Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 07 Αύγ 2018
Τρίτη 7 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 7 Αυγούστου 2018Τρίτη 7 Αυγούστου 2018Τρίτη 7 Αυγούστου 2018Τρίτη 7 Αυγούστου 2018Τρίτη 7 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:32 – Δύση Ήλιου: 20:29
  • Γιορτάζουν:  Αστέριος, Αστερία, Αστέρω, Νικάνωρ

Σαν Σήμερα...

 

2004
  Εγκαινιάζεται η γέφυρα Ρίου - Αντίρριου, η μεγαλύτερη καλωδιωτή γέφυρα του κόσμου.
Η Τουρκία βομβαρδίζει θέσεις των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο. Στην περιοχή της Τηλλυρίας ξεσπούν αιματηρές συγκρούσεις, που θα κρατήσουν τέσσερις μέρες, σε απάντηση της προσπάθειας του στρατηγού Γρίβα να καταλάβει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες της Μανσούρας και των Κοκκίνων. Οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν δύο ημέρες μετά, έπειτα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
626
Ο Βυζαντινός Στόλος καταναυμαχεί και διασκορπίζει τον στόλο των Αβάρων και Σλάβων που πολιορκούν την Κωνσταντινούπολη. Η νίκη αποδίδεται στην «Υπέρμαχο Θεοτόκο», στην οποία αφιερώνεται ο «Ακάθιστος Ύμνος».

Η Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (626)

Μία από τις συγκλονιστικότερες σελίδες της βυζαντινής ιστορίας είναι η συνδυασμένη επίθεση των Αβάρων και των Περσών εναντίον της Κωνσταντινούπολης τον Αύγουστο του 626 κι ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε εκστρατεύσει στη Μικρά Ασία εναντίον των Περσών. Οι Βυζαντινοί επικράτησαν και απέδωσαν τη νίκη τους στην Παναγία, στην οποία αφιέρωσαν τον «Ακάθιστο Ύμνο».

Όταν ο Ηράκλειος ανέλαβε την εξουσία στο Βυζάντιο (610), η αυτοκρατορία βρισκόταν σχεδόν υπό κατάρρευση, από την άφρονα διακυβέρνηση του στρατηγού Φωκά. Οι Σλάβοι άρχισαν να γίνονται και πάλι απειλητικοί, όπως και οι Άβαροι, νομαδικός λαός μογγολικής καταγωγής, που είχε εγκατασταθεί στις ουγγρικές πεδιάδες.

Ο πιο μεγάλος κίνδυνος, όμως, εξακολουθούσε να είναι οι Πέρσες, που δια του βασιλιά τους Χοσρόη Β’ ήθελαν να διώξουν τους Βυζαντινούς από την Ανατολική Μεσόγειο. Το 614, μάλιστα, κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ και μετέφεραν τον Τίμιο Σταυρό στην πρωτεύουσά τους.

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του νέου αυτοκράτορα ήταν το ξεκαθάρισμα των σχέσεων Βυζαντίου και Περσίας. Η απόφασή του ήταν να τις λύσει με τα όπλα και γι’ αυτό το λόγο συγκρότησε ισχυρό στρατό. Προσέδωσε, μάλιστα, στην εκστρατεία του χαρακτήρα ιερού πολέμου, αφού το σύμβολο του Χριστιανισμού βρισκόταν ακόμη σε χέρια απίστων. Πρώτα, όμως, φρόντισε να κλείσει συμφωνία με τους Αβάρους για να έχει τα νώτα του καλυμμένα.

Ο πόλεμος με τους Πέρσες κράτησε έξι χρόνια (622-628) και ήταν μία σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Ο Χοσρόης δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια και για να αντιμετωπίσει τον Ηράκλειο ήλθε σε συμφωνία με τον χαγάνο (ηγεμόνα) των Αβάρων για κοινή δράση εναντίον των Βυζαντινών.

Πράγματι, στις αρχές Μαΐου του 626, οι Άβαροι συνεπικουρούμενοι από σλαβικά φύλα - Χρωβάτες (Κροάτες) και Σέρβους - πολιόρκησαν κατ’ αρχάς τη Θεσσαλονίκη επί 33 ημέρες και αφού απέτυχαν, στράφηκαν προς την Κωνσταντινούπολη, έξω από τα τείχη της οποίας έφθασαν στις 29 Ιουνίου. Το ίδιο διάστημα έφθασε από τη Μικρά Ασία και μία περσική στρατιά υπό τον Σαρβαραζά, η οποία στρατοπέδευσε στη Χαλκηδόνα. Η Πόλη κλείστηκε από παντού.

Στις 30 Ιουλίου, οι Άβαροι έστησαν πολιορκητικά μηχανήματα και την επομένη άρχισαν την επίθεση. Η δύναμη που παρέταξαν αριθμούσε από 80.000 έως 2.500.000 άνδρες, σύμφωνα με διάφορες πηγές. Το πιθανότερο, όμως, ήταν να μην ξεπερνούσαν τους 150.000 άνδρες.

Η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τους πολιορκούμενους, καθώς ο Ηράκλειος βρισκόταν εκτός της Κωνσταντινούπολης, πολεμώντας τους Πέρσες στη Μικρά Ασία. Στη θέση του είχε αφήσει τον ανήλικο γιο του Κωνσταντίνο, τον οποίο επιτρόπευαν ο πατριάρχης Σέργιος και ο μάγιστρος Βώνος.

Από την πρώτη στιγμή της πολιορκίας οι Βυζαντινοί γνωρίζοντας τον άπληστο χαρακτήρα του χαγάνου προσπάθησαν να τον δελεάσουν με χρήματα και χρυσό. Αυτός παρέμεινε ασυγκίνητος και ζητούσε μετ’ επιτάσεως την παράδοση της Πόλης. Είχε φαίνεται τους λόγους του, καθώς οι Βυζαντινοί υποδαύλιζαν με διάφορους τρόπους τις τάσεις ανεξαρτησίας που επεδείκνυαν οι Σλάβοι έναντι των Αβάρων.

Ο χαγάνος σε μία κίνηση αντιπερισπασμού έριξε μέσα στον Κεράτιο κόλπο μονόξυλα πλοιάρια, τα οποία είχαν κατασκευάσει σλάβοι, προκαλώντας αναταραχή στους Βυζαντινούς. Στις 3 Αυγούστου έριξε και τα υπόλοιπα μονόξυλα που διέθετε στο Βόσπορο, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποβατικά για τη μεταφορά των περσικών δυνάμεων.

Στις 6 Αυγούστου, οι Άβαροι επιτέθηκαν σ’ ένα ασθενές τμήμα των τειχών της Κωνσταντινούπολης και κατέλαβαν την εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών, στην οποία οχυρώθηκαν. Την επομένη, το κατασκοπευτικό δίκτυο των Βυζαντινών είχε μία μεγάλη επιτυχία. Πληροφορήθηκε το σύνθημα της επίθεσης των σλαβικών πλοιαρίων, που ήταν το άναμμα πυράς από μία συγκεκριμένη θέση, που ονομαζόταν «Πτερόν». Ο Βώνος έδωσε διαταγή να ανάψουν φωτιές στη θέση «Πτερόν», οι οποίες προκάλεσαν την άκαιρη επίθεση των σλαβικών πλοιαρίων και καθώς ήταν προετοιμασμένοι οι Βυζαντινοί κυριολεκτικά τα αποδεκάτισαν. Την ίδια τύχη είχαν και τα μονόξυλα που μετέφεραν Πέρσες στρατιώτες από τη Χαλκηδόνα, τα οποία βυθίσθηκαν από το βυζαντινό ναυτικό. Γύρω στους 4.000 Πέρσες έχασαν τη ζωή τους.

Οι πολιορκημένοι πήραν θάρρος και από την πληροφορία ότι πλησιάζει με στρατό ο αδελφός του αυτοκράτορα, Θεόδωρος. Βγήκαν από τα τείχη και πέρασαν στην αντεπίθεση. Ο χαγάνος έλυσε την πολιορκία και με τον στρατό του αποχώρησε. Από τότε, οι Άβαροι δεν ξαναενόχλησαν τους Βυζαντινούς και εξαφανίστηκαν από τον ορίζοντα της αυτοκρατορίας. Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της περσικής στρατιάς Σαρβαραζάς «επέστρεψε μετ’ αισχύνης» στην πατρίδα του, όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.

Η θριαμβευτική νίκη των Βυζαντινών αποδόθηκε στην Παναγία. Ο Πατριάρχης, ο νεαρός Κωνσταντίνος, με όλους του επισήμους και τον λαό πήγαν στο ναό Παναγίας των Βλαχερνών και όλοι όρθιοι έψαλλαν τον λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη τους στην «Τη υπερμάχω στρατηγώ».

Ακάθιστος Ύμνος (Χαιρετισμοί εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον)

Ένα από τα λαοφιλέστερα ποιήματα της ελληνορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και φιλολογικό μνημείο άφταστης τελειότητας. Ένας ύμνος προς την Παναγία, που, όταν ψάλλεται στις εκκλησίες κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, προκαλεί ρίγη αληθινής συγκίνησης και πνευματικής ανάτασης στους πιστούς. «Ακάθιστος Ύμνος» ονομάστηκε, επειδή, όταν ψάλλεται, το εκκλησίασμα στέκεται όρθιο, ενώ η εναλλακτική ονομασία του «Χαιρετισμοί», προέρχεται από τη συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη Χαίρε.

Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται τμηματικά το βράδυ της Παρασκευής των τεσσάρων πρώτων εβδομάδων των Νηστειών και ολόκληρο το βράδυ της Παρασκευή της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών, κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του Ακάθιστου Ύμνου. Αποτελείται από το προοίμιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια» και 24 οίκους (στροφές) με αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α έως το Ω. Το πρώτο μέρος του ποιήματος (Α-Μ) αναφέρεται σε επεισόδια από τη ζωή της Παναγίας (Ευαγγελισμός, Γέννηση του Ιησού, Υπαπαντή κ.ά.) και το δεύτερο μέρος (Ν-Ω) σε θεολογικά θέματα. Αναφέρεται γενικότερα στην ενανθρώπιση του Ιησού και τη σωτηρία των ανθρώπων, ενώ εξαίρεται η συμβολή της Παναγίας.

Ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου δεν είναι γνωστός, καθώς οι μακροχρόνιες έρευνες δεν έχουν καταλήξει σε αναμφισβήτητα συμπεράσματα. Έχουν αναφερθεί τα ονόματα του Ρωμανού του Μελωδού, του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιου, του διάκονου και ιαμβογράφου Γεωργίου Πισίδη, του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α', του μητροπολίτη Νικομηδείας Γεωργίου Σικελιώτη, της Κασσιανής και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου.

Η επικρατούσα παράδοση υποστηρίζει ότι ο Άκάθιστος Ύμνος γράφτηκε για τη διάσωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων, ενός ταταρομογγολικού φύλου, το 626. Η σωτηρία της Βασιλεύουσας αποδόθηκε στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Υπεραγία Θεοτόκο.

1863
Ιδρύεται η γερμανική χημική και φαρμακευτική βιομηχανία «Μπάγερ» (BAYER), που παρασκευάζει την «Ασπιρίνη».
1929
Ιδρύεται στο Ηράκλειο της Κρήτης το αθλητικό σωματείο Εργοτέλης, που πήρε την ονομασία του από τον αρχαίο κρητικό ολυμπιονίκη.
1959
Η «Μις Ελλάς», Πάρη Λεβέντη, εκλέγεται «Μις Ευρώπη» στο διαγωνισμό καλλιστείων, που διεξάγεται στην Κωνσταντινούπολη.
1964
Η Τουρκία βομβαρδίζει θέσεις των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο. Στην περιοχή της Τηλλυρίας ξεσπούν αιματηρές συγκρούσεις, που θα κρατήσουν τέσσερις μέρες, σε απάντηση της προσπάθειας του στρατηγού Γρίβα να καταλάβει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες της Μανσούρας και των Κοκκίνων. Οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν δύο ημέρες μετά, έπειτα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.

1560

Ερζίμπετ Μπάτορι
1560 – 1614

Η «Ματωμένη Κόμισσα»

Η «Ματωμένη Κόμισσα»

Ουγγαρέζα αριστοκράτισσα, διαβόητη για τους εκατοντάδες φόνους που διέπραξε από σαδιστική διαστροφή. Θρυλείται ότι σκότωνε νεαρά κορίτσια και με το αίμα τους λουζόταν για να κερδίσει την αιώνια νεότητα. Η «Ματωμένη Κόμισσα», όπως ονομάστηκε, είναι μία από τις πιο ονομαστές κατά συρροή δολοφόνους, με τη δική της περίοπτη θέση στα εγκληματολογικά χρονικά της ανθρωπότητας.

Η Ερζίμπετ (Ελισάβετ) Μπάτορι - Báthory Erzsébet στα ουγγρικά - γεννήθηκε στο Νιρμπάτορ της Ουγγαρίας, όπου το οικογενειακό κτήμα των Μπάτορι, στις 7 Αυγούστου 1560. Σπούδασε με ιδιωτικούς δασκάλους και έμαθε Λατινικά, Γερμανικά και Ελληνικά. Στα 12 της αρραβωνιάστηκε και στα 15 της παντρεύτηκε τον κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερό της κόμη Φέρεντς Νάντασντι και έλαβε το τίτλο της κόμισσας. Ήταν ένας γάμος που τις επιβλήθηκε, προκειμένου να συγγενέψουν δύο από τις ιστορικότερες οικογένειες της Ουγγαρίας.

Το νεαρό κορίτσι μετακόμισε στον πύργο των Νάντασντι και φρόντιζε τα του οίκου της όσο καιρό ο σύζυγός της ήταν απασχολημένος ως αρχηγός του Ουγγρικού στρατού στους πολέμους κατά των Οθωμανών Τούρκων. Μαζί του απέκτησε επτά παιδιά, προτού αυτός πεθάνει το 1604 σε ηλικία 48 ετών.

Λίγο πριν από τον θάνατό του άρχισαν να φουντώνουν οι φήμες για περίεργες εξαφανίσεις νεαρών κοριτσιών που εργάζονταν ή μαθήτευαν στο κάστρο των Νάντασντι. Ένας τοπικός ιερέας της Λουθηρανικής Εκκλησίας έκανε επίσημη καταγγελία στον βασιλιά των Αψβούργων Ματθία Β’, ο οποίος διέταξε να διερευνηθεί το περιστατικό. Η έρευνα με πλήρεις ανακριτικές αρμοδιότητες ανατέθηκε στον ούγγρο ευγενή  Γκιόρκι Τούρζο. Αυτός μετέβη επί τόπου και συνέλεξε μαρτυρίες από 300 άτομα, τα οποία επιβεβαίωσαν την καταγγελία του ιερέα.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1610, ο Τούρζο μετά από έρευνα στον πύργο των Νάντασντι και την ανεύρεση του πτώματος μιας κοπέλας, προχώρησε στη σύλληψη της κόμισσας και τεσσάρων υπηρετών της. Το σκάνδαλο ήταν μεγάλο για την ουγγρική αριστοκρατία, που κινδύνευε με αμαύρωση της φήμης της. Ο βασιλιάς έξω φρενών ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία της Μπάτορι, αλλά ο ανακριτής του τον έπεισε ότι δεν ήταν προς το συμφέρον της αριστοκρατίας η καταδίκη της σε θάνατο και ζήτησε μια ήπια ποινή γι’ αυτή.

Η δίκη της «ματωμένης κόμισσας» και των συνεργών της άρχισε στις 2 Ιανουαρίου 1611 στο Ναγκίμπιτσε της Ουγγαρίας (σημερινό Μπίτσα Σλοβακίας). Πρόεδρος του 20μελούς δικαστηρίου ήταν ο βασιλικός δικαστής Τεοντόσιους Σιρμιένσις ντε Σούλο. Πολλοί από τους μάρτυρες που παρέλασαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν ότι η κόμισσα επέλεγε ή απήγαγε νεαρά κορίτσια, τα οποία καλοπλήρωνε ως υπηρετικό προσωπικό. Επίσης, πολλοί γονείς έστελναν με δική τους πρωτοβουλία τα κορίτσια τους στο κάστρο για να μάθουν καλούς τρόπους. Κάποιοι άλλοι μάρτυρες ανέφεραν σημεία και τέρατα στον πύργο των Νάντασντι. Η Μπάτορι και οι συνεργοί της κατά περίπτωση έδερναν τα νεαρά κορίτσια, τους έκαιγαν ή τους ακρωτηρίαζαν τα χέρια, τους ξέσκιζαν τις σάρκες ή τα άφηναν νηστικά να πεθάνουν από το δυνατό κρύο. Το δικαστήριο δεν μπόρεσε να εξακριβώσει τον ακριβή αριθμό των θυμάτων της Μπάτορι. Υπολογίστηκαν από 30 έως 200.

Μετά από λίγες ημέρες, το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του. Τρεις από τους συνεργούς της κόμισσας καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν αμέσως με συνοπτικές διαδικασίες, μία από τις συνεργούς της αθωώθηκε, ενώ η Ελισάβετ Μπάτορι τέθηκε σε περιορισμό εφ’ όρου ζωής στο κάστρο Τσάχτιτσε της Ουγγαρίας (η περιοχή ανήκει σήμερα στη Σλοβακία) και πέθανε από ασιτία στις 21 Αυγούστου του 1614.

Η υπόθεση Μπάτορι «γέννησε» θρύλους και παραδόσεις τα επόμενα χρόνια. Η πλέον διαδεδομένη και η πιο δημοφιλής ιστορία μέχρι σήμερα είναι ότι η Μπάτορι σκότωνε τα νεαρά κορίτσια και με το αίμα τους λουζόταν για να κερδίσει την αιώνια νεότητα. Η εκδοχή αυτή αμφισβητήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το ανακριτικό υλικό της υπόθεσης. Οι μελετητές δεν βρήκαν αναφορές για λουτρά με αίμα και έφθασαν στο συμπέρασμα ότι το κίνητρο των φόνων θα πρέπει να αναζητηθεί στα σαδιστικά ένστικτα της Μπάτορι και των συνενόχων της, που ενδέχεται και αυτοί να ήταν θύματά της.

Η ιστορία της «ματωμένης κόμισσας» αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά συγκροτήματα του ευρωπαϊκού χέβι μέταλ. Οι Άγγλοι Cradle of Filth της αφιέρωσαν ένα ολόκληρο άλμπουμ με τίτλο «Cruelty and the Beast» (1998), ενώ οι Σουηδοί Bathory, πρωτεργάτες του death metal, την τίμησαν δεόντως. Τραγούδια γι’ αυτή έγραψαν μεταξύ άλλων οι Venom («Countess Bathory») και οι Tormentor («Elisabeth Bathory»).

1876

Μάτα Χάρι
1876 – 1917

Η πιο διάσημη κατάσκοπος του κόσμου, Μάτα Χάρι

Η πιο διάσημη κατάσκοπος του κόσμου, Μάτα Χάρι

Η Μάτα Χάρι (Mata Hari) υπήρξε η πιο διάσημη κατάσκοπος του κόσμου. Γεννήθηκε στην Ολλανδία, στις 7 Αυγούστου του 1876, με το όνομα Μαργκαρίτ Γκερτρούντι Ζελ. Το ερωτικό της ταμπεραμέντο φάνηκε από πολύ νωρίς, όταν εκδιώχθηκε από το σχολείο της, επειδή συνελήφθη να ερωτοτροπεί με τον διευθυντή. Στα 18 της παντρεύτηκε έναν σκωτσέζο αξιωματικό του Ναυτικού, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, όμως χώρισε 12 χρόνια αργότερα, λόγω του άστατου χαρακτήρα της.

Το 1905 αναζήτησε την τύχη της στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως χορεύτρια σε καμπαρέ της εποχής και γρήγορα απέκτησε μεγάλη φήμη, με το όνομα Μάτα Χάρι, που σε ινδονησιακή διάλεκτο σημαίνει «μάτι μιας νέας αυγής».

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γάλλοι της προσέφεραν ένα εκατομμύριο φράγκα για να αξιοποιήσει το διεθνές δίκτυο εραστών της, κατασκοπεύοντας τους Γερμανούς. Για το σκοπό αυτό πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη και κατά την τελευταία αποστολή της στην Ισπανία, αποπλάνησε τον γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο, προκειμένου να του εκμαιεύσει απόρρητα σχέδια. Εκείνος με τη σειρά του υπονόησε μέσω τηλεγραφήματος στους δικούς του ότι η Μάτα Χάρι αποδέχθηκε να δουλεύει για όφελος της Γερμανίας.

Αν κι αυτό δεν αποδείχθηκε ποτέ, με την επιστροφή της στο Παρίσι συνελήφθη από τις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες, δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες και στις 15 Οκτωβρίου του 1917 εκτελέστηκε ως διπλή πράκτορας και υπεύθυνη για το θάνατο χιλιάδων στρατιωτών.

1932

Αμπέμπε Μπικίλα
1932 – 1973

Θρυλικός μαραθωνοδρόμος από την Αιθιοπία, με δύο σημαντικές πρωτιές στην ιστορία του αθλητισμού. Υπήρξε ο πρώτος αθλητής που κέρδισε τον Μαραθώνιο Δρόμο σε δύο συνεχόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες (1960 και 1964) και ο πρώτος μαύρος Αφρικανός, που κέρδισε χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο Αμπέμπε Μπικίλα (Abebe Bikila) γεννήθηκε στο Γιάτο της Αιθιοπίας στις 7 Αυγούστου 1932, την ημέρα που γινόταν ο Μαραθώνιος στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες. Ήταν γιος ενός φτωχού βοσκού και σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό για να συντηρεί την πολυμελή οικογένειά του. Ξεκίνησε με τα πόδια για την πρωτεύουσα Αντίς Άμπαμπα και επιλέχθηκε για την Αυτοκρατορική Φρουρά του Χαϊλέ Σελασιέ, όπου υπηρέτησε ως στρατιώτης.

Η ζωή του άλλαξε ρότα, όταν τον ανακάλυψε ο σουηδός προπονητής της εθνική ομάδας Όνι Νισκάνεν και του πρότεινε να γίνει δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Μέχρι τα 28 χρόνια δεν είχε κάποια σημαντική διάκριση και ήταν παντελώς άγνωστος στο εξωτερικό. Ήταν η εποχή, που κανείς δεν υπολόγιζε τους μαύρους αφρικανούς αθλητές. Για καλή του τύχη θα επιλεγεί την τελευταία στιγμή για την ομάδα της Αιθιοπίας στους Ολυμπιακούς της Ρώμης, όταν ο μαραθωνοδρόμος Βάμι Μπιράτου θα στραμπουλίξει τον αστράγαλό του, παίζοντας ποδόσφαιρο.

Την ημέρα διεξαγωγής του Μαραθωνίου στην Αιώνια Πόλη, τα πράγματα δεν ξεκίνησαν καλά για τον Μπικίλα. Η «Αντίντας», που ήταν η αποκλειστική χορηγός των αθλητικών υποδημάτων, δεν είχε το κατάλληλο ζευγάρι για τον αιθίοπα αθλητή. Δύο ώρες πριν από την έναρξη του αγώνα «επιστρατεύτηκε» και το τελευταίο διαθέσιμο ζευγάρι, που, όμως, τον στένευε. Έτσι αποφάσισε με τον προπονητή του Νισκάνεν να τρέξει ξυπόλητος, όπως το συνήθιζε στις προπονήσεις.

Όταν παρατάχθηκε το απόγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου 1960 μπροστά στην Αψίδα του Κωνσταντίνου για την εκκίνηση του αγώνα, οι συναθλητές του δεν έκρυβαν την έκπληξή τους για την εμφάνιση του Μπικίλα, ενώ δεν έλειψαν τα ειρωνικά σχόλια. Αποφασιστικός ο Αιθίοπας άκουσε τις τελευταίες οδηγίες του προπονητή του, που του επεσήμανε τους κυριότερους αντιπάλους του, ένας από τους οποίους ήταν ο μαροκινός Ραντί με το νούμερο 26.

Η κούρσα ξεκίνησε και ο Μπικίλα «κατάπινε» τον ένα μετά τον άλλο τους αντιπάλους του σε αναζήτηση του αθλητή με το Νο 26. Μετά το 20ο χιλιόμετρο, αυτός και ένας αθλητής με το Νο 185 είχαν δημιουργήσει σημαντική διαφορά από τους υπόλοιπους. Ήταν ο Ραντί, που από λάθος πληροφόρηση έφερε τον αριθμό 185. Ο Μπικίλα δεν το γνώριζε και επιτάχυνε προς αναζήτηση του ανθρώπου με το Νο 26. Από κοντά και ο Μαροκινός, που τον ακολούθησε για μεγάλο διάστημα. 500 μέτρα πριν από τον τερματισμό και αφού ο Μπικίλα είχε ενημερωθεί ότι δεν υπήρχε προπορευόμενος αθλητής, «ξεκόλλησε» από τον Ραντί και τερμάτισε πρώτος με χρόνο 2:15:16 και 2 δέκατα, έχοντας μια διαφορά 26 δευτερολέπτων από τον μεγάλο του αντίπαλο.

Ο Μπικίλα επέστρεψε με το φωτοστέφανο του ήρωα στην πατρίδα του, ενώ η νίκη του χαιρετίστηκε σε όλη την Αφρική. Ο αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασιέ τον παρασημοφόρησε και τον προήγαγε στον βαθμό του δεκανέα. Το 1961 κέρδισε μαραθωνίους στην Ελλάδα, την Ιαπωνία και την Τσεχοσλοβακία και στη συνέχεια αποσύρθηκε για δύο χρόνια από τους στίβους. Στο διάστημα αυτό παραλίγο να χάσει τη ζωή του, όταν χωρίς τη θέλησή του πήρε μέρος σ' ένα αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα για την ανατροπή του αυτοκράτορα. Καταδικάσθηκε σε θάνατο δι' απαγχονισμού, αλλά σώθηκε με τη χάρη που του απένειμε ο Χαϊλέ Σελασιέ, λόγω των εξαιρετικών του υπηρεσιών προς την πατρίδα.

Ο Μπικίλα επανήλθε στους στίβους την προολυμπιακή χρονιά του 1963, όπου υπέστη και την πρώτη του ήττα, τερματίζοντας 5ος στον Μαραθώνιο της Βοστόνης. Τον επόμενο χρόνο προετοιμάστηκε εντατικά και μεθοδικά για να υπερασπίσει τον τίτλο του στους Ολυμπιακούς του Τόκιο. 40 μέρες πριν από την έναρξη των αγώνων ένοιωσε πόνους στην κοιλιακή χώρα και οι γιατροί διέγνωσαν οξεία σκωληκοειδίτιδα. Υπεβλήθη αμέσως σε εγχείριση και κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης άρχισε να κάνει ελαφρά προπόνηση στην αυλή του νοσοκομείου, ξεγελώντας τα βράδια τους γιατρούς.

Με ελλειπή προετοιμασία το κρίσιμο διάστημα δεν είχε και πολλές ελπίδες να επαναλάβει το θαύμα της Ρώμης. Αυτή τη φορά έτρεξε κανονικά με παπούτσια, αφού η ιαπωνική Asics, που ήταν χορηγός του αθλητικού υλικού, φρόντισε να μην επαναλάβει το λάθος της Adidas. Στον Μαραθώνιο των Ολυμπιακών του Τόκιο, ο Μπικίλα ακολούθησε την ίδια τακτική με τη Ρώμη. Άλλαξε τον ρυθμό του μετά το 20ο χιλιόμετρο και εξαφανίστηκε, τερματίζοντας πρώτος, με διαφορά τεσσάρων λεπτών από τον δεύτερο βρετανό Χέιτλι και χρόνο 2:12:11 και 2 δέκατα. Προς έκπληξη όλων συνέχισε να τρέχει κι έκανε άλλα 10 χιλιόμετρα για χαλάρωμα.

Ο Μπικίλα επέστρεψε για δεύτερη φορά θριαμβευτής στην πατρίδα του και ο αυτοκράτορας του έδωσε μία ακόμη προαγωγή και του έκανε δώρο ένα αυτοκίνητο, ένα λευκό «σκαραβαίο» της Volkswagen, το οποίο για τα μέτρα της πάμφτωχης Αιθιοπίας ισοδυναμούσε με Πόρσε. Ο Μπικίλα επέστρεψε στους στίβους λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού το 1968. Πήρε μέρος για τρίτη συνεχόμενη φορά σε Μαραθώνιο Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά ήταν άτυχος, καθώς στο 17ο χιλιόμετρο της διαδρομής τραυματίστηκε και αποχώρησε. Η λύπη του μετριάστηκε από το γεγονός ότι ο συμπατριώτης και φίλος του Μάμο Βόλντε έκοψε πρώτος το νήμα, τριτώνοντας το καλό για την Αιθιοπία.

Η μοίρα, όμως, έπαιξε άσχημο παιγνίδι στον μεγάλο αθλητή, ένα χρόνο αργότερα. Στην προσπάθειά του να αποφύγει μια ομάδα διαδηλωτών, που εμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, που έπεσε σε χαντάκι. Ανασύρθηκε βαρύτατα τραυματισμένος από τον «σκαραβαίο» και έμεινε παράλυτος, παρά τις προσπάθειες των γιατρών. Στις 25 Οκτωβρίου 1973 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία μόλις 41 ετών, από εγκεφαλική αιμορραγία, επιπλοκή από το αυτοκινητιστικό ατύχημα του 1969. Ο Αμπέμπε Μπικίλα ήταν παντρεμένος και πατέρας τεσσάρων παιδιών.

1966
Τζίμι Γουέλς, αμερικανός ιδρυτής της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia.
1975
Σαρλίζ Θέρον, νοτιοαφρικανίδα ηθοποιός.
1982
Βασίλης Σπανούλης, διεθνής έλληνας καλαθοσφαιριστής.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1957
Όλιβερ (Νόρβελ) Χάρντι, αμερικανός ηθοποιός, το πληθωρικό μισό του κινηματογραφικού ζευγαριού «Χοντρός - Λιγνός». (Γεν. 18/1/1892)
1960
Σαλβατόρε Φεραγκάμο, ιταλός σχεδιαστής υποδημάτων. (Γεν. 5/6/1898)
1972
 
Ασπασία Μάνου, σύζυγος του Βασιλιά Αλέξανδρου Α’ των Ελλήνων. (Γεν. 4/9/1896)

Αλέξανδρος Α’
1893 – 1920

Βασιλιάς της Ελλάδας (30 Μαΐου 1917 - 12 Οκτωβρίου 1920). Δευτερότοκος γιος του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και της βασίλισσας Σοφίας, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1893.

Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με μέτρια βαθμολογία. Σε ηλικία 19 ετών πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως διαγγελέας του πατέρα του, που ήταν αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού.

Μετά τον εθνικό διχασμό και την εμμονή του Κωνσταντίνου στην ουδετερότητα της Ελλάδας κατά τον Α’ Παγκόσμια Πόλεμο, οι συμμαχικές δυνάμεις με τελεσίγραφο, που παρέδωσε ο αρμοστής τους στον Πειραιά, Σαρλ Ζονάρ, απαίτησαν την απομάκρυνση από το θρόνο τόσο του ιδίου, όσο και του διαδόχου Γεωργίου.

Έτσι στις 30 Μαΐου του 1917 ο Αλέξανδρος αναγορεύθηκε βασιλιάς, σε ηλικία 24 ετών. Στο μικρό χρονικό διάστημα της βασιλείας του προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να μην εμπλακεί στα πολιτικά πράγματα. Η ηπιότητα και η διαλλακτικότητα του χαρακτήρα του συνέβαλαν με την πάροδο του χρόνου στη συμφιλίωςή του με τον Βενιζέλο, παρά το συναισθηματικό βάρος από την εκδίωξη του πατέρα του. Ήταν αρκετά δημοφιλής στις τάξεις του στρατεύματος, εξαιτίας και της Μικρασιατικής εκστρατείας, που ξεκίνησε την περίοδο της βασιλείας του.

Ο δεσμός του με την κοινή θνητή Ασπασία Μάνου, κόρη επιλάρχου Πέτρου Μάνου ιππάρχου των Ανακτόρων, προκάλεσε σάλο, τόσο εντός της βασιλικής οικογένειας, όσο και στον πολιτικό κόσμο. Μάταια ο Βενιζέλος τον συμβούλευσε να παντρευτεί την πριγκίπισσα Μαίρη, κόρη του Βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Ε’.

Στις 4 Νοεμβρίου 1919, παρά τις αντιρρήσεις της βασιλικής οικογένειας και του Βενιζέλου, προχώρησε σε μοναργατικό γάμο με την αγαπημένη του. Το γεγονός προκάλεσε σκάνδαλο και παρά λίγο να στοιχίσει την απομάκρυνση της μοναρχίας από την Ελλάδα. Η ελληνική κυβέρνηση απαίτησε την απομάκρυνση της κυρίας Μάνου, που έφυγε για το Παρίσι, συνοδευόμενη από τον Αλέξανδρο.

Στην «Πόλη του Φωτός» συναντήθηκε με το Ελευθέριο Βενιζέλο και διευθέτησαν το πρόβλημα νομιμότητας του γάμου του. Ο Αλέξανδρος επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά λίγο πριν από το δημοψήφισμα για την επάνοδο του πατέρα του Κωνσταντίνο στο θρόνο, πέθανε από στρεπτόκοκκο στις 12 Οκτωβρίου 1920, μετά από δήγμα πιθήκου στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου.

πηγη: www.sansimera.gr

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου