Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 31 Αύγ 2018
Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018

 
Ανατολή Ήλιου: 06:53 – Δύση Ήλιου: 19:57

Σαν Σήμερα...

1922
Η ελληνική και η αρμενική συνοικία της Σμύρνης καταστρέφονται από πυρκαγιά που σκόπιμα έβαλαν οι τουρκικές Αρχές της πόλης. Η 11η Μεραρχία, υπό τον Υποστράτηγο Νικόλαο Κλαδά, αφού κυκλώνεται στην περιοχή των Μουδανιών, παραδίδεται στους Τούρκους.
1923
Οι Ιταλοί βομβαρδίζουν και καταλαμβάνουν την Κέρκυρα.

Η δολοφονία Τελίνι και η Κατάληψη της Κέρκυρας από τη φασιστική Ιταλία

Ένα χρόνο μετά την άνοδό του στην εξουσία κι ενώ η χώρα μας βίωνε τα επακόλουθα της μικρασιατικής καταστροφής, ο Μπενίτο Μουσολίνι και η φασιστική Ιταλία έδειξαν το σοβινιστικό τους πρόσωπο και τις επεκτατικές τους διαθέσεις στα Βαλκάνια.

Αφορμή στάθηκε το επεισόδιο της 27ης Αυγούστου 1923 στο δρόμο Ιωαννίνων - Κακκαβιάς, κατά το οποίο βρέθηκαν δολοφονημένοι πέντε Ιταλοί, μέλη της επιτροπής για την οριστική χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου, μετά την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία το 1921. Επρόκειτο για τον στρατηγό Τελίνι, τον ταγματάρχη Κόρτι, τον λοχαγό Μπανατσίνι, τον οδηγό του αυτοκινήτου τους και ένα διερμηνέα.

Ο Μουσολίνι, που ήθελε να ενισχύσει και το γόητρό του, χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα των ανακρίσεων από τις ελληνικές αρχές, επέδωσε ρηματική διακοίνωση στην Αθήνα με τους ακόλουθους όρους:

  • Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία και τις σορούς των δολοφονηθέντων.
  • Τελετή μνημοσύνου, παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου.
  • Αίτηση συγγνώμης προς την Ιταλία.
  • Συμμετοχή ιταλού στρατιωτικού στις ανακρίσεις.
  • Καταδίκη των ενόχων σε θάνατο.
  • Καταβολή αποζημίωσης 50.000.000 λιρετών.

Την Ελλάδα εκείνη την περίοδο κυβερνούσε η Επαναστατική Επιτροπή υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία φυσικά απέρριψε τους περισσότερους όρους του τελεσιγράφου, ως απαράδεκτους. Προσφέρθηκε να βοηθήσει τις οικογένειες των θυμάτων και πρότεινε στην Ιταλία να ανατεθεί η επίλυση της διαφοράς στην Κοινωνία των Εθνών. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την ιταλική κυβέρνηση ότι οι δράστες δεν ήταν έλληνες, αλλά αλβανοί ληστές.

Στις 31 Αυγούστου, η Κοινωνία των Εθνών κάλεσε την Ελλάδα να ενεργήσει ταχύτατα για την ανεύρεση των ενόχων. Η χώρα μας από την πλευρά της ζήτησε τη σύσταση Ειδικής Επιτροπής για τη διερεύνηση του συμβάντος και τον καταλογισμό ευθυνών, αλλά και την επέκταση των ερευνών προς την Αλβανία.

Κι ενώ οι διπλωματικές προσπάθειες για την επίλυση της κρίσης βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, η Ιταλία με πολεμική επιχείρηση την ίδια μέρα κατέλαβε την Κέρκυρα, με στόλο αποτελούμενο από 25 πλοία (3 θωρηκτά, 4 καταδρομικά, 6 αντιτορπιλικά τορπιλοβόλα και υποβρύχια). Προηγήθηκε απαίτηση του αρχηγού της ιταλικής μοίρας πλοιάρχου Φοσκίνι προς τον νομάρχη της Κέρκυρας Πέτρο Ευριπαίο για την παράδοση του νησιού. Όταν ο έλληνας αξιωματούχος αρνήθηκε, οι Ιταλοί άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη της Κέρκυρας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 15 γυναικόπαιδα και να τραυματισθούν 35 άμαχοι.

Αμέσως μετά, οι ιταλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο νησί και το κατέλαβαν. Για να δείξουν τις προθέσεις τους, τοποθέτησαν ένα ξύλινο κόκορα στο Παλαιό Φρούριο, με την επιγραφή: «Όταν λαλήσει αυτός ο κόκορας, τότε οι Ιταλοί θα φύγουν από την Κέρκυρα».

Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε έντονα και προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, έχοντας με το μέρος της τη διεθνή κοινή γνώμη. Ο διεθνής οργανισμός (ο ΟΗΕ της εποχής) ανέλαβε να διευθετήσει το περιστατικό, αλλά συνάντησε την έντονη αντίδραση της Ιταλίας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών, η οποία υποχρέωσε την Ελλάδα:

  • Να καταβάλλει στην Ιταλία αποζημίωση 50.000.000 λιρετών.
  • Να τελέσει μνημόσυνο για τους δολοφονηθέντες, και
  • Να ενεργήσει ανακρίσεις για την ανεύρεση των δραστών της δολοφονίας, υπό την επίβλεψη Διεθνούς Επιτροπής.

Μόνο τότε η Ιταλία δέχθηκε να εκκενώσει την Κέρκυρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, με τον λαό να τους κατευοδώνει με ένα σαρκαστικό «Κουκουρίκου!». Παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι ένοχοι της πενταπλής δολοφονίας δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1907
Βρετανία, Ρωσία και Γαλλία δημιουργούν την Αντάντ, την Εγκάρδια Συμφιλίωση.
1933
Εγκαινιάζεται το Λαϊκό Νοσοκομείο στο Γουδή, δύναμης 300 κλινών, για την εξυπηρέτηση κυρίως των απόρων.
1990
Η Δυτική και Ανατολική Γερμανία υπογράφουν τη συνθήκη ενοποίησής τους.
1997
Σε τραγικό δυστύχημα, μέσα στο Παρίσι, σκοτώνεται η πριγκίπισσα Νταϊάνα, μαζί με τον σύντροφό της Ντόντι αλ Φαγιέτ και τον οδηγό της μοιραίας Μερσεντές, ενώ τραυματίζεται ο σωματοφύλακάς της.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
12

Καλιγούλας
12 – 41

Ο ρωμαίος αυτοκράτορας Γάιος Καίσαρ Γερμανικός, γνωστότερος ως Καλιγούλας (Caligula), γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου του 12 μ.Χ. Σε ηλικία δύο ετών έγινε η μασκότ ενός στρατοπέδου που διοικούσε ο πατέρας του. Οι χαρακτηριστικές μπότες (Καλιγούλα στα Λατινικά), οι οποίες συνόδευαν τη μικροσκοπική στολή του λεγεωνάριου που φορούσε, του χάρισαν το παρωνύμιό του.

Αυτοκράτορας στέφθηκε σε ηλικία μόλις 25 ετών κι έφερε έναν αέρα ανανέωσης. Επέτρεψε την κυκλοφορία συγγραμμάτων που είχαν απαγορευθεί κατά τις προηγούμενες βασιλείες, κατήργησε τις δίκες για εθνική προδοσία, έδωσε χάρη στους εξόριστους και βοήθησε όσους είχαν καταστραφεί οικονομικά εξαιτίας του φορολογικού συστήματος.

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ενέσκηψε μια άγνωστη ασθένεια να προστεθεί στην επιληψία που τον ταλαιπωρούσε από παιδί. Σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι προσβλήθηκε από εγκεφαλίτιδα. Ακολούθησε το 38 μ.Χ. ο θάνατος της αδελφής του Δρουσίλας, την οποία υπεραγαπούσε... ερωτικά. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να συνειδητοποιήσει το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Καλιγούλας άρχισε να ανακαλύπτει παντού εχθρούς και συνωμότες και να απαιτεί λατρεία ανατολικού τύπου. Εκατοντάδες άνθρωποι πέρασαν από τα δικαστήρια με την ασαφή κατηγορία της «ασέβειας προς τον αυτοκράτορα» και, φυσικά, θανατώνονταν αφού πρώτα δημεύονταν οι περιουσίες τους.

Τα επόμενα τρία χρόνια οργάνωνε γιορτές απίστευτης χλιδής, ανάγκαζε τους ρωμαίους ευγενείς να τον ορίζουν ως συγκληρονόμο τους, ενώ διέταξε και τη μεταφορά του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία από την Ολυμπία για να γίνει το δικό του, μετά τις απαραίτητες φυσιογνωμικές μετατροπές. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της αλόγιστης σπατάλης και της απόλυτης αλαζονείας, της παραφροσύνης, της κραιπάλης και των οργίων.

Στην εξουσία έμεινε για λιγότερο από τέσσερα χρόνια. Δολοφονήθηκε από έναν έμπιστο αξιωματικό της προσωπικής του φρουράς, στις 24 Ιανουαρίου του 41 μ.Χ., κοντά στην αρένα, ύστερα από αγώνες μονομάχων. Του άρεσε ιδιαίτερα το θέαμα της πάλης μεταξύ αναπήρων και νάνων...

1870
Μαρία Μοντεσόρι, ιταλίδα γιατρός και παιδαγωγός, που ασχολήθηκε με την καλλιέργεια της νοημοσύνης των πνευματικά καθυστερημένων παιδιών. (Θαν. 6/5/1952)

Μαρία Μοντεσόρι
1870 – 1952

Ιταλίδα γιατρός και παιδαγωγός, δημιουργός του εκπαιδευτικού συστήματος που φέρει το όνομά της. Για την εποχή του αποτέλεσε πρωτοπορία και εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε αρκετά σχολεία, τα επονομαζόμενα «μοντεσοριανά» ή «μοντεσοριανές σχολές».

H Μαρία Θέκλα Αρτεμισία Μοντεσόρι (Maria Tecla Artemisia Montessori) γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου 1870 στο Κιαραβάλε, ένα χωριό πλησίον της Αγκώνας. Ο πατέρας της Αλεσάντρο Μοντεσσόρι ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και διηύθυνε ένα κρατικό καπνεργοστάσιο και η μητέρα της Ρενίλντε Στοπάνι ήταν μία ιδιαίτερα μορφωμένη νοικοκυρά.

Η Μαρία σε ηλικία τριών ετών μετακόμισε με την οικογένειά της στη Φλωρεντία και το 1875 στη Ρώμη, λόγω της δουλειάς του πατέρα της. Τον επόμενο χρόνο πήγε στο δημοτικό σχολείο, από το οποίο αποφοίτησε το 1883 με ιδιαίτερες επιδόσεις στο μάθημα των Οικιακών. Το 1883 γράφτηκε στο Τεχνικό Σχολείο «Μικελάντζελο Μπουοναρότι», όπου διδάχτηκε ιταλικά, μαθηματικά, λογιστικά, ιστορία και γεωγραφία. Το 1886 συνέχισε τις σπουδές της στο Τεχνικό Σχολείο «Λεονάρντο Ντα Βίντσι», όπου διδάχθηκε ιταλικά, μαθηματικά, ιστορία, γεωγραφία, γεωμετρία, γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο, φυσική, χημεία, ζωολογία, φυτολογία και ξένες γλώσσες.

Αποφοίτησε το 1890 με δίπλωμα στη φυσική και τα μαθηματικά και τον ίδιο χρόνο επιχείρησε να γραφτεί στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου «Λα Σαπιέντσα» της Ρώμης, μία ασυνήθιστη επιλογή για γυναίκα της εποχής της. Δεν έγινε δεκτή αμέσως και παρακολούθησε ένα πρόγραμμα σπουδών που περιελάμβανε φυτολογία, ζωολογία, πειραματική φυσική, ιστολογία, ανατομία, χημεία, Ιταλικά και Λατινικά. Το 1893 πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και δεν μπόρεσαν να της αρνηθούν την εγγραφή της στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης.

Από την αρχή αντιμετώπισε την εχθρότητα μερίδας των συμφοιτητών της, αλλά και των καθηγητών, γρήγορα όμως τους κέρδισε με τις επιδόσεις της. Το 1896 αποφοίτησε με τις ειδικότητες του παιδιάτρου και της ψυχιάτρου, έχοντας κλινική εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών της. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε πτυχίο ιατρικής από Ιταλικό Πανεπιστήμιο. Την ίδια χρονιά διορίστηκε βοηθός στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου της Ρώμης, όπου της κίνησαν το ενδιαφέρον τα εκπαιδευτικά προβλήματα των παιδιών με νοητική καθυστέρηση. Από το 1900 έως το 1907 δίδαξε παιδαγωγική στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου κατείχε και την έδρα της ανθρωπολογίας από το 1904 έως το 1908. Στο διάστημα αυτό συνέχισε τις σπουδές της στη Φιλοσοφία, την Ψυχολογία και σε θέματα αγωγής.

Στα τέλη του 1906 προσκλήθηκε να αναλάβει την εκπαίδευση μιας ομάδας παιδιών σε μια φτωχογειτονιά της Ρώμης, το Σαν Λορέντζο. Η Μοντεσόρι το θεώρησε ως χρυσή ευκαιρία για την εφαρμογή των εκπαιδευτικών της μεθόδων σε παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη. Στις 6 Ιανουαρίου 1907 άνοιξε το πρώτο Σπίτι των Παιδιών (Casa dei Bambini). Έδινε ιδιαίτερη έμφαση στα εποπτικά διδασκαλίας δικής της εμπνεύσεως και κατασκευής για να γίνονται μέσω των αισθήσεων κατανοητά τα μαθήματα του σχολείου. Οι μαθητές μάθαιναν στην αυτοπειθαρχία μέσα από διάφορες δραστηριότητες, όπως το ξεσκόνισμα και το σκούπισμα της τάξης και την περιποίηση του κήπου.

Στην πρώτη αυτή πειραματική σχολική τάξη η Μοντεσόρι παρακολουθούσε καθημερινά τις αντιδράσεις των παιδιών, για να διαμορφώσει την εκπαιδευτική της μέθοδο, η οποία αποτυπώνεται στο βιβλίο της Η μέθοδος της επιστημονικής παιδαγωγικής (Il Metodo della Pedagogia Scientifica Applicato All' Educazione Infantile Nelle Casa Dei Bambine), που εκδόθηκε το 1909. Η Μοντεσόρι εμπνεύστηκε τη μέθοδό της από τα νηπιαγωγεία του Φρέμπελ, την ψυχολογία των αισθήσεων των Ιτάρ και Σεγκέν και τις εκπαιδευτικές θεωρίες του Πεσταλότσι.

Σύμφωνα με τη μέθοδο Μοντεσόρι, το παιδί συμμετέχει στη γνώση και με τις πέντε αισθήσεις του και εκπαιδεύεται χωρίς σχολικούς καταναγκασμούς. Διάφορα αντικείμενα το βοηθούν να κατανοήσει τις έννοιες του βάρους, τα χρώματα, τα ποσοτικά μεγέθη και τα σχήματα, ενώ διάφορες κατασκευές αξιοποιούν τη δημιουργική και καλλιτεχνική του έφεση. Η παιδαγωγός δεν επιβάλλεται ποτέ με τον φόβο ή με την ένταση της φωνής της. Ένα «μάθημα σιωπής» ασκεί στον αυτοέλεγχο και την αυτοσυγκράτηση τα παιδιά.

Το εκπαιδευτικό της σύστημα αρχίζει να αναγνωρίζεται πρώτα στην Ιταλία και στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο. Τα επόμενα σαράντα χρόνια ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλη την Ευρώπη, την Ινδία και τις ΗΠΑ, ανοίγοντας σχολεία που φέρουν το όνομά της. Το πρώτο μοντεσοριανό νηπιαγωγείο στην Ελλάδα άνοιξε το 1936 στην Αθήνα από την ελληνορωσίδα εκπαιδευτικό Μαρία Εντελστάιν-Γουδέλη (1906-1991), με τη βοήθεια του παιδαγωγού Δημήτρη Γληνού. Είναι η σημερινή Μοντεσοριανή Σχολή Αθηνών «Μαρία Γουδέλη», που εδρεύει στη Νέα Φιλοθέη.

Το 1922, η Μαρία Μοντεσόρι διορίζεται κυβερνητικός επιθεωρητής των Σχολείων στην Ιταλία, αλλά θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα της το 1934, εξαιτίας της φασιστικής διακυβέρνησης Μουσολίνι. Μετακομίζει στην Ισπανία, αλλά μετά τον Εμφύλιο και την επικράτηση της δικτατορίας του Φράνκο εγκαθίσταται στην Ολλανδία. Το 1939 μεταναστεύει στην Ινδία, όπου θα παραμείνει καθ’ όλη τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1949 επιστρέφει στην Ολλανδία, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής της. Στις 6 Μαΐου 1952, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού επεισοδίου, αφήνει την τελευταία της πνοή στην πόλη Νόρντβαικ της Δυτικής Ολλανδίας, σε ηλικία 81 ετών.

1907
Αλτιέρο Σπινέλι, ιταλός πολιτικός και υπέρμαχος της ενωμένης Ευρώπης. (Θαν. 23/5/1986)
1945
Βαν Μόρισον, ιρλανδός ρόκερ.

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1056
Θεοδώρα, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, τελευταία εκπρόσωπος της Μακεδονικής Δυναστείας. (Γεν. 981)
1847
Ιωάννης Κωλέττης, έλληνας πολιτικός, που διατέλεσε και πρωθυπουργός επί Όθωνος. (Γεν. 1777)

Ιωάννης Κωλέττης
1774 – 1847

Τα πρώτα χρόνια

Εμβληματική πολιτική προσωπικότητα των επαναστατικών και των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 1834 έως το 1835 και από το 1844 έως 1847. Ήταν ηγέτης του Γαλλικού Κόμματος, εμπνευστής της «Μεγάλης Ιδέας» και από τους πρωτεργάτες της καθιέρωσης του πελατειακού συστήματος και του ρουσφετιού στην εγχώρια πολιτική σκηνή.

Ο Ιωάννης Κωλέττης γεννήθηκε το 1774 στο Συρράκο, βλαχοχώρι της περιοχής Ιωαννίνων. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο χωριό του και στη συνέχεια στους Καλαρρύτες. Σε ηλικία 15 χρόνων εργάστηκε ως υπάλληλος σε μαγαζί τροφίμων στα Γιάννενα, αλλά ο πλούσιος θείος του Γεώργιος Τουρτούρης τον βοήθησε να σπουδάσει στη σχολή που δίδασκε ο Αθανάσιος Ψαλίδας. Κατόπιν, με την προτροπή του θείου του, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας, όπου σπούδασε ιατρική. Εκεί παρέμεινε επί περίπου επτά χρόνια και συνδέθηκε στενά με τον Θεόφιλο Καΐρη.

Στα Γιάννενα επέστρεψε το 1813 και χάρη στις γνωριμίες του διορίστηκε προσωπικός γιατρός του Μουχτάρ, γιου του Αλή πασά. Με δική του προτροπή αρραβωνιάστηκε με τη Ρούσω Πλέσσα, κόρη παλλακίδας του πασά. Ωστόσο, η σχέση τους δεν ευδοκίμησε και ο γάμος τους δεν πραγματοποιήθηκε τελικά.

Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία κι εργάστηκε για την ευόδωση των σκοπών της στην Ήπειρο. Όταν ο Αλή πασάς αποστάτησε από τον σουλτάνο το 1820, ο Κωλέττης απέφυγε να ακολουθήσει τον Μουχτάρ στο Βεράτι, με το επιχείρημα ότι θα πρέπει να μείνει πίσω για να πείσει τους Έλληνες να μην ξεσηκωθούν.

      Η δράση του κατά την Επανάσταση

      Ο Ιωάννης Κωλέττης την εποχή που υπηρετούσε ως πρεσβευτής στο Παρίσι (χαλκογραφία εποχής)

      Ο Ιωάννης Κωλέττης την εποχή που υπηρετούσε ως πρεσβευτής στο Παρίσι (χαλκογραφία εποχής)

      Λίγο μετά την έναρξη της Επανάστασης, τον Μάιο 1821, εγκατέλειψε κρυφά τα Γιάννενα και κατέφυγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Τον Ιούνιο συμμετείχε στην αποτυχημένη εξέγερση του Συρράκου και των Καλαρρυτών και όταν τα δυό χωριά καταστράφηκαν από τους άνδρες του Χουρσίτ Πασά, ο Κωλέττης κατέφυγε στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια στην Πελοπόννησο.

      Πήρε μέρος στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 - 16 Ιανουαρίου 1822) ως αντιπρόσωπος των επαναστατημένων περιοχών της Ηπείρου και εκλέχθηκε μέλος της επιτροπής για τη σύνταξη του «Προσωρινού Πολιτεύματος», του πρώτου ελληνικού συντάγματος. Στις 15 Ιανουαρίου 1822, έπειτα από απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, διορίστηκε μινίστρος (υπουργός) των Εσωτερικών.

      Ήταν η πρώτη σημαντική θέση του και το ξεκίνημα μιας σημαντικής και ταραχώδους πολιτικής σταδιοδρομίας. Παράλληλα, ανέλαβε προσωρινά το υπουργείο του Πολέμου, επειδή ο Νότης Μπότσαρης ήταν αποκλεισμένος στο Σούλι. Την περίοδο εκείνη, ο Κωλέττης συμπαρατασσόταν πολιτικά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και θα πρέπει να θεωρηθεί ένας από τους ανθρώπους του φαναριώτη πολιτικού στο υπουργικό συμβούλιο.

      Οι απεριόριστες, όμως, φιλοδοξίες του προκαλούσαν την αντίδραση ορισμένων στρατιωτικών και ιδιαίτερα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Για να μειώσει τη δημοτικότητα του Κολοκοτρώνη, τον «έπεισε» να διαλύσει την πολιορκία της Πάτρας, ενώ στη συνέχεια τον κατηγόρησε για το ίδιο πράγμα και όταν ο Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Ναύπλιο, του φέρθηκε προσβλητικά. Επίσης, θεωρείται ηθικός αυτουργός του φόνου του Αλέξη Νούτσου, πολιτικού του αντιπάλου, και του στρατιωτικού Χρήστου Παλάσκα, από άνδρες του Οδυσσέα Ανδρούτσου, τον οποίο επίσης αντιπαθούσε, εξαιτίας του αυξημένου κύρους του ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Στερεάς.

      Μετά τη Β' Εθνοσυνέλευση του Άστρους (10 Απριλίου 1823 - 30 Απριλίου 1823) διορίστηκε έπαρχος Εύβοιας. Αν και στην πραγματικότητα στάθηκε αντίθετος στο διορισμό τού Ανδρούτσου, του μόνου που ήταν τότε σε θέση να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή κατά του νησιού, ωστόσο συνέβαλε στη συγκέντρωση ικανών επαναστατικών δυνάμεων και οι Τούρκοι περιορίστηκαν στα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου.

      Κατά τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο (1823-1824) ήταν στο πλευρό της κυβέρνησης του Κρανιδίου, η οποία τελικά επικράτησε, φέρνοντας στην εξουσία τον Υδραίο Γεώργιο Κουντουριώτη. Η δύναμη που απέκτησε ως μέλος του Εκτελεστικού, του επέτρεψε να επεκτείνει την επιρροή του στους στρατιωτικούς, ιδιαίτερα ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας. Ανάμεσα σ’ εκείνους που προσεταιρίστηκε, περιλαμβάνονται οι Πανουργιάς και Καραϊσκάκης, καθώς και ο Θεοδωράκης Γρίβας, ενώ παράλληλα πέτυχε να διοριστεί φρούραρχος της Ακρόπολης της Αθήνας ο Γιάννης Γκούρας. Με τον τρόπο αυτό εξουδετέρωσε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, από τους κύριους αντιπάλους του, και συνετέλεσε στη στυγερή δολοφονία του ήρωα της Γραβιάς το 1825. 

      Η πολιτική του επιρροή αυξήθηκε, όταν τον Οκτώβριο 1824 ο Κουντουριώτης αποσύρθηκε στην Ύδρα και ο αντιπρόεδρος Παναγιώτης Μπότασης πέθανε. Η διαμάχη ανάμεσα στο Εκτελεστικό και το Βουλευτικό, που κατέληξε στον καταστρεπτικό δεύτερο εμφύλιο πόλεμο (1824-1825), ανέβασε τις «μετοχές» του. Με δική του υπόδειξη, το Εκτελεστικό κάλεσε ρουμελιώτικα στρατεύματα για να πολεμήσουν τους «αντικυβερνητικούς» στην Πεσλοπόννησο (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1824), και ο ίδιος ο Κωλέττης με 2.000 στρατιώτες εκστράτευσε κατά των αντιπάλων του Δεληγιανναίων στην Καρύταινα. Μετά το τέλος των εμφυλίων πολέμων, η επιρροή του Κωλέττη παγιώνεται και στηρίζεται κυρίως στους οπλαρχηγούς από τη Ρούμελη.

      Στο μεταξύ, όμως, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση (6 - 16 Απριλίου 1826) υπό το βάρος και της πτώσης του Μεσολογγίου καταργεί την κυβέρνηση Κουντουριώτη - Κωλέττη. Μη έχοντας διοικητική θέση, στρέφεται και πάλι προς τα στρατιωτικά και στις αρχές Νοεμβρίου 1826 επιχειρεί εκστρατεία στην Αταλάντη, για να αποτρέψει τις επικοινωνίες του Κιουταχή, χωρίς όμως επιτυχία. Μέχρι το τέλος του 1827, η δράση του δεν παρουσιάζει τίποτε το αξιόλογο, εκτός από μία αποτυχημένη απόπειρα αναζωπύρωσης της Επανάστασης στις Βόρειες Σποράδες.

      Η πολιτική δράση του μετά την Επανάσταση

      Ο Ιωάννης Κωλέττης αναγγέλλει την εκλογή του Όθωνα

      Ο Ιωάννης Κωλέττης αναγγέλλει την εκλογή του Όθωνα

      Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο Κωλέττης διορίστηκε έκτακτος επίτροπος των Ανατολικών Σποράδων, που περιλάμβαναν τη Σάμο, την Ικαρία, την Πάρο, την Πάτμο και την Κάλυμνο (11 Μαΐου 1828). Στις αρχές του 1829 διορίστηκε, επίσης, μέλος του «Πανελληνίου», συμβουλευτικού σώματος του κυβερνήτη. Από την έδρα του, τη Σάμο, έφυγε τον Αύγουστο 1829, όταν οι «Προστάτιδες Δυνάμεις» απέκλεισαν το νησί από την επικράτεια της νεοσύστατης Ελλάδας.

      Μετά την Δ' Εθνοσυνέλευση (11 Ιουλίου - 6 Αυγούστου 1829) διορίστηκε μέλος της Γερουσίας. Στη συνέχεια, όμως, συντάχθηκε με την αντιπολίτευση, χωρίς ωστόσο να εκτεθεί με συγκεκριμένες αντικυβερνητικές ενέργειες. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831), διορίστηκε από τη Γερουσία μέλος της Τριμελούς Διοικητικής Επιτροπής μαζί με τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, που ονομάστηκε πρόεδρος, και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, χωρίς παράλληλα να διακόψει τις επαφές του με τους αντιπολιτευόμενους της Ύδρας.

      Σύντομα, όμως, και ιδιαίτερα μετά τη σύγκληση της Ε' Εθνοσυνέλευσης (5 Δεκεμβρίου 1831 - 17 Μαρτίου 1832) στο Άργος και την εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια ως «Πρόεδρου της Ελληνικής Κυβέρνησης» (8 Δεκεμβρίου 1831), επισημοποιήθηκε η διάσταση του Κωλέττη από τη Διοικητική Επιτροπή και η ανοιχτή προσχώρησή του στη μερίδα των «συνταγματικών». Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1831 σχηματίστηκε νέα, αντίθετη με την επίσημη, Εθνοσυνέλευση στην Περαχώρα, καθώς και αντίπαλη κυβέρνηση, με κύριο εκφραστή της τον Κωλέττη.

      Τον Απρίλιο 1832 η μερίδα των «συνταγματικών» υπερίσχυσε και ο Κωλέττης επικεφαλής 1.200 ρουμελιωτών στρατιωτών μπήκε θριαμβευτικά στο Ναύπλιο, ενώ ταυτόχρονα ο Αυγουστίνος Καποδίστριας έφευγε για την Κέρκυρα. Ο Κωλέττης έγινε μέλος της Πενταμελούς και αργότερα της Επταμελούς Διοικητικής Επιτροπής, που ύστερα από πρόταση της Γερουσίας είχε συσταθεί από εκπροσώπους όλων των παρατάξεων, χωρίς αυτό να οδηγήσει και στον κατευνασμό των πολιτικών παθών.

      Στις 21 Σεπτεμβρίου 1832, έπειτα από αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες φατρίες, διορίστηκε και πάλι από τη Γερουσία μέλος της Τριμελούς - τη φορά αυτή - Διοικητικής Επιτροπής, της οποίας όμως η εξουσία περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο Ναύπλιο. Η Επιτροπή αυτή παρέμεινε, τυπικά, στην αρχή μέχρι την άφιξη του Όθωνα (Ιανουάριος 1833) και στο διάστημα αυτό διευρύνθηκε η επιρροή του κόμματός του. Το Γαλλικό Κόμμα, όπως ονομαζόταν, είχε τώρα την ανοιχτή υποστήριξη της Γαλλίας και στους κόλπους του περιλάμβανε, εκτός από τους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, και σημαντικό αριθμό μορφωμένων Ελλήνων, καθώς και προκρίτων, τόσο από την Πελοπόννησο, όσο και από τα ναυτικά νησιά.

      Η κόρη του Ι. Κωλέττη, καρπός του έρωτά του με τη μαρκησία Πουιζεράν

      Μετά την έλευση του Όθωνα, ο Κωλέττης διορίστηκε από τη Βαυαρική Αντιβασιλεία υπουργός των Ναυτικών στην κυβέρνηση του Σπυρίδωνα Τρικούπη (15 Απριλίου 1833), ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου, ανέλαβε το υπουργείο των Εσωτερικών. Για ορισμένο χρονικό διάστημα η πολιτική του Γαλλικού Κόμματος ταυτίστηκε με την Αντιβασιλεία και ο ίδιος διορίστηκε πρωθυπουργός στις 31 Μαίου 1834. Κατά της ενιαύσιας πρωθυπουργίας του, κατόρθωσε να διορίσει πολλούς οπαδούς του στον κρατικό μηχανισμό και αντιμετώπισε δυναμικά την εξέγερση της Μεσσηνίας (Αύγουστος 1834).

      Στη συνέχεια, όμως, ήλθε σε σύγκρουση με τον Άρμανσπεργκ, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από την κυβέρνηση (20 Μαΐου 1835) και να σταλεί ως πρεσβευτής στο Παρίσι (10 Αυγούστου 1835). Στη γαλλική πρωτεύουσα γνωρίστηκε με κυβερνητικά στελέχη και κυρίως με τον υπουργό Εξωτερικών και αργότερα πρωθυπουργό Φρανσουά Γκιζό. Επίσης, συνδέθηκε με τη μαρκησία Πουιζεράν, από την οποία απέκτησε μία κόρη.

      Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, ο Κωλέττης επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 25 Οκτωβρίου έγινε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Ανδρέα Μεταξά. Επίσης, εκλέχθηκε μέλος του προεδρείου της Εθνοσυνέλευσης και συμμετείχε στην επιτροπή για την κατάρτιση του σχεδίου του νέου Συντάγματος, το οποίο ο ίδιος θεωρούσε πρόωρο. Σε συνεργασία με τον Μαυροκορδάτο πέτυχε να δώσει στο τελικό σχέδιο συντηρητική μορφή, όπως στο θέμα των αυτοχθόνων - ετεροχθόνων και στο θεσμό της Γερουσίας.

      Στις 14 Ιανουαρίου 1844, σε μία μνημειώδη αγόρευσή του στη Βουλή, εξέθεσε με γλαφυρό τρόπο το νόημα της «Μεγάλης Ιδέας», σύμφωνα με την οποία τα όρια του ελληνικού κράτους όφειλαν να επεκταθούν οπωσδήποτε στα Βαλκάνια, όπου υπήρχε αλύτρωτος ελληνισμός.

      Δια την γεωγραφικήν αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης· ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται ώστε δια μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δυσιν, δια δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον. Εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης ιδέας, είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται δια να αποφασίσουν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά περί της ελληνικής φυλής.

      Οι πρώτες μετά το Σύνταγμα εκλογές, που διεξήχθησαν κατά διαστήματα από τον Μάιο έως τον Αύγουστο 1844, είχαν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης Κωλέττη (6 Αυγούστου 1844), σε συνεργασία με το Ρωσικό Κόμμα του Ανδρέα Μεταξά. Μετά την παραίτηση του τελευταίου (Ιούλιος 1845), η εξάρτησή του από τον γαλλικό παράγοντα έγινε απροκάλυπτη. Στόχος του Κωλέττη ήταν η με κάθε τρόπο διατήρηση της κυβέρνησής του στην εξουσία και όχι η επιβολή πολιτικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ο πλήρης έλεγχος του κρατικού μηχανισμού οδήγησε στην παγίωση του νεποτισμού και στην επέκταση των καταχρήσεων.

      Η μαρκησία Πουιζεράν ως μοναχή, λίγο πριν από το θάνατό της.

      Στο εκκλησιαστικό ζήτημα ενίσχυσε το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας, ενώ το ζήτημα των εθνικών γαιών παρέμεινε στάσιμο. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ακολούθησε με συνέπεια τις υποδείξεις της γαλλικής πολιτικής, στην οποία προσαρμόστηκαν και τα αλυτρωτικά του σχέδια, όπως αυτά εκφράστηκαν από το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας». Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Κωλέττης δεν αποθάρρυνε περιορισμένες κινητοποιήσεις κατά των Τούρκων, κυρίως στις μεθοριακές περιοχές.

      Από το 1846 η θέση του άρχισε να κλονίζεται από την εντεινόμενη δραστηριότητα της αντιπολίτευσης, που προκάλεσε την αποστασία πολλών από τους υποστηρικτές του, και την ισχυροποίηση της αγγλικής επιρροής στη χώρα, με αφορμή τις δόσεις του δανείου. Τα «Μουσουρικά» στις αρχές του 1847 επιδείνωσαν τις ήδη εύθραυστες ελληνοτουρκικές σχέσεις.

      Από φόβο μήπως χάσει την εύθραυστη πλειοψηφία του στη Βουλή, διέλυσε τη Βουλή στις 14 Απριλίου και προκήρυξε εκλογές. Οι εκλογές αυτές, που έγιναν μέσα σε βαρύ κλίμα βίας και καλπονοθείας, έφεραν και πάλι στην εξουσία τον Κωλέττη με μεγάλη πλειοψηφία. Η επικράτησή του στην πολιτική σκηνή ήταν αδιαμφισβήτητη. Δεν πρόλαβε να χαρεί τον θρίαμβό του, καθώς στις 31 Αυγούστου 1847 πέθανε από μακρόχρονη ασθένεια των νεφρών. Ο θάνατός του ήταν πλήγμα, τόσο για τον Όθωνα, όσο και για τη συνέχιση της γαλλικής επιρροής στην Ελλάδα, η οποία ως τότε εκφραζόταν απροκάλυπτα από τον πρεσβευτή της Γαλλίας, Θεοβάλδο Πισκατορί.

      Η παρουσία του Ιωάννη Κωλέττη στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας χαρακτηρίζεται από την πρακτική ισορροπιών ανάμεσα στις αντίρροπες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, την αποφασιστική παρουσία του ξένου παράγοντα, τη στασιμότητα στην κοινωνική εξέλιξη και τέλος την υποβάθμιση της πολιτικής ζωής στο όνομα του προσωπικού και του κομματικού οφέλους. Είναι πιθανόν να είναι ο συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», το κείμενο της οποίας δείχνει σαφή επίδραση από τη Γαλλική Επανάσταση και τις ιδέες του Διαφωτισμού.


      1867
      Σαρλ Μποντλέρ, γάλλος συμβολιστής ποιητής. (Γεν. 9/4/1821)

      πηγη: www.sansimera.gr

       
      © Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου