϊμάν. Το σχέδιο του Ιμπραήμ προέβλεπε τη συνδυασμένη επίθεση του Τουρκικού και Αιγυπτιακού στόλου στα επαναστατημένα νησιά του Αιγαίου, ως απαραίτητη προϋπόθεση για απόβαση στην Πελοπόννησο. Έτσι, ο τουρκικός στόλος κατέστρεψε τα Ψαρά (20 Ιουνίου 1824), ενώ ο αιγυπτιακός προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταλάβει τη Σάμο, αφού συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον ελληνικό στόλο στη Ναυμαχία του Γέροντα (28 Αυγούστου 1824). Τότε, ο Ιμπραήμ αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει στη Σούδα και να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις την άνοιξη του 1825. Από την άλλη πλευρά, ο ελληνικός στόλος αδρανούσε, λόγω έλλειψης χρημάτων, αλλά και του αδελφοκτόνου σπαραγμού.

Ο Ιμπραήμ επέσπευσε την απόβαση στην Πελοπόννησο, όταν πληροφορήθηκε την εμφύλια διαμάχη που μαίνονταν στην περιοχή. Στις 26 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε ανενόχλητος στη Μεθώνη με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς και κατέλαβε το κάστρο της πόλης. Τις επόμενες μέρες ενισχύθηκε με νέες δυνάμεις και ο συνολικός αριθμός του πεζικού του έφθασε τις 15.000. Μέχρι τα τέλη Απριλίου είχε καταλάβει τα στρατηγικά κάστρα της Κορώνης και της Πύλου (Νεόκαστρο), αφού προηγουμένως είχε νικήσει τους Έλληνες στα Κρεμμύδια (7 Απριλίου 1825). Οι επαναστάτες αφυπνίστηκαν, έστω και καθυστερημένα. Άφησαν κατά μέρος τις διαφορές τους και προσπάθησαν να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση με ηγέτη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που εν τω μεταξύ είχε αποφυλακιστεί. Μόνο σε κλεφτοπόλεμο μπορούσαν να ελπίζουν, αφού σε κανονική μάχη ο στρατός του Ιμπραήμ προκαλούσε «σοκ και δέος» στους ανοργάνωτους Έλληνες.

Ο Ιμπραήμ κατατρόπωσε τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (19 Μαΐου 1825) και άνοιξε τον δρόμο για την Τριπολιτσά, την οποία κατέλαβε και κατέστρεψε στις 11 Ιουνίου 1825. Την επομένη βάδισε κατά του Άργους και του Ναυπλίου, αλλά ο Δημήτριος Υψηλάντης τον σταμάτησε στους βάλτους των Μύλων (12 Ιουνίου 1825). Έκτοτε δεν επεχείρησε άλλη εκστρατεία στην περιοχή. Τον Νοέμβριο του 1825 άφησε την Τρίπολη και μετέβη το Μεσολόγγι για να βοηθήσει τον Κιουταχή που πολιορκούσε τη μαρτυρική πόλη. Μετά την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) επέστρεψε δριμύτερος στην Πελοπόννησο, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπος με τον κλεφτοπόλεμο του Κολοκοτρώνη, που του προκαλούσε σημαντικές φθορές. Τον Ιούλιο του 1826 επιχείρησε να καταλάβει τη Μάνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς.

Το καλοκαίρι του 1827, μη μπορώντας να εδραιώσει τη θέση του στην Πελοπόννησο, άρχισε να εφαρμόζει την τακτική της «καμμένης γης», προκειμένου να κάμψει τους επαναστάτες, ενώ προετοίμαζε απόβαση στην Ύδρα και τις Σπέτσες, γεγονός που θα είχε ολέθριες συνέπειες για την Επανάσταση, αν γινόταν πραγματικότητα. Τον πρόλαβαν, όμως, οι ναυτικές δυνάμεις Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας, που κατέστρεψαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (8 Οκτωβρίου 1827).

Ο χρόνος άρχισε να μετράει πλέον αντίστροφα για τον Ιμπραήμ. Οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αλλάξει την πολιτική τους και ήταν αποφασισμένες να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Με τη Συνθήκη της Αλεξάνδρειας (9 Αυγούστου 1828), που υπέγραψε ο Μοχάμετ Άλη με τον Κόδριγκτον, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Πελοπόννησο στις 10 Οκτωβρίου 1828.

Ο Ιμπραήμ είχε μεγάλες φιλοδοξίες και η αποτυχία του στην Πελοπόννησο τον πείσμωσε. Μετά την επιστροφή του στο Κάιρο στράφηκε μαζί με τον πατέρα του κατά του Σουλτάνου. Γρήγορα έγιναν κύριοι της Παλαιστίνης, της Συρίας και μέρους της Μικράς Ασίας. Δύο φορές εκστράτευσε ο Ιμπραήμ κατά της Κωνσταντινούπολης (1833 και 1839) και τις δύο φορές εμποδίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που δεν ήθελαν αλλαγή του στάτους κβο. Μάλιστα, το 1839 στον συμμαχικό στόλο που βομβάρδισε τη Συρία, συμμετείχαν και δύο ελληνικά πλοία.

Το 1848 ο Ιμπραήμ έγινε για λίγους μήνες αντιβασιλέας της Αιγύπτου στη θέση του πατέρα του, που προσβλήθηκε από γεροντική άνοια. Η φυματίωση που τον ταλαιπωρούσε αποδείχθηκε ανίκητη και παρά τη θεραπεία που υποβλήθηκε στην Ιταλία, πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 1848 σε ηλικία 59 ετών. Άφησε πίσω του ένα γιο, τον Ισμαήλ, ο οποίος διοίκησε αργότερα την Αίγυπτο και την κατέστησε σχεδόν ανεξάρτητη από τον Σουλτάνο.

1942
Η ουκρανική ομάδα Σταρτ, που αποτελείται από 8 παίκτες της Δυναμό Κιέβου και τρεις της Λοκομοτίβ Κιέβου, νικά τη Φλάκελφ, μία ομάδα γερμανούς αεροπόρους, με 5-3. Ο αγώνας αυτός θα μείνει στην ιστορία ως «το ματς του θανάτου».

Το ματς του θανάτου

Μνημείο στο γήπεδο «Ντιναμό»

Μνημείο στο γήπεδο «Ντιναμό»

Ως «Ματς του θανάτου» έμεινε στην ιστορία η ποδοσφαιρική συνάντηση, που διεξήχθη στο γερμανοκρατούμενο Κίεβο στις 9 Αυγούστου 1942, μεταξύ Γερμανών στρατιωτών και μιας ομάδας Ουκρανών αρτοποιών. Οι Ουκρανοί νίκησαν, αλλά αντιμετώπισαν την εκδικητική μανία των Γερμανών κατακτητών. Με την ιστορία αυτή μεγάλωσαν γενιές και γενιές σοβιετικών πολιτών, αλλά σήμερα η ορθότητά της αμφισβητείται από Ουκρανούς ιστορικούς και αυτόπτες μάρτυρες του γεγονότος.

Βρισκόμαστε στο 1941, τρίτη χρονιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χίτλερ έχει εξαπολύσει την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Το ανατολικό μέτωπο καταρρέει, ο «Κόκκινος Στρατός» υποχωρεί, το Κίεβο πέφτει στα χέρια των ναζί και οι ποδοσφαιρικές ομάδες διαλύονται. Ορισμένοι από τους παίχτες των δύο ομάδων της πόλης, Δυναμό και Λοκομοτίβ, εξαναγκάζονται να δουλεύουν σ’ ένα επιταγμένο φούρνο. Η σκλαβιά δεν τους λυγίζει, οι κακουχίες δεν τους πτοούν και ιδρύουν ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα «Σταρτ». Γρήγορα, η φήμη τους φθάνει στα αυτιά των κατακτητών και των συνεργατών τους, που έχουν φτιάξει τη δική τους ομάδα. Η «Φλάκελφ», όπως είναι το όονομά της, αποτελείται κυρίως από Γερμανούς στρατιώτες, που επανδρώνουν το αντιεροπορικό πυροβολικό του Κιέβου.

Η μεγάλη σύγκρουση δεν αργεί να έρθει. Το ραντεβού κλείνεται για τις 9 Αυγούστου του 1942. Η μάχη, όμως, είναι άνιση. Το κοινό επιλεγμένο, παραληρεί υπέρ των 11 λεβεντόκορμων ξανθών, που θέλουν να αποδείξουν την ανωτερότητα της Αρίας φυλής. Ο διαιτητής, ένας νεαρός SS, μεροληπτεί σαφώς υπέρ της Φλάκελφ. Όμως, οι ρακένδυτοι σκλάβοι της «Σταρτ» κλείνουν το ημίχρονο προηγούμενοι με 3-1. Στα αποδυτήρια ένας καλοντυμένος κύριος τους απειλεί με ευγενικό τρόπο ότι πρέπει να χάσουν. Δεν πτοούνται και το σφύριγμα της λήξης τους βρίσκει θριαμβευτές με 5-3.

Η τύχη τους, όμως, είναι προδιαγεγραμμένη. Οι κατακτητές δεν συγχωρούν. Οι περισσότεροι βασανίζονται μέχρι θανάτου και αφήνουν την τελευταία τους πνοή σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μόνο ένα μνημείο, που ανήγειρε στο Κίεβο ο συμπολίτης τους πρώην πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης Λεονίντ Μπρέζνιεφ, θυμίζει τη θυσία τους.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ιστορικοί και δημοσιογράφοι (Χοτσαρένκο, Χίντα, Κουζμίν κ.ά.α) της ανεξάρτητης πλέον Ουκρανίας, άρχισαν να ερευνούν το περιστατικό και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα προπαγανδιστικό κόλπο των σοβιετικών, που σκοπό είχε την ανύψωση του ηθικού των πολιτών. Ερευνώντας αρχεία και συμβουλευόμενοι αυτόπτες μάρτυρες, διαπίστωσαν ότι οι παίκτες της «Σταρτ» ούτε απειλήθηκαν στο ημίχρονο, ούτε ο διαιτητής ήταν μέλος των SS. Μάλιστα, οι ηττημένοι Γερμανοί αναγνώρισαν ιπποτικά την ήττα τους και συνεχάρησαν τους αντιπάλους του.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Βολοντιμίρ Χίντα, τα ματς αυτού του τύπου ήταν ρουτίνα στην κατεχόμενη Ουκρανία και τις περισσότερες φορές κέρδιζαν οι Ουκρανοί (60 νίκες, έναντι 36 των Γερμανών και 15 ισοπαλιών). Βέβαια, δέκα μέρες αργότερα εννέα παίκτες της «Σταρτ» συνελήφθησαν και οι περισσότεροι από αυτούς εκτελέστηκαν ή πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επειδή ήταν πράκτορες της NKVD (προδρόμου της KGB), σύμφωνα με τις κατοχικές αρχές.

1945
 
 Η δεύτερη ατομική βόμβα των Αμερικανών πέφτει στο Ναγκασάκι.

Η ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι

Το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά ως όπλο την ατομική βόμβα, που πρώτοι αυτοί είχαν κατασκευάσει τον Ιούνιο του 1945, και σκόρπισαν τον όλεθρο σε δύο ιαπωνικές πόλεις, τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι (6 και 9 Αυγούστου 1945). Με την ενέργειά τους αυτή, που βρήκε πολλούς επικριτές, κατόρθωσαν να επισπεύσουν το τέλος του πολέμου στα μέτωπα του Ειρηνικού και να ελαχιστοποιήσουν τις δικές τους απώλειες. Παράλληλα, δήλωσαν με εμφατικό τρόπο ποιος θα είναι το αφεντικό στις παγκόσμιες υποθέσεις μετά τη λήξη του πολέμου.

Το καλοκαίρι του 1945, τα τύμπανα του πολέμου είχαν σιγήσει στην Ευρώπη, ενώ παρά τη συνεχιζόμενη προέλαση των Συμμάχων στον Ειρηνικό, η μιλιταριστική Ιαπωνία αρνείτο να παραδοθεί. Ο αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν ήταν ανήσυχος για τις μεγάλες αμερικανικές απώλειες κατά την κατάληψη της Οκινάβας στις 22 Ιουνίου 1945 (12.000 νεκροί και 38.000 τραυματίες), που δημιουργούσαν το φόβο για μακροχρόνιο πόλεμο και τεράστιο αριθμό θυμάτων, σε περίπτωση που τα συμμαχικά στρατεύματα θα αποβιβάζονταν στα κύρια νησιά της Ιαπωνίας, όπου στάθμευαν 2 εκατομμύρια στρατιώτες. Ο στρατηγός Καρλ Σποτς, αρχηγός της αεροπορίας του Ειρηνικού, πρότεινε στον Τρούμαν τη ρίψη ατομικής βόμβας πάνω από μία πυκνοκατοικημένη ιαπωνική πόλη. Με την πρόταση Σποτς συμφώνησε και ο στρατηγός Ντάγκλας ΜακΆρθουρ, που έχει το γενικό πρόσταγμα στις επιχειρήσεις του Ειρηνικού.

Αφού πήραν το «πράσινο φως» από την πολιτική ηγεσία, οι στρατιωτικοί επέλεξαν την πόλη της Χιροσίμα (στο νότιο άκρο του Χόνσου, του μεγαλύτερου νησιού της μητροπολιτικής Ιαπωνίας), για τη ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας. Την επιχείρηση ανέλαβε ο σμήναρχος Πολ Τίμπετς, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί ειδικά γι' αυτό το σκοπό. Οδήγησε ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό τύπου B29, το οποίο έφερε την ονομασία Enola Gay (το όνομα της μητέρας του) και ακριβώς στις 8:15 το πρωί απελευθέρωσε πάνω από την πόλη τη βόμβα ουρανίου, που είχε την κωδική ονομασία Little Boy («Αγοράκι»). 45 δευτερόλεπτα αργότερα, η βόμβα εξερράγη 600 μέτρα πάνω από τη Χιροσίμα. Μία φωτεινή λάμψη τύφλωσε το πλήρωμα του βομβαρδιστικού και κατόπιν σχηματίστηκε πάνω από το σημείο της έκρηξης ένα κόκκινο νεφέλωμα σε σχήμα μανιταριού.

Το ωστικό κύμα της έκρηξης, σε συνδυασμό με τη θερμότητα που εκλύθηκε, κονιορτοποίησε τα πάντα σε μία περιοχή 11 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Ποτέ άλλοτε στην παγκόσμια ιστορία μία και μόνη βόμβα δεν προκάλεσε τόσους πολλούς θανάτους. Επί τόπου σκοτώθηκαν πάνω από 20.000 στρατιώτες και 78.000 άμαχοι. Οι αγνοούμενοι ξεπέρασαν τις 13.000 και οι βαριά τραυματίες τις 10.000. Για πολλούς από τους επιζήσαντες η ζωή θα είναι μαρτυρική τα επόμενα χρόνια και αρκετές χιλιάδες θα πεθάνουν από καρκίνους.

Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ιαπωνίας δεν συνειδητοποίησε πλήρως τη σημασία του γεγονότος και συνέχισε τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στο διπλωματικό πεδίο, το Τόκιο ζήτησε τη μεσολάβηση της Μόσχας, αλλά στις 8 Αυγούστου, ο Στάλιν, ενήμερος για τις κινήσεις των Αμερικανών, της κήρυξε τον πόλεμο και ο «Κόκκινος Στρατός» προέλασε στη Μαντζουρία.

Οι Αμερικανοί ανυπομονούσαν να τελειώσουν τον πόλεμο και στις 12 το μεσημέρι της 9ης Αυγούστου έριξαν και δεύτερη ατομική βόμβα, αυτή τη φορά στην πόλη Ναγκασάκι. Οι νεκροί έφθασαν τις 36.000 και οι τραυματίες τις 40.000. Το ωστικό κύμα κατέστρεψε εντελώς τα κτίρια της πόλης σε μία ζώνη 5 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Μόνο μετά και την καταστροφή του Ναγκασάκι οι Ιάπωνες κατανόησαν την ισχύ του νέου όπλου και τη δική τους αδυναμία να συνεχίσουν τον πόλεμο. Στις 10 Αυγούστου ξεκίνησε η διαδικασία παράδοσης της Ιαπωνίας, η οποία ολοκληρώθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, με την επίσημη τελετή επί του αμερικανικού πολεμικού «Μιζούρι», που ναυλοχούσε στον κόλπο του Τόκιο.

1996
Τελετή λήξης των 26ων Ολυμπιακών Αγώνων της Ατλάντα. Η Ελλάδα κέρδισε 8 μετάλλια. 4 χρυσά (Μελισσανίδης, Καχιασβίλι, Δήμας, Κακλαμανάκης) και 4 αργυρά (Κόκκας, Λεωνίδης, Σαμπάνης, Μπακογιάννη).

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1938
Ότο Ρεχάγκελ, γερμανός προπονητής ποδοσφαίρου, υπό την καθοδήγηση του οποίου η Εθνική Ελλάδος κατέκτησε το 2004 το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
1963
Γουίτνεϊ Χιούστον, αμερικανίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός. (Θαν. 11/2/2012)
1969
Σμαράγδα Καρύδη, ελληνίδα ηθοποιός.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
803
Ειρήνη η Αθηναία, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου (797-802). (Γεν. 752)
1823
Μάρκος Μπότσαρης, αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης του 1821. (Γεν. 8/3/1790)

Μάρκος Μπότσαρης
1790 – 1823

Ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης από το Σούλι. Έδρασε κυρίως στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς ως μία από τις πιο αγνές μορφές του Αγώνα.

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813), ηγετικής μορφής της φάρας των Μποτσαραίων. Μετά την κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά το 1803 και τις διώξεις των Σουλιωτών που ακολούθησαν, κατέφυγε με τον πατέρα του και άλλους συμπατριώτες του πρώτα στην Πάργα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Εκεί εντάχθηκε στο «Αλβανικό Σύνταγμα», που είχαν συγκροτήσει οι Γάλλοι κι έφθασε μέχρι το βαθμό του εκατόνταρχου.

Παρά την περιορισμένη του μόρφωση, συνέγραψε το 1809 το «Λεξικό της Ρομαϊκοίς και Αρβανιτικοίς Απλής», ήτοι ένα ελληνο-αλβανικό λεξικό, το πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη των Παρισίων. (Το 1980 εκδόθηκε στην Αθήνα από τον Τίτο Γιοχάλα). Το 1810 πήρε διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα, λόγω απιστίας και παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τη Χρυσούλα Καλογήρου, κόρη του αρματολού της Πρέβεζας Χρηστάκη Καλογήρου, η οποία του χάρισε δύο παιδιά, τον Δημήτριο Μπότσαρη (1814-1871), στρατιωτικό και πολιτικό και την Κατερίνα-Ρόζα Μπότσαρη (1820-1872), καλλονή της εποχής της, η οποία διετέλεσε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Μάρκος Μπότσαρης, πίνακας του Θεόφιλου

Το 1813 επέστρεψε στην Ήπειρο και μετά τη δολοφονία του πατέρα του από τον αρματολό Γώγο Μπακόλα τον Ιανουάριο του 1814 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Κακόλακκο Πωγωνίου, όπου διορίστηκε αρχηγός της περιοχής από τον Αλή Πασά. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Το 1820, μαζί με τον θείο του Νότη και άλλους Σουλιώτες, πολέμησε στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων, που πολιορκούσαν τον ανυπάκουο Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έχοντας λάβει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους.

Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεσή τους, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση με τον Αλή Πασά και του ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα τη βοήθεια τους στον αγώνα του εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου. Η σχετική συμφωνία υπογράφηκε στις 15 Ιανουαρίου 1821. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης πήρε μέρος στις νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα (Σεπτέμβριος 1821) εναντίον του Τοπάλ Αλί Πασά και στα Δερβιζανά εναντίον του Τουρκομακεδόνων του Καπλάν Μπέη (12 Οκτωβρίου 1822). Στις 12 Νοεμβρίου 1821 συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση της Άρτας (17 Νοεμβρίου 1821).

Στο μεταξύ, οι Οθωμανοί είχαν αιχμαλωτίσει την οικογένειά του, που παρέμενε στον Κακκόλακο. Όταν τον Μάρτιο του 1822 πήγε μαζί με άλλους Σουλιώτες οπλαρχηγούς στην Πελοπόννησο για να ζητήσει βοήθεια από την προσωρινή κυβέρνηση, πέτυχε να απελευθερώσει την οικογένειά του, ανταλλάσσοντάς τη με τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Την οικογένεια την έστειλε στην Ανκόνα της Ιταλίας και ο ίδιος παρέμεινε στην Πελοπόννησο με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο ακολούθησε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Τον Μάιο του 1822 έπεισε τον Μαυροκορδάτο να αναληφθεί εκστρατεία στην Ήπειρο, με σκοπό τη βοήθεια των Σουλιωτών. Στα τέλη Ιουνίου με 1200 αγωνιστές κατευθύνθηκε από το Κομπότι στο Σούλι. Στις 29 Ιουνίου, κοντά στην Πλάκα, αντιμετώπισαν τις υπέρτερες δυνάμεις του Κιουταχή και τράπηκαν σε φυγή. Στις 4 Ιουλίου, με 32 συντρόφους του, πήρε μέρος στην καταστροφική μάχη του Πέτα, που σήμανε την οριστική παράδοση του Σουλίου στους Οθωμανούς.

Στις 12 Οκτωβρίου 1822, με τη βοήθεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προήχθη σε στρατηγό, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων οπλαρχηγών. Η στάση τους τον εξόργισε και ενώπιόν τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του, λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό». Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Στη συνέχεια είχε καθοριστική συνεισφορά στην αίσια έκβαση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (25 Οκτωβρίου - 31 Δεκεμβρίου 1822). Με την ευστροφία και την πονηριά του παρέσυρε σε πλαστές συνομιλίες («καπάκια») τους Τούρκους, δίνοντας το χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις τους.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη. Πίνακας του Λουντοβίκο Λιπαρίνι.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Μάρκος Μπότσαρης προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που επέδραμαν από τα Τρίκαλα προς τη δυτική Στερεά. Τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Τουρκαλβανών του Μουσταή Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και ο Μπότσαρης, αν και πληγωμένος ελαφρά στην κοιλιά, προχώρησε προς τη σκηνή του Μουσταή Πασά, προκειμένου να τον αιχμαλωτίσει. Όμως, μία σφαίρα από έναν αφρικανό υπηρέτη του πασά τον βρήκε στο μάτι και τον τραυμάτισε σοβαρά. Εξέπνευσε λίγες ώρες αργότερα. Τότε, οι άνδρες του, αν και νικούσαν, διέκοψαν τη μάχη για να παραλάβουν τη σορό του αρχηγού τους και τα λάφυρα.

Μεταφέροντας τον νεκρό Μπότσαρη προς το Μεσολόγγι, σταμάτησαν για λίγο στη Μονή Προυσού, όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε, λέγοντας: «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω». Ο νεκρός μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου 1823 με θριαμβική πομπή, που περιγράφει ο Πουκεβίλ στα απομνημονεύματά του. Του θριάμβου προηγούνταν Τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν οι ίπποι των αξιωματικών τους με πολύτιμα επισάγματα και πενήντα τέσσερεις σημαίες των εχθρών. Ο νεκρός Μάρκος ήταν καλυμμένος με κυανή χλαμύδα. Ακολουθούσαν τα λάφυρα που ήταν ζώα, όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και το ταμείο των εχθρών. Η επικήδεια τελετή έγινε στο ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων.

Τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη ύμνησε η λαϊκή και η έντεχνη μούσα. Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε το ποίημα «Εις Μάρκο Μπότσαρη», στο οποίο παρομοιάζει τη μεγάλη προσέλευση των Ελλήνων στην κηδεία του ήρωα με τη συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα. Ποιήματα αφιερωμένα στον Μπότσαρη έγραψαν ο αμερικανός ποιητής Φιτζγκρίν Χάλεκ (1790-1867) με τίτλο «Marco Bozzaris» (1825), ο ελβετός ποιητής και δημοσιογράφος Ζιστ Ολιβιέ (1807-1876) με τίτλο «Marcos Botzaris au mont Aracynthe» («Ο Μάρκος Μπότσαρης στο όρος Αράκυνθος», 1826) και ο γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ στη συλλογή ποιημάτων του «Les Orientales» («Τ' Ανατολίτικα», 1829).

Το 1858 ο ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ' έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ' όνομά του («Botzaris»).

1975
Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ρώσος συνθέτης. (Γεν. 12/9/1906)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου