Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 09 Σεπ 2018
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:00 – Δύση Ήλιου: 19:43
  • Γιορτάζουν:  Άννα, Ιωακείμ, Ιωακειμία

Σαν Σήμερα...

1922
Μανώλης Γλέζος, έλληνας πολιτικός και συγγραφέας.

Μανώλης Γλέζος


Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, με διαδρομή στα κοινά που ξεκινά από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και φθάνει μέχρι το σήμερα. Τη νύχτα της 30ης προς 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα, κερδίζοντας τον παγκόσμιο θαυμασμό. Ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, διώχθηκε επανειλημμένα για την πολιτική του δραστηριότητα και παρέμεινε κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του.

Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με τη ντοπολαλιά της περιοχής) της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου 1922. Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).

Μαθητής γυμνασίου δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά. Μόλις ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940 ζήτησε να καταταχτεί ως εθελοντής, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν του επετράπη. Εργάστηκε, όμως, εθελοντικά στο Υπουργείο Οικονομικών (Γ' Ταμείο Εισπράξεων Αθηνών).

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής (1941-1944) ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις και διώξεις. Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Στις 24 Μαρτίου 1942 συνελήφθη μαζί με τον Απόστολο Σάντα από τα γερμανικά στρατεύματα και φυλακίστηκε ένα μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση βαρυτάτης μορφής. Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1944. Κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε ως υπάλληλος στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (1941-1943) και τον Δήμο Αθηναίων (1943-1945).

Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης ως συντάκτης και από τις 10 Αυγούστου 1947 έως το κλείσιμό της ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής. Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου. Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948. Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 21 Μαρτίου 1949 για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος. Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης. Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, αν και φυλακισμένος, εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ. Τότε κήρυξε απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγέντων βουλευτών της ΕΔΑ που ήταν εξορία και φυλακή. Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, όταν έφεραν από την εξορία τους επτά εξόριστους βουλευτές. Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της. Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Η Αυγή». Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε. Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινή γνώμης. Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.

Ο Λεωνίδας Κύρκος (αριστερά) και ο Μανώλης Γλέζος με χειροπέδες στο Στρατοδικείο.

Αμέσως μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971. Συνολικά, ο Μανωλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και έξι μήνες. Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του. Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.

Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».

Επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το ίδιο κόμμα εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014, για να κάνει γνωστό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1850
Η Αμαλία, που εκτελεί χρέη αντιβασιλέα, αφού ο Όθων βρίσκεται στο εξωτερικό, διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει εκλογές.

Όθων
1815 – 1867

Βαυαρός πρίγκηπας, πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό (1832-1862).

Ο πρίγκηπας Όθων Φρειδερίκος Λουδοβίκος της Βαυαρίας (Kronprinz Otto Friedrich Ludwig von Bayern) γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1815 στο Ζάλτσμπουργκ (τότε ανήκε στη Βαυαρία, σήμερα στην Αυστρία). Ήταν ο δευτερότοκος γιος του φιλέλληνα βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α', που ανήκε στη δυναστεία των Βίτελσμπαχ και της βασίλισσας Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σαξ - Άλτενμπουργκ. Μέσω ενός προγόνου του, του δούκα Ιωάννη Β’ (1341-1397), συνδεόταν με συγγένεια με τους βυζαντινούς αυτοκρατορικούς οίκους των Κομνηνών και των Λασκάρεων.

Ο Όθων έλαβε επιμελημένη μόρφωση, όχι όμως για πρίγκιπα που προοριζόταν να βασιλεύσει. Διδάχθηκε την ελληνική και λατινική γλώσσα και ήταν καλός ιππέας και άριστος κολυμβητής. Τα ελληνικά άρχισε να τα διδάσκεται αμέσως μόλις ο πατέρας του αποδέχθηκε για λογαριασμό του τον ελληνικό θρόνο. Οι γονείς του τον προόριζαν για εκκλησιαστική σταδιοδρομία και φρόντιζαν ιδιαίτερα την ασθενική του κράση και την επισφαλή υγεία του. Ήταν βαρήκοος και ψεύδιζε κάπως.

Η υποδοχή του Όθωνα

Το 1832, σε ηλικία 17 ετών, εκλέχθηκε από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) βασιλιάς των Ελλήνων, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Λονδίνου (25 Απριλίου - 8 Μαΐου). Ένα χρόνο αργότερα, στις 6 Φεβρουαρίου 1833, αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο, που τότε ήταν η προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, και έτυχε αποθεωτικής υποδοχής από ένα λαό που είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά από την αναρχία που μάστιζε τη χώρα μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια το 1831 και προσδοκούσε καλύτερες μέρες. Τον συνόδευε ένας στολίσκος μεταγωγικών, που μετέφερε δύναμη του βαυαρικού στρατού 3.500 ανδρών, που θα αντικαθιστούσαν τα αποχωρούντα τελευταία τμήματα του γαλλικού στρατού.

Μέχρι την προκαθορισμένη ενηλικίωσή του (1 Ιουνίου 1835), τη βασιλική εξουσία ασκούσε η λεγομένη Αντιβασιλεία, που την αποτελούσαν οι Βαυαροί αξιωματούχοι Άρμανσμπεργκ, Μάουρερ και Χάιντεκ. Στις 10 Νοεμβρίου 1836, ενώ βρισκόταν στην πατρίδα του, τέλεσε τους γάμους του με την πριγκίπισσα Αμαλία (1818-175), κόρη του Μεγάλου Δούκα του Ολδεμβούργου Φρειδερίκου Αυγούστου, αιφνιδιάζοντας την ελληνική κυβέρνηση, που πληροφορήθηκε το γεγονός ένα μήνα αργότερα.

Με την ενηλικίωσή του, ο Όθων ανέλαβε και επισήμως τα βασιλικά καθήκοντα, διατήρησε όμως στις κυριότερες θέσεις τους Βαυαρούς, παρότι δεν ήταν αρεστοί στη ντόπια πολιτική τάξη και το λαό, που τους θεωρούσε δυνάστες. Στην αρχή, ο Όθωνας κυβέρνησε απολυταρχικά, «Ελέω Θεού». Μάλιστα, για μεγάλο χρονικό διάστημα άσκησε ο ίδιος την πρωθυπουργία (8 Δεκεμβρίου 1837 - 10 Φεβρουαρίου 1841 και 10 Αυγούστου 1841 - 3 Σεπτεμβρίου 1843).

Ο Όθωνας σε νεαρή ηλικία

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τους Καλέργη και Μακρυγιάννη («Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου»), εξαιτίας της γενικής δυσαρέσκειας για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της μοναρχίας. Την ίδια ημέρα, η Ελλάδα είχε υπογράψει την οικονομική συμφωνία του Λονδίνου, με την οποία δεσμευόταν να διαθέσει σχεδόν το σύνολο των πόρων της για την εξυπηρέτηση των δανείων της. Ο Όθων αναγκάσθηκε τότε να παραχωρήσει Σύνταγμα, να διορίσει πρωθυπουργό πολιτικό πρόσωπο, να προκηρύξει εκλογές και να απομακρύνει τους Βαυαρούς από τις στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις προς μεγάλη ικανοποίηση του λαού.

Από τότε και μέχρι την εκθρόνισή του το 1862 κυβερνούσε συνταγματικά με μεγάλες ή μικρές επεμβάσεις στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, όμως, δημιούργησε κύμα δυσφορίας εναντίον του, που το υπέθαλπαν και οι ξένες Δυνάμεις για τους δικούς τους συμφεροντολογικούς λόγους. Στη δυσφορία αυτή πρέπει να προστεθεί και η δυσαρέσκεια από τις επεμβάσεις στη διοίκηση της βασίλισσας Αμαλίας και το γεγονός ότι δεν γέννησε τον διάδοχο του θρόνου.

Τον Μάιο του 1859 η Αθήνα συνταράχθηκε από τα «Σκιαδικά» και τον Μάρτιο του 1861 αποκαλύφθηκε αντιβασιλική συνωμοσία μεταξύ των φοιτητών του Οθωνείου Πανεπιστημίου (νυν ΕΚΠΑ). Στις 6 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ο φοιτητής Νομικής Αριστείδης Δόσιος αποπειράθηκε χωρίς επιτυχία να δολοφονήσει την Αμαλία. Το γεγονός αυτό δημιούργησε πρόσκαιρο ρεύμα συμπάθειας υπέρ αυτής, αυτό όμως υπήρξε η υστάτη αναλαμπή. Έτσι, ενώ το βασιλικό ζεύγος βρισκόταν σε περιοδεία στη Πελοπόννησο, εκδηλώθηκε εξέγερση στην Αθήνα. Αυτή τη φορά ήταν επιτυχημένη, αναγκάζοντας τον Όθωνα ν’ αναχωρήσει οριστικά από την Ελλάδα στις 12 Οκτωβρίου 1862.

Κατά της διάρκεια της βασιλείας του συνέβησαν ορισμένα αξιοσημείωτα γεγονότα, όπως τα «Μουσουρικά» (1847), η υπόθεση Πατσίφικο και τα «Παρκερικά» (1849-1850), και η εμπλοκή της χώρας μας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854), που δοκίμασαν τις σχέσεις της με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο Όθων ήταν υπέρμαχος της Μεγάλης Ιδέας, που αποσκοπούσε στην υπαγωγή των αλύτρωτων ελληνικών εδαφών στο Ελληνικό Βασίλειο. Ο όρος ανήκε στον ηπειρώτη πολιτικό Ιωάννη Κωλέττη (1773-1847), ευνοούμενο του Όθωνα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Όθωνας πήγε στην αρχή στο Μόναχο και απ’ εκεί στη Βαμβέργη (Bamberg), όπου έζησε το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του, που δεν ήταν και μεγάλο. Εκεί διατηρούσε μία μικρή Αυλή και ζούσε με τη νοσταλγία της Ελλάδας. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την Κρητική Επανάσταση και συνέδραμε το 1867 οικονομικά τους αγωνιστές με 200.000 χρυσά φράγκα. Τον ίδιο χρόνο αρρώστησε από ιλαρά και πέθανε ξαφνικά στις 26 Ιουλίου, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Τάφηκε σύμφωνα με επιθυμία του με την ελληνική φουστανέλα στο ναό του Αγίου Καϊετάνου στο Μόναχο, όπου βρίσκεται ο τάφος του.

Για τον Όθωνα και την πολιτεία του διατυπωθήκαν πολλές κρίσεις από σύγχρονους και μεταγενέστερούς του. Ολοκληρωμένη εικόνα δίνει συνοπτικά  δημοσιογράφος και  διπλωμάτης Αναστάσιος Βυζάντιος (1839-1892) στο κείμενό του «Επί τη τελευτή του βασιλέως Όθωνος»:

Εάν ηθέλομεν δια μιας λέξεως να ορίσωμεν την φύσιν του πρώτου βασιλέως της Ελλάδος, θα ελέγομεν, ότι δεν ήτο ανήρ βασιλικός, κατά την γενικήν σημασίαν [...] Δεν είχε βασιλικήν την αντίληψιν, βασιλικήν την ενέργειαν, βασιλικάς τας γνώσεις, βασιλικάς τας ορέξεις, βασιλικήν τήν παρρησίαν, βασιλικόν τον θυμόν. Το ήμισυ του βίου αύτού διήρχετο σχεδιάζων και το έτερον ήμισυ απορών [...] Αι μεγάλαι γραμμαί των ζητημάτων αείποτε διελάνθανον αυτόν, εγκύπτοντα εις τά επεισόδια και τας παραφυάδας [...] Ενώ δεν ήξευρε να προλάβη το κακόν, επεδίωκεν αείποτε και εις μάτην το τέλειον καλόν. Αγαθώτατος τήν πρόθεσιν, ειλικρινέστατος την αγάπην, Έλλην, ως ίσως ούχί πάντες οι Έλληνες, ηδίκησε πολλάκις και έβλαψε την Ελλάδα εκ του πολλού φίλτρου [...] Συλλήβδην ειπείν, ο βασιλεύς Όθων εστρείτο του όντως βασιλικού προτερήματος του βλέπειν ταχέως, ευκρινώς και πόρρω. Αλλ’ αντί των μειονεκτημάτων τούτων, πόσαι δευτερεύουσαι αρεταί περιεκόσμουν την καρδίαν του ατυχούς ηγεμόνος ! Φίλος της δικαιοσύνης, αμνησίκακος, πράος, άδολος, ελεήμων, εγκρατής [...] Δεν εξελάμβανε το βασιλεύειν ως επιτήδευμα βίου, αλλ’ ώς καθήκον ιερόν, εις ο έθυσίαζε και ανάπαυσιν και υγιείαν. Το μεγαλείον της Ελλάδος ήτο το διηνεκές αύτού όνειρον...

1951
  Εκλογές διεξάγονται στην Ελλάδα. Ο Ελληνικός Συναγερμός του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου κατακτά τη σχετική πλειοψηφία (36,53%), αλλά κυβέρνηση θα σχηματίσει τελικά ο Νικόλαος Πλαστήρας (ΕΠΕΚ) με την υποστήριξη των Φιλελευθέρων (Σοφοκλής Βενιζέλος).

Αλέξανδρος Παπάγος
1883 – 1955

Στρατιωτικός και πολιτικός. Διετέλεσε Αρχιστράτηγος κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στο τελευταίο στάδιο του Εμφυλίου Πολέμου, και Πρωθυπουργός από το 1952 έως το θάνατό του.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1883. Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος με καταγωγή από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας και μητέρα του η Μαρία Καλίνσκυ, ανιψιά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1901 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, προκειμένου ν' ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό, καθότι είχε παρέλθει το όριο ηλικίας για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων. Φοίτησε για μία διετία (1902 - 1904) στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών και την επόμενη διετία στη σχολή Ιππικού του Ιπρ.

Το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη στο στρατό ως Ανθυπίλαρχος στο Όπλο του Ιππικού. Το 1911 παντρεύτηκε τη Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Ειρήνη (1914), σύζυγο του γλύπτη Γιάννη Παππά και τον Λεωνίδα (1912), διπλωμάτη και αυλάρχη των ανακτόρων.

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Δεδηλωμένος φιλοβασιλικός ο Παπάγος, μετά την επικράτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1917, αποστρατεύτηκε κι εξορίστηκε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη.

Η νίκη των «Κωνσταντινικών» και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου το Νοέμβριο του 1920 είχε ως επακόλουθο την ανάκληση του Παπάγου στο στράτευμα και την αναδρομική απόδοση του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.

Μετά την Επανάσταση Πλαστήρα, το 1922, αποστρατεύτηκε εκ νέου. Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης με το βαθμό του Συνταγματάρχη και μέχρι το 1935 είχε φθάσει στο βαθμό του Αντιστρατήγου, διοικώντας σημαντικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού.

Στις 10 Οκτωβρίου 1935, ως αρχηγός του Στρατού οργάνωσε κίνημα μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη κι επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στη χώρα μας. Ο Γεώργιος Κονδύλης, που βρισκόταν σε συνεννόηση με τους πραξικοπηματίες, σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση, ορίζοντας τον Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών. Η νέα κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο απέβη υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και ο Παπάγος ορίστηκε να μεταφέρει το αποτέλεσμα στο Βασιλιά Γεώργιο Β' στην Αγγλία, όπου διέμενε.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός, επανήλθε στην αρχηγία του στρατεύματος την 1η Αυγούστου 1936, παρέχοντάς του σημαντική βοήθεια στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού στον διαφαινόμενο πόλεμο.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος του στρατού ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση, επικρίνοντας το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης.

Στη διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Στις 19 Ιανουαρίου 1949 η κεντρώα κυβέρνηση Σοφούλη ανακάλεσε στην ενέργεια τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και του ανέθεσε εν λευκώ τη Γενική Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο τη συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.

Η έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επιτυχής για τις αστικές δυνάμεις, με την καθοριστική συμβολή των Αμερικανών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Βασιλιά Παύλο να απονείμει στον Παπάγο, για πρώτη φορά σε έλληνα στρατιωτικό, τον τίτλο του Στρατάρχη (17 Οκτωβρίου 1949). Ο Στρατάρχης Παπάγος παρέμεινε επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, συμβάλλοντας στην ίδρυση στις 11 Απριλίου 1950 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε υφιστάμενων Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, και την οργάνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του οποίου υπήρξε και ο πρώτος αρχηγός.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του σε θέματα που αφορούσαν τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των αξιωματικών, με τη σύσταση του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ) και τη δημιουργία ενός οικισμού στις ανατολικές πλαγιές του Υμηττού, που φέρει το όνομά του (Δήμος Παπάγου).

Οι αποτυχημένες προσπάθειες των βενιζελογενών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού οδήγησαν τον αμερικανικό παράγοντα να βλέπει θετικά τη λύση της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον δεξιό Παπάγο, που πλέον διέθετε ιδιαίτερα ισχυρό γόητρο στην ελληνική κοινωνία. Το εγχείρημα στηρίχθηκε και από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της εποχής (Καθημερινή, Εστία, Βήμα), αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίδραση των Ανακτόρων, που φοβούνταν απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος.

Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο «Ελληνικός Συναγερμός», το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του γαλλικού Συναγερμού του στρατηγού Ντε Γκολ, συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων, αλλά δεν εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειονοψηφία στη Βουλή.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος παραλαμβάνει από τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένειά του και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά. Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου, με νέο πλειοψηφικό σύστημα. Ο Ελληνικός Συναγερμός κατήγαγε θρίαμβο με ποσοστό 49,22% και 247 από τις 300 έδρες της Βουλής, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί κυβέρνηση Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Παπάγου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση της χώρας, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και την κατοχή. Στο οικονομικό πεδίο απόλυτος κυρίαρχος υπήρξε ο Υπουργός Συντονισμού Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος με τολμηρές κινήσεις κατάφερε τη μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Στις 9 Απριλίου 1953 η κυβέρνηση, με πρόταση του Μαρκεζίνη, προχώρησε στην υποτίμηση κατά 50% του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή νομίσματα, σύμφωνα με τις επιταγές του Μπρέτον Γουντς (1944). Η απόφαση αυτή θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές κινήσεις και συνέβαλε δραστικά στη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε επανειλημμένα την κυβέρνηση Παπάγου ότι δεν έπραξε αρκετά για την κοινωνική συμφιλίωση και την επούλωση των τραυμάτων του Εμφυλίου.

Στην εξωτερική πολιτική, η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των Η.Π.Α., κατανοώντας την ηγετική τους παρουσία μεταξύ των χωρών του Ελευθέρου Κόσμου και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Δύο είναι τα σοβαρότερα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική που αντιμετώπισε ο Παπάγος: το Κυπριακό και τα Σεπτεμβριανά.

Την περίοδο της διακυβέρνησής του κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία, που ζητούσαν την Ένωση με τη μητέρα - πατρίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, που αντιμετώπισε, όμως, και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκει τον Παπάγο σοβαρά άρρωστο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις. Οι συγκρούσεις στην Κύπρο οδηγούν σε χειροτέρευση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που φθάνουν στο κατώτερο δυνατό σημείο με το τουρκικό πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.

Ο Στρατάρχης Παπάγος πέθανε, τελικά, στις 4 Οκτωβρίου 1955, έπειτα από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη πρωθυπουργός. Ο Βασιλιάς Παύλος έκανε την έκπληξη κι έχρισε διάδοχό του τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησής του, όπως τους δελφίνους Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Νικόλαος Πλαστήρας
1883 – 1953

Στρατιωτικός και πολιτικός, με έντονη δράση σε κρίσιμες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, γνωστός με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Γεννήθηκε στο Βούνεσι (σημερινό Μορφοβούνι) Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883.

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο κατατάχθηκε ως εθελοντής στο στρατό με το βαθμό του δεκανέα το 1903 και πήρε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Συμμετείχε ενεργά στον «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», που έκανε το Κίνημα στο Γουδί (1909) και έφερε στην εξουσία τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το 1912, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, ονομάσθηκε Ανθυπολοχαγός και με το βαθμό αυτό πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Ο Πλαστήρας διακρίθηκε σε πολλές μάχες, ιδιαίτερα στη Μάχη του Λαχανά, όπου οι συμπολεμιστές του έδωσαν το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλάρης». Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916) συντάχθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και προσχώρησε στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε ξεχωριστά χαρίσματα, ιδιαίτερα στη Μάχη του Σκρα και προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

Το 1919 ανέλαβε τη διοίκηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στην Ουκρανία, συμμετέχοντας στη συμμαχική εκστρατεία υποστήριξης του ρωσικού «Λευκού Στρατού», ο οποίος εμάχετο τους μπολσεβίκους του Λένιν. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, ο Πλαστήρας επικεφαλής της ίδιας μονάδας και με το βαθμό του συνταγματάρχη εστάλη στο Μικρασιατικό Μέτωπο.

Η δράση του κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενίσχυσε τη φήμη του. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν Καρά-Πιπέρ (Μαυρόπιπερο), εξαιτίας του μελαψού του χρώματος και τη μονάδα του «Σεϊτάν Ασκέρ» (Στρατό του Διαβόλου). Ο Πλαστήρας διακρίθηκε κατά την τουρκική αντεπίθεση στο Σαγγάριο, που προκάλεσε την κατάρρευση του Μετώπου. Οδήγησε τη μονάδα του συντεταγμένα στον Τσεσμέ και από εκεί στη Χίο, σώζοντας παράλληλα χιλιάδες πρόσφυγες που τον ακολουθούσαν.

Η Μικρασιατική Καταστροφή έφερε την εξέγερση του στρατού στη Χίο και στη Μυτιλήνη τον Σεπτέμβριο του 1922 και τη δημιουργία της «Επαναστατικής Επιτροπής» υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα, Στυλιανό Γονατά και τον αντιπλοίαρχο Φωκά. Η Επιτροπή με τελεσίγραφό της αξίωσε την παράδοση της εξουσίας, την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη. Με τη βοήθεια του λαού και του στρατού, ιδίως του Ναυτικού, οι εξεγερθέντες γρήγορα έγιναν κύριοι της κατάστασης, με τον Νικόλαο Πλαστήρα να έχει αρχηγικό ρόλο. Ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του υιού του Γεωργίου Β', ενώ πρωθυπουργός ανέλαβε ο Σωτήριος Κροκιδάς.

O Στ. Γονατάς και o Ν. Πλαστήρας

Η Επαναστατική Επιτροπή είχε δύσκολο έργο να επιτελέσει. Έπρεπε να αναδιοργανώσει τον στρατό για να επιτύχει καλύτερους όρους ως ηττημένη χώρα στην επικείμενη διάσκεψη της Λοζάννης, να φροντίσει και να στεγάσει τους εκατοντάδες χιλιάδες μικρασιάτες πρόσφυγες, αλλά και να επουλώσει το τραυματισμένο λαϊκό αίσθημα, που ζητούσε την τιμωρία των υπαιτίων της Εθνικής Συμφοράς. Με μια αμφιλεγόμενη απόφασή του, προσήγαγε σε δίκη του πολιτικούς και στρατιωτικούς υπεύθυνους της ήττας («Δίκη των Έξι»), οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Γουδί.

Ο Πλαστήρας κάλεσε από την εξορία τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να ηγηθεί της ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, που οδήγησαν στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η Επαναστατική Επιτροπή αντιμετώπισε επιτυχώς το φιλοβασιλικό πραξικόπημα των υποστρατήγων Γαργαλίδη και Λεοναρδόπουλου (Οκτώβριος 1923), ενώ δεν κλονίσθηκε με το περιστατικό της Κέρκυρας, που προκάλεσε την ολιγοήμερη κατάληψη του νησιού από τους Ιταλούς.

Ο Πλαστήρας πίστευε ότι η θέση των στρατιωτικών είναι στους στρατώνες και μόνο δεινά θα προκαλούσε η άσκηση εξουσίας από αυτούς. Έτσι, οδήγησε τη χώρα στις κάλπες στις 16 Δεκεμβρίου 1923. Από τις εκλογές απείχε η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις», στην οποία είχαν συσπειρωθεί οι φιλοβασιλικοί και άλλοι αντιπολιτευόμενοι την Επαναστατική Επιτροπή. Η νέα Βουλή που προέκυψε ήταν Συντακτική και συνήλθε στις 2 Ιανουαρίου 1924, ανοίγοντας το δρόμο για τη Β' Ελληνική Δημοκρατία. Την ίδια μέρα, ο Πλαστήρας υπέβαλε την παραίτησή του από τις τάξεις του στρατεύματος, αφού πρώτα έκανε ένα απολογισμό των πεπραγμένων της Κυβερνητικής Επιτροπής. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα, με απόφαση της Βουλής προήχθη στο βαθμό του αντιστρατήγου.

Από το 1924 έως το 1933 ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν μετείχε στα κοινά, ζώντας μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Όταν στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933 η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» αναδείχθηκε νικήτρια, ο Πλαστήρας προσπάθησε να αποτρέψει την πολιτική μεταβολή μ' ένα πραξικόπημα που απέτυχε παταγωδώς, καθώς δεν είχε ούτε τη στήριξη του Ελευθερίου Βενιζέλου, καθώς η κυβέρνησή του παραιτήθηκε το ίδιο βράδυ.

Με το ενδεχόμενο να διωχθεί ποινικά για εσχάτη προδοσία, ο Πλαστήρας αναχώρησε κρυφά για τα Δωδεκάνησα και από εκεί για τη Βηρυτό και τη Γαλλία, όπου εγκαταστάθηκε στη Νίκαια. Τελικά, δεν διώχθηκε για το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου 1933, αλλά για το φιλοβενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Αν και βρισκόταν μακριά από την Ελλάδα, καταδικάσθηκε σε θάνατο, μαζί με τον Βενιζέλο.

Κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, πρωτοστάτησε στη δημιουργία αντιδικτατορικής κίνησης, ενώ προσπάθησε μάταια να πείσει τη Γαλλία να αναλάβει ενεργό ρόλο στην κατάλυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έγραψε επιστολή προς την ελληνική κυβέρνηση, με την οποία την καλούσε να συνθηκολογήσει με την Ιταλία. Η επιστολή αυτή θα του κοστίσει πολιτικά τα επόμενα χρόνια.

Μετά την Απελευθέρωση και τα «Δεκεμβριανά» (1944), που προκάλεσαν την παραίτηση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Πλαστήρας διορίζεται πρωθυπουργός στις 3 Ιανουαρίου 1945, ως πρόσωπο ευρείας αποδοχής. Στην κυβέρνησή του συμμετέχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις εκτός των κομμουνιστών. Επί της πρωθυπουργίας του υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945), βάσει της οποίας οι κομμουνιστές και το ΕΑΜ θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η δημοσίευση στον Τύπο τής προ πενταετίας επιστολής του που ζητούσε συνθηκολόγηση με την Ιταλία κατά τη διάρκεια του ελλληνοϊταλικού πολέμου, προκάλεσε την παραίτησή του στις 10 Απριλίου 1945.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου παρέμεινε εκτός πολιτικής σκηνής. Κατήγγειλε τόσο την Αριστερά, όσο και τη Δεξιά, για τις μεθοδεύσεις τους που οδήγησαν στον αδελφοκτόνο σπαραγμό. Πρώτος αυτός από τους αστούς πολιτικούς τόλμησε να χρησιμοποιήσει την έκφραση «Εμφύλιος Πόλεμος», αντί του καθιερωμένου τότε όρου «Συμμοριτοπόλεμος».

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου εμφανίσθηκε ως σημαιοφόρος της λήθης και της συμφιλίωσης. Στις 14 Ιανουαρίου 1950 ιδρύει την ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέντρου) μαζί με τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Στις εκλογές τις 5ης Μαρτίου 1950 κέρδισε το 16,4% των ψήφων και 45 έδρες, ελθούσα τρίτο κόμμα, μετά το Λαϊκό Κόμμα και το Φιλελεύθερο. Στις 15 Απριλίου σχηματίζει κυβέρνηση συνασπισμού με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία θα έχει ζωή μόλις πέντε μηνών. Πρόλαβε, όμως, να πάρει μέτρα, που στόχευαν στην άμβλυνση των συνεπειών του Εμφυλίου, περιορίζοντας τις διώξεις των Αριστερών.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 η ΕΠΕΚ ήλθε δεύτερη, μετά τον Συναγερμό του Παπάγου, με το 23,5% των ψήφων και 74 έδρες. Σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ ΕΠΕΚ και Φιλελευθέρων, με πρωθυπουργό τον Πλαστήρα, που κράτησε ένα χρόνο. Παρά την πολιτική συνδιαλλαγής που ακολουθεί και παρά την αντίθεσή του κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, εκτελούνται οι Μπελογιάννης, Μπάτσης, Καλούμενος, Αργυριάδης, ενώ αρχίζει η Δίκη των Αεροπόρων. Το δεξιό παρακράτος ζει και βασιλεύει. Ο Πλαστήρας λαμβάνει μέτρα για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας με έργα υποδομής, εθνικοποιήσεις, κοινωνικές παροχές, διανομή γης στους ακτήμονες και ψήφο στις γυναίκες.

Στις 16 Νοεμβρίου 1952 προκηρύσσονται νέες εκλογές, στις οποίες κυριαρχεί ο νικητής του Εμφυλίου, στρατάρχης Παπάγος και το κόμμα του «Ελληνικός Συναγερμός». Η έκκληση του Πλαστήρα προς την Αριστερά για συστράτευση πέφτει στο κενό. «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας, ούλοι οι σκύλοι μια γενιά» είναι η απάντηση των κομμουνιστών. Η ΕΠΕΚ ηττάται κατά κράτος και στις 3 Μαΐου 1953 διασπάται. Ο Νικόλαος Πλαστήρας, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, δεν εξελέγη ούτε βουλευτής. Η πολιτική του καριέρα θα λάβει τέλος, όπως και η ζωή του λίγους μήνες αργότερα. Θα αφήσει τη τελευταία του πνοή στις 26 Ιουλίου 1953, εξαιτίας ενός νέου βαρύτατου καρδιακού εμφράγματος.

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Σοφοκλής Βενιζέλος
1894 – 1964

Δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου, γεννήθηκε στα Χανιά στις 3 Νοεμβρίου 1894. Μετά την περάτωση των γυμνασιακών του σπουδών, το 1911, εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Παραιτηθείς του στρατεύματος, εξελέγη βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920.

Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποχώρησε από την Ελλάδα, τον ακολούθησε στη Νίκαια της Γαλλίας. Μετά την επάνοδό του το 1922 επανήλθε στο στράτευμα και διορίσθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στο Παρίσι, όπου παρέμεινε επί οκταετία, αποστρατευθείς με τον βαθμό του Συνταγματάρχη. Το 1936, μετά το θάνατο του Εθνάρχη, εξελέγη στη διοικούσα επιτροπή του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Στον πόλεμο του 1940 ζήτησε να καταταγεί, όμως, η αίτησή του δεν έγινε δεκτή. Στις 7 Μαΐου 1943 ανέλαβε το Υπουργείο Ναυτικού στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού στην Αίγυπτο. Μετά την παραίτηση Τσουδερού ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 10 Απριλίου 1944 κι αφού κατέστειλε εντός τριημέρου το κίνημα του Ναυτικού, παραιτήθηκε στις 26 Απριλίου του ιδίου χρόνου για να σχηματισθεί η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην οποία παρέμεινε ως αντιπρόεδρος ως τον Αύγουστο του 1944.

Μετά την απελευθέρωση επανήλθε στην Ελλάδα και στις 30 Αυγούστου του 1945 ανακηρύχθηκε υπαρχηγός των Φιλελευθέρων, με αρχηγό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Τον Φεβρουάριο του 1946 το Κόμμα των Φιλελευθέρων διασπάται και ο Σοφοκλής Βενιζέλος ηγείται του Κόμματος των Βενιζελικών Φιλελευθέρων, ενώ στις πρώτες μετακατοχικές εκλογές, ένα μήνα αργότερα, κατέβηκε ως υποψήφιος με τον κόμμα ΕΠΕ (Εθνική Πολιτική Ένωσις), μαζί με τους Γεώργιο Παπανδρέου και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Οι Φιλελεύθεροι επανενώνονται ένα χρόνο αργότερα και ο Σοφοκλής Βενιζέλος γίνεται υπαρχηγός και από το Νοέμβριο του 1948 αρχηγός. Από τον Αύγουστο του 1950 ως τον Οκτώβριο του 1951 σχημάτισε τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις, σε συνεργασία με τον Γεώργιο Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών.

Στην κυβέρνηση Πλαστήρα (1951 - 1952) μετείχε ως αντιπρόεδρος και αναπλήρωσε τον Πλαστήρα μετά την ασθένειά του (11 Μαρτίου 1952). Διαπραγματεύτηκε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και αποδέχθηκε τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο της Κορέας. Το 1954, μετά την εκλογική επικράτηση του στρατάρχη Παπάγου, αποσύρθηκε από την πολιτική, αλλά επανήλθε όταν ίδρυσε την Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση, διαφωνώντας με τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις εκλογές του 1956 το κόμματα του συγκέντρωσε 46 έδρες και ο ίδιος εκλέχτηκε βουλευτής Δωδεκανήσων. Το 1958 υπήρξε συνιδρυτής της Ενώσεως Κέντρου, αφού εξομάλυνε στις σχέσεις του με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Μετά το 1961 διαφώνησε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, φλέρταρε με την ΕΡΕ, αλλά γρήγορα εξομάλυνε τις σχέσεις του με τον «Γέρο της Δημοκρατίας».

Μετά την εκλογική νίκη της Ενώσεως Κέντρου γίνεται αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Δέκα μέρες πριν από τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, κατά την οποία η Ένωση Κέντρου κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, ο Σοφοκλής Βενιζέλος πέθανε από καρδιακή προσβολή πάνω στο επιβατικό πλοίο Ελλάς. Τάφηκε στο Ακρωτήρι, δίπλα στον πατέρα του.

1971
Σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο ολλανδός γεωπόνος Πάουλ Κάιπερς, πρωτοπόρος των θερμοκηπίων στην Ελλάδα. Ήταν ευρύτερα γνωστός στην Ιεράπετρα της Κρήτης ως ο «Ολλανδός».
1974
Ο δικηγόρος Αλέξανδρος Λυκουρέζος καταθέτει μήνυση κατά των πρωτεργατών της Απριλιανής Χούντας, παρέχοντας έτσι τη νομική αφορμή για την ποινική δίωξή τους.
1982
Η Άννα Βερούλη κατακτά την πρώτη θέση στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Στίβου της Αθήνας, με βολή στα 70,02 μ. Είναι το πρώτο χρυσό μετάλλιο της Ελλάδας στην ιστορία του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, που ξεκίνησε το 1934. Στο ίδιο αγώνισμα, η Σοφία Σακοράφα κατατάσσεται τρίτη.
1984
Ενοποιούνται η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων και δημιουργείται η ΕΛΑΣ.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1882
Μίλτος Μανάκης, από τους πρωτοπόρους του ελληνικού κινηματογράφου, μαζί με τον αδελφό του Γιαννάκη. (Θαν. 5/3/1964)
1919
Τζίμι «Δε Γκρικ» Σνάιντερ, (Δημήτριος Συνοδινός), ελληνοαμερικανός αθλητικός σχολιαστής και «γκουρού» του στοιχήματος. (Θαν. 21/4/1996)

Τζίμι Σνάιντερ
1918 – 1996

Ελληνοαμερικανός «γκουρού» του στοιχήματος και αθλητικός τηλεσχολιαστής.

Ο Τζίμι Σνάιντερ (Jimmy Snyder) γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1918 στην πόλη Στιούμπενβιλ του Οχάιο. Το ελληνικό του όνομα ήταν Δημήτριος Συνοδινός και η καταγωγή της οικογένειάς του από το χωριό Θολό Ποτάμι της Χίου.

Από μικρός ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Διάβαζε όλες τις εφημερίδες που έπεφταν στα χέρια του, παρακολουθούσε όλα τα αθλητικά δρώμενα της περιοχής και με τον χρόνο σχημάτισε ένα πλούσιο προσωπικό αρχείο. Γρήγορα εγκατέλειψε το σχολείο και ασχολήθηκε με το στοίχημα. Συνεργαζόταν με τοπικούς  μπούκηδες και λάμβανε στοιχήματα για αγώνες καλαθόσφαιρας και αμερικανικού ποδοσφαίρου.

Το 1948 κέρδισε 10.000 δολάρια, όταν προέβλεψε τον νικητή των αμερικανικών εκλογών, τον δημοκρατικό Χάρι Τρούμαν, που ήταν το αουτσάιντερ σε σχέση με τον ρεπουμπλικανό αντίπαλπό του Τόμας Ντιούι, που ήταν το φαβορί. Σε μία μεταγενέστερη συνέντευξή του είπε ότι ήξερε ότι ο Τρούμαν θα κέρδιζε τις εκλογές, επειδή «οι Αμερικανίδες δεν εμπιστεύονταν τους άνδρες με μουστάκι».

Τα κέρδη του τα επένδυε σε πετρελαιοπηγές και ανθρακωρυχεία, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του '50 έμεινε με «22 στεγνά πηγάδια» και σχεδόν άφραγκος. Έτσι, αναγκάστηκε να μετακομίσει με την οικογένειά του στο Λας Βέγκας, όπου ξεκίνησε μια νέα καριέρα. Δημιούργησε μία τηλεφωνική γραμμή με προγνωστικά για το στοίχημα και γρήγορα η φήμη του ξεπέρασε τα στενά σύνορα της πρωτεύουσας του τζόγου.

Το 1976 προσελήφθη στη δημοφιλή εκπομπή του CBS Τhe NFL Today και έδινε τα προγνωστικά του για το αμερικάνικο ποδόσφαιρο πριν από την έναρξη των αγώνων, φέρνοντας το στοίχημα στο σπίτι κάθε αμερικανικής οικογένειας. Ήταν γνωστός στους φίλους του αμερικανικού ποδοσφαίρου ως Jimmy The Greek.

Το 1988 απολύθηκε από το CBS, εξαιτίας ενός σχολίου, που θεωρήθηκε ρατσιστικό. Ανήμερα της επετείου της γέννησης του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (15 Ιανουαρίου), που είναι μεγάλη γιορτή για τους αφροαμερικανούς των ΗΠΑ, δήλωσε ότι οι μαύροι είναι καλύτεροι αθλητές από τους λευκούς «επειδή κατά την εποχή της δουλείας το λευκό αφεντικό τάιζε καλά τον μαύρο δούλο και τη γυναίκα του κι έτσι μπορούσαν να κάνουν ένα δυνατό μαύρο παιδί».

Προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος, καθώς οι ΗΠΑ βρίσκονταν σε προεκλογική περίοδο και όταν καταλάγιασε ο Σνάιντερ έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας για τα επόμενα χρόνια της ζωής του, γράφοντας τη στήλη του στοιχήματος σε μία εφημερίδα του Λας Βέγκας.

Ο Τζίμι “Δε Γκρικ” Σνάιντερ πέθανε στις 21Απριλίου 1996, σε ηλικία 77 ετών. Από τον γάμο του με την Τζόαν απέκτησε έξι παιδιά, τρία από τα οποία πέθαναν σε νεαρή ηλικία από κυστική ίνωση.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1901
Ανρί Τουλούζ Λοτρέκ, γάλλος ζωγράφος, που έκανε την αφίσα τέχνη. (Γεν. 24/11/1864)
1976
Μάο Τσε Τουνγκ, κινέζος κομμουνιστής ηγέτης, ιδρυτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Kίνας. (Γεν. 26/12/1893)

Μάο Τσε Τουνγκ
1893 – 1976

Κινέζος κομμουνιστής ηγέτης, με μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα («Μαοϊσμός») στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπήρξε ο ιδρυτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Kίνας το 1949 και ηγετική προσωπικότητα της χώρας μέχρι το θάνατό του το 1976.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ (Mao Zedong) γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1893, στο χωριό Σάο Σαν της επαρχίας Χουνάν. Ο πατέρας του, ένας φτωχός αγρότης, κατάφερε σιγά σιγά να πλουτίσει ως κτηματίας και έμπορος δημητριακών.

Το 1911 κατατάχθηκε σε μία μονάδα του επαναστατικού στρατού εναντίον της δυναστείας των Μαντσού, που οδήγησε στην πτώση της Αυτοκρατορικής Κίνας και την εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος. Ως φοιτητής του Πανεπιστημίου του Πεκίνου συμμετείχε στο λαϊκό ξεσηκωμό της 4ης Μαΐου 1919, που αμφισβήτησε τους ειδεχθείς όρους που επιβλήθηκαν στην Κίνα μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι. Μαζί με τους λοιπούς πρωτεργάτες του κινήματος, γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη στον δυτικό φιλελευθερισμό και ανακαλύπτει τον Μαρξ.

Το 1920 έγινε διευθυντής ενός δημοτικού σχολείου στη γενέτειρά του και νυμφεύθηκε τη δεύτερη από τις τέσσερις συζύγους του, Γιανγκ Καϊχούι, η οποία δέκα χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από τους εθνικιστές του Κουόμιντανγκ. Η πρώτη του σύζυγος, Λούο Γιζιού, πέθανε σε ηλικία μόλις 21 ετών το 1910.

Το 1921 είναι ένα από τα πρώτα μέλη του νεοϊδρυθέντος Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Μάο πλησιάζει τους αγρότες και γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι μπορούν να εξεγερθούν «σαν λαίλαπα ή σαν θύελλα». Προσαρμόζει τις αρχές του μαρξισμού στις συνθήκες ζωής των αγροτών και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘30 δημιουργεί ένα αγροτικό σοβιέτ στην επαρχία Κιανγκσί της νοτιοανατολικής Κίνας.

Στο μεταξύ, οι Εθνικιστές του Τσανγκ Κάι Σεκ κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Στις 10 Οκτωβρίου 1928 εγκαθιδρύουν επίσημα μία αναδιοργανωμένη Εθνική Κυβέρνησης της Δημοκρατίας. Οι κομμουνιστές διώκονται και ο Ερυθρός Στρατός ξεκινά την περιώνυμη «Μεγάλη Πορεία» (1934-1936) προς τη Βορειοδυτική Κίνα. Την ίδια περίοδο εκλέγεται γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το 1930 νυμφεύεται για τρίτη φορά, με τη συναγωνίστριά του Χο Τζουτσέν, επίλεκτο μέλος του Ερυθρού Στρατού. Το 1937, όταν αυτή τραυματίζεται και μεταβαίνει στη Μόσχα για θεραπεία, βρίσκει την ευκαιρία να νυμφευθεί την τέταρτη σύζυγό του, τη διάσημη ηθοποιό Τσιάνγκ Τσινγκ.

Από το 1939 έως το 1945, ο Μάο συμμετέχει στην κοινή προσπάθεια κομμουνιστών και εθνικιστών για την αποτίναξη της ιαπωνικής κατοχής. Μετά τη βραχύχρονη ανάπαυλα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυο μεγάλοι αντίπαλοι εντείνουν τον αγώνα τους για την κατάληψη της εξουσίας. Αυτή τη φορά νικητές θα είναι οι κομμουνιστές του Μάο, στους οποίους έχουν προσχωρήσει εκατομμύρια νέα μέλη από τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, κυρίως του αγροτικού. Την 1η Οκτωβρίου 1949, με το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Κίνας στα χέρια του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ο Μάο κηρύσσει στο Πεκίνο την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με πρωτεύουσα το Πεκίνο.

Ο «Κόκκινος Δράκος» της Ασίας είναι έτοιμος για τη «δημοκρατική δικτατορία του λαού». Το 1958 ο Μάο θέτει σε εφαρμογή το φιλόδοξο οικονομικό του πρόγραμμα, που το ονομάζει «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός» και το 1966 κηρύσσει την Πολιτιστική Επανάσταση, μία εκστρατεία ιδεολογικών εκκαθαρίσεων που θα διαρκέσει περίπου δέκα χρόνια. Η Κίνα αλλάζει οριστικά πρόσωπο. Την περίοδο αυτή, στο περίφημο «Κόκκινο Βιβλίο», που αποτέλεσε το Ευαγγέλιο της κινέζικης νεολαίας, συνοψίζει τις ιδεολογικές θέσεις του, επηρεάζοντας βαθιά τη μαρξιστική σκέψη της εποχής, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη.

Τη δεκαετία του ‘70 η εξουσία του επισκιάζεται από την εύθραυστη υγεία του, αλλά και την αυξανόμενη επιρροή της «Κλίκας των Τεσσάρων» με επικεφαλής την τρίτη σύζυγό του, διάσημη ηθοποιό του κινηματογράφου, Τσιάνγκ Τσινγκ. Απογοητευμένος από τις σχέσεις του με τη Σοβιετική Ένωση, την οποία κατηγορούσε για «ρεβιζιονισμό», πραγματοποιεί το παρθενικό άνοιγμά του προς την καπιταλιστική Δύση, με την υποδοχή του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ρίτσαρντ Νίξον, στο Πεκίνο, τον Φεβρουάριο του 1972.

Ο «Μεγάλος Τιμονιέρης», όπως ονόμαζαν οι συμπατριώτες του τον Μάο Τσε Τουνγκ, πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1976 στο Πεκίνο, σε ηλικία 82 ετών. Από τους τέσσερις γάμους του απέκτησε 10 παιδιά.


2003
Έντουαρτ Τέλερ, ουγγροαμερικανός φυσικός, πρωτοπόρος επιστήμονας της μοριακής φυσικής, που θεωρείται «πατέρας» της βόμβας υδρογόνου. (Γεν. 15/1/1908)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου