Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 28 Αύγ 2018
Τρίτη 28 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018Τρίτη 28 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:50 – Δύση Ήλιου: 20:01
  • Γιορτάζουν:  Δάμων, Εζεκίας

Σαν Σήμερα...

Ζυγούρης Τζαβέλλας
? – 1823

H Μάχη της Καλιακούδας

Ήρωας της Ελληνικής Επανάσταση, που «έπεσε» στη Μάχη της Καλιακούδας (28 Αυγούστου 1823). Έδρασε στην Ήπειρο και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Ο Ζυγούρης Τζαβέλλας γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν ο τριτότοκος γιος του Λάμπρου Τζαβέλλα (1745-1795), αρχηγού της ονομαστής σουλιώτικής φάρας των Τζαβελλαίων και της Μόσχως, αδελφός του Φώτου και Κίτσου Τζαβέλλα. Μετά την πτώση του Σουλίου (1803) κατέφυγε στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε ως εκατόνταρχος στον ρωσικό στρατό και παρέμεινε στο νησί ως το 1820.

Κατά την περίοδο της σύγκρουσής του με τον σουλτάνο, ο Αλή Πασάς παραχώρησε στον Ζυγούρη το αρματολίκι της Χασιάς, που το κράτησε ως τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Πολέμησε στο πλευρό του Αλή κατά των σουλτανικών στρατευμάτων και μετά τη συντριβή του Αλή (25 Ιανουαρίου 1822) και τη συνθηκολόγηση του Σουλίου (28 Ιουλίου 1822) κατήλθε στην Αιτωλοακαρνανία και μετείχε της Ελληνικής Επανάστασης. Νωρίτερα, είχε υπερασπιστεί την Κιάφα κατά την αποτυχημένη εκστρατεία του Χουρσίτ Πασά κατά των χωριών του Σουλίου (15 Μαΐου - 2 Ιουνίου 1822).

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1823, η Δυτική Στερεά Ελλάδα υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού και αντιζηλιών μεταξύ των ντόπιων οπλαρχηγών και των Σουλιωτών καπεταναίων. Η φιλαρχία και οι ραδιουργίες του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου είχαν φέρει το ελληνικό στρατόπεδο στα πρόθυρα διαίρεσης. Η προαγωγή του Μάρκου Μπότσαρη σε στρατηγό (12 Οκτωβρίου 1822) προκάλεσε την αντίδραση των Τζαβελαίων (Τζαβελαίοι και Μποτσαραίοι ανήκαν σε αντίπαλες σουλιώτικες φάρες). Έτσι, η επαναστατική κυβέρνηση αναγκάστηκε να προάγει σωρηδόν σε στρατηγούς πολλούς αγωνιστές, ανάμεσά τους και τον Ζυγούρη Τζαβέλα (12-16 Ιουνίου 1823).

Στις 14 Ιουλίου 1823, Μποτσαραίοι και οι Τζαβελλαίοι συμφιλιώθηκαν, όταν έφθασαν πληροφορίες ότι ο Μουσταή Πασάς της Σκόδρας θα εκστράτευε κατά της Δυτικής Στερεάς. Ο Ζυγούρης Τζαβέλας πολέμησε υπό τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη στη Μάχη του Κεφαλόβρυσου (8-9 Αυγούστου 1823) -περιοχή κοντά στο Καρπενήσι- και μετά τον θάνατο του ηρωικού Σουλιώτη πολέμαρχου αναγνωρίστηκε αρχηγός του ελληνικού στρατιωτικού σώματος, που θα αντιμετώπιζε και τους τουρκαλβανούς του Μουσταή Πασά στο βουνό Καλιακούδα, νότια του Καρπενησίου. Κατά τη διάρκεια μιας επιθετικής κίνησης των ανδρών του Μουσταή, οι ελληνικές δυνάμεις κυκλώθηκαν και ο Ζυγούρης Τζαβέλας προσπαθώντας να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις 28 Αυγούστου 1823.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1826
Η Μάχη του Πολυαράβου. Οι οπλαρχηγοί της Μάνης νικούν τον κύριο όγκο των δυνάμεων του Ιμπραήμ. Έτσι, η Μάνη δεν υποκύπτει πλέον στον Ιμπραήμ και μένει ελεύθερη μέχρι τέλους.

Η Μάχη του Πολυαράβου

Οι Μανιάτες νικούν τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ στην περιοχή Πολυάραβος του Ταΰγετου και αποτρέπουν για τρίτη και τελευταία φορά την κατάληψη της Μάνης από τον αιγύπτιο στρατηλάτη. Η μάχη, που κράτησε όλη την ημέρα, έγινε στις 28 Αυγούστου 1826.

Ο Ιμπραήμ, με τα την αποτυχία του να καταλάβει τη Μάνη από τα δυτικά τον Ιούνιο του 1826, στη Βέργα και τον Διρό, επιχείρησε νέα εκστρατεία από τα ανατολικά αυτή τη φορά, δύο μήνες αργότερα. Με 4.000 άνδρες κατευθύνθηκε προς την ανατολική πλευρά του Ταΰγετου, υπό τη διαρκή παρενόχληση των Ελλήνων, που προκαλούσαν φθορές στο στρατό με την τακτική του κλεφτοπολέμου.

Η αποφασιστική αναμέτρηση δόθηκε στην τοποθεσία Πολυάραβος (75 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Σπάρτης και 26 χιλιόμετρα βόρεια του Γυθείου), που βρίσκεται σε υψόμετρο 840 μέτρων στο όρος Ζίζαλι της οροσειράς του Ταΰγετου. Εκεί είχαν οχυρωθεί 2.000 Μανιάτες με αρχηγούς τον Παναγιώτη, Γεώργιο και Νικόλαο Γιατράκο, τον Ηλία Κατσάκο, τον Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και τον Ηλία Τσαλαφατίνο.

Ο Ιμπραήμ εξαπέλυσε ορμητικά κύματα επιθέσεων κατά των Ελλήνων, οι οποίοι όχι μόνο τις απέκρουσαν με επιτυχία, αλλά, κατά τη διάρκεια της ημέρας, πέρασαν στην αντεπίθεση, προξενώντας βαριές απώλειες στον εχθρό, που άφησε 200 νεκρούς στο πεδίο μάχης. Οι Μανιάτες είχαν μόνο 9 νεκρούς και ισάριθμους τραυματίες, σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Η τρίτη ήττα από τους Μανιάτες σε διάστημα δύο μηνών ανάγκασε τον Ιμπραήμ να παραδεχθεί την αδυναμία του να καταλάβει τη Μάνη κι έτσι πήρε το δρόμο της επιστροφής προς την Τριπολιτσά, όπου έφθασε στις αρχές Σεπτεμβρίου. Οι Μανιάτες με τη μελετημένη και γενναία τους αντίσταση κράτησαν αδούλωτη την πατρίδα τους και με το παράδειγμά τους αναπτέρωσαν το ηθικό των άλλων Ελλήνων.

Σχετικά

Την εποχή της Επανάστασης ο Πολυάραβος ονομαζόταν Πολυτσάραβος (δηλαδή τόπος με πολλά τσάρα: αφάνες, ρεϊκια). Πολυάραβος επικράτησε να ονομάζεται παρετυμολογικά, μετά την πανωλεθρία των «Αράβων» του Ιμπραήμ.

1898
Ο Κάλεμπ Μπράνταμ μετονομάζει το ανθρακούχο αναψυκτικό του από Brad’s Drink σε Pepsi-Cola.
1904
Ο Παύλος Μελάς αρχίζει τον αγώνα του κατά των κομιτατζήδων της Δυτικής Μακεδονίας.

Παύλος Μελάς
1870 – 1904

Έλληνας αξιωματικός του Στρατού, πρωτομάρτυρας και σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία, όπου ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς (1833-1897) δραστηριοποιούταν ως έμπορος. Το 1886 εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού στις 8 Αυγούστου του 1891. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη (1872-1973), κόρη του τραπεζίτη και πολιτικού Στέφανου Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον στρατιωτικό Μιχαήλ Μελά (1894-1950) και τη χημικό Ζωή Μελά - Ιωαννίδη (1898-1996).

Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής οργάνωσης, που είχε ως σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων με κάθε θυσία, και έπαιξε αρνητικό ρόλο στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Με την έκρηξη του πολέμου μάχεται στα μέτωπα της Θεσσαλίας, ως διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας. Είναι αισιόδοξος για την έκβασή του, ώστε γράφει στους γονείς του: «...Αν ο θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. ΄Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια...». Δέκα μέρες αργότερα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τον απογοητεύει και τον αηδιάζει. «Οι ηλίθιοι που φωνάζουν εναντίον του (εννοεί τον διάδοχο Κωνσταντίνο) έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου, ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός...» γράφει εκ νέου στους γονείς του.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του Στέφανος Δραγούμης, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα ΠΓΔΜ).

Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.

Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του: «...Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν». Και από τη Λάρισα συμπλήρωνε με νέο γράμμα προς την σύζυγό του, ωσάν να προαισθανόταν το τέλος του: «...Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου...».

Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρά του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω του ακέραιου και αγνού χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και του γνωστού ονόματος της οικογένειάς του, που είχε μεγάλους δεσμούς με τη Μακεδονία και την κοινωνία των Αθηνών. Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

Σχετικά

  • Τη θυσία του Παύλου Μελά ύμνησε ο Κωστής Παλαμάς («Παύλος Μελάς») και η λαϊκή μούσα.
  • Αναφορές στον Παύλο Μελά περιέχονται στο κλασικό παιδικό μυθιστόρημα της Πηνελόπη Δέλτα «Ο Μάγκας».
  • Το χωριό Στάτιστα, όπου «έπεσε» ο Παύλος Μελάς φέρει σήμερα το όνομά του.
  • Ο Δήμος Παύλου Μελά, προέκυψε από τη συνένωση των Δήμων Σταυρούπολης, Πολίχνης και Ευκαρπίας, στο πλαίσιο του προγράμματος «Καλλικράτης».

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

1963
Κατά τη διάρκεια πορείας υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μαύρων στην Ουάσιγκτον, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 200.000 άνδρες, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκφωνεί τον περίφημο λόγο του «I have a dream».

Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
1929 – 1968

Αμερικανός ιερωμένος και ηγέτης του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα του μαύρου πληθυσμού στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Το 1964 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ για την Ειρήνη.

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ο νεώτερος (Martin Luther King Jr) γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1929 στην Ατλάντα της Τζόρτζια. Ο πατέρας και ο παππούς του ήταν βαπτιστές ιεροκήρυκες. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του το οικογενειακό του περιβάλλον δεν κατόρθωσε να τον κρατήσει μακριά από τον ζόφο της λευκής μισαλλοδοξίας. Πολύ αργότερα θα μιλήσει εκτενώς για τις κουρτίνες που στοίχειωσαν τα παιδικά χρόνια του, εκείνες που χρησιμοποιούσαν στις τραπεζαρίες των τρένων για να χωρίσουν τους λευκούς από τους μαύρους. «Ήμουν πολύ μικρός όταν βίωσα την πρώτη μου εμπειρία πίσω από την κουρτίνα. Ένιωσα σαν να είχε πέσει μια κουρτίνα πάνω σε όλη μου τη ζωή».

Σε ηλικία 15 ετών, ο Μάρτιν Λούθερ άρχισε σπουδές στο Κολέγιο Μόρχαουζ της Ατλάντας, με βάση ειδικό πρόγραμμα για ταλαντούχους μαθητές. Στο τελευταίο έτος των σπουδών του εγκατέλειψε δια παντός το ενδιαφέρον του για την ιατρική και τη νομική και επέλεξε τη σταδιοδρομία του κληρικού, ύστερα από επιμονή του πατέρα του. Σπούδασε στο Θεολογικό Σεμινάριο του Κρόζερ στο Τσέοτερ της Πενσιλβανίας, απ’ όπου αποφοίτησε το 1951 με δίπλωμα θεολογίας.

Τεράστια επίδραση στην ήδη αφυπνισμένη σκέψη του άσκησε η φιλοσοφία της «πολιτικής ανυπακοής» και της «μη βίας» του Μαχάτμα Γκάντι, καθώς και οι θεωρίες των σύγχρονων προτεσταντών θεολόγων. Από το Κρόζερ βρέθηκε στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, όπου και γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Κορέτα Σκοτ. Εκεί εξάλλου εναγκαλίστηκε και μία στέρεη βάση για τις δικές του θεολογικές και ηθικές αρχές, πάνω στην οποία έχτισε και τη διδακτορική διατριβή του με τίτλο «Συγκριτική μελέτη των ιδεών περί Θεού στη σκέψη του Πάουλ Τίλιχ και του Χένρι Νέλσον Βίμαν». Ο Κινγκ αντιλαμβανόταν τον Θεό ως μία ενεργή, εμπρόσωπη οντότητα. Επομένως, γι’ αυτόν η σωτηρία του ανθρώπου δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί ούτε στην επιδίωξη κοινωνικής προόδου, ούτε στη δύναμη του λογικού, αλλά στην πίστη ότι ο άνθρωπος οδηγείται από τον Θεό.

Ήταν σχεδόν ένα χρόνο εφημέριος της εκκλησίας των Βαπτιστών της λεωφόρου Ντέξτερ στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όταν η ολιγομελής ομάδα οπαδών τού κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα της πόλης εγκαινίασε τον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων στα δημόσια λεωφορεία. Αφορμή, η σύλληψη την 1η Δεκεμβρίου 1955 της μοδίστρας Ρόζας Παρκς, η οποία αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ ένα λευκό επιβάτη, όπως όριζε η νομοθεσία φυλετικών διακρίσεων. Μαχητικοί εκπρόσωποι του ντόπιου μαύρου πληθυσμού έσπευοαν να ιδρύσουν την «Ενωση για την Πρόοδο» του Μοντγκόμερι κι εξέλεξαν ηγέτη τους τον Κινγκ.

Στη διάρκεια της παρθενικής ομιλίας του ως προέδρου της οργάνωσης επέδειξε την εξέχουσα ρητορική του δεινότητα: «Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να διαμαρτυρηθούμε. Επί πολλά χρόνια έχουμε δείξει απίστευτη υπομονή. Έχουμε δημιουργήσει μερικές φορές στους λευκούς αδελφούς μας την εντύπωση ότι μας άρεσε ο τρόπος με τον οποίο μας μεταχειρίζονταν. Ήρθαμε, όμως, εδώ για να λυτρωθούμε από την υπομονή εκείνη που μας κάνει να υπομένουμε οτιδήποτε το λιγότερο από την ελευθερία και τη δικαιοσύνη». Το αμερικανικό έθνος είχε μόλις αποκτήσει μία νέα φωνή. Ένα χρόνο αργότερα, οι μαύροι του Μοντγκόμερι είχαν αποκτήσει τη δική τους θέση στο λεωφορείο.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη ενός μαζικού μαύρου κινήματος, ο Κινγκ δημιούργησε την οργάνωση «Συνδιάσκεψη της Χριστιανικής Ηγεσίας των Πολιτειών του Νότου», εγκαινιάζοντας πλέον και επίσημα τον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων. Έχοντας εξασφαλίσει ένα ισχυρό βήμα στο Νότο, ξεκινά τις ανθρωπιστικές περιοδείες του ανά τις ΗΠΑ, συζητεί με τους μαύρους για τα πολιτικά τους δικαιώματα, ακολουθεί την πολιτική τής ενεργού μη βίας, διοργανώνοντας καθιστικές διαδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας, συναντά ξένους ηγέτες, δίνει πύρινους λόγους (εκείνο το θεόπνευστο «Έχω ένα όνειρο» στη διάρκεια μιας ειρηνικής «διαφυλετικής» συγκέντρωσης στην Ουάσιγκτον στις 28 Αυγούστου 1963 θα μείνει στην Ιστορία), διακηρύσσει ότι «έχει φθάσει η κατάλληλη στιγμή που μια συντονισμένη εξόρμηση εναντίον της αδικίας θα μπορούσε να αποφέρει μεγάλα και χειροπιαστά οφέλη».

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘60 η δημοτικότητά του φθάνει στο αποκορύφωμά της. Το 1964 του απονέμεται το Νόμπελ Ειρήνης, ενώ ψηφίζεται ο Νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων, που εξουσιοδοτεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να επιβάλλει την απάλειψη των φυλετικών διακρίσεων στους δημόσιους χώρους και να διώκει ποινικά τις διακρίσεις, τόσο στα κρατικά μέσα κοινής ωφέλειας, όσο και στην απασχόληση.

Σε λίγο, όμως, θα εμφανιστούν τα πρώτα σημεία αντιπολίτευσης στους κόλπους του μαύρου κινήματος. Η φιλοσοφία της μη βίας «σκοντάφτει» όλο και συχνότερα σε εξαγριωμένους ριζοσπάστες της λεγόμενης «Μαύρης Δύναμης», που δεν αργούν να του «κολλήοουν» και το άκρως ειρωνικό προσωνύμιο «de Lawd» («ο κ. Προσευχόμενος»). Ο Κινγκ απαντά διευρύνοντας τη βάση της οργάνωσής του: συγκροτεί ένα μέτωπο των φτωχών πληθυσμών από όλες τις φυλές, τάσσεται κατά του Πολέμου του Βιετνάμ, πολεμά πλέον «για μια ριζική αναδιάρθρωση ολόκληρης της κοινωνίας, μια επανάσταση αξιών».

Το σχέδιό του για μία «Πορεία των Φτωχών προς την Ουάσιγκτον», διακόπηκε την άνοιξη του 1968 από ένα ταξίδι του στο Μέμφις του Τενεσί για την υποστήριξη μιας απεργίας εργαζομένων στα νοσοκομεία. Στις 4 Απριλίου, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονήθηκε σε ηλικία 39 ετών από ένα λευκό ελεύθερο σκοπευτή, ενώ στεκόταν στο μπαλκόνι του μοτέλ, στο οποίο είχε καταλύσει με τους στενούς συνεργάτες του. Στις 10 Μαρτίου 1969 ο δολοφόνος του Τζέιμς Ιρλ Ρέι ομολόγησε και καταδικάστηκε σε 99 ετών ειρκτή.

1987
Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών, Κάρολου Παπούλια, αίρεται η εμπόλεμη κατάσταση της Ελλάδας με την Αλβανία.

Κάρολος Παπούλιας
1929 –         

Σοσιαλιστής πολιτικός, που διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας από το 2005 έως το 2015.

Ο Κάρολος Παπούλιας γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1929 στα Γιάννινα και ήταν γιος του υποστράτηγου Γρηγόρη Παπούλια, που πέθανε το 1936 από τις κακουχίες της Μικρασιατικής εκστρατείας. Το όνομά του Κάρολος το οφείλει στον αυστριακό σοσιαλιστή Καρλ Κάουτσκι. Ο νονός του, στρατηγός Βλάχος, επιστήθιος φίλος του πατέρα του, ήταν οπαδός του Κάουτσκι και αποφάσισε να δώσει το μικρό όνομά του στον βαφτισιμιό του.

Ο Κάρολος Παπούλιας τελείωσε το δημοτικό σχολείο Πωγωνιανής και φοίτησε στα γυμνάσια Πωγωνιανής, Ζωσιμαίας Ιωαννίνων, Παλαιού Φαλήρου και 7ο Παγκρατίου Αθηνών. Η ναζιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή του γυμνασίου Πωγωνιανής. Εντάχθηκε από τους πρώτους στην ένοπλη αντίσταση εναντίον των εισβολέων. Σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Μιλάνου και Κολωνίας, όπου και αναγορεύθηκε σε διδάκτορα Νομικής.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 τον βρήκε στη Δυτική Γερμανία. Εκεί πρωτοστάτησε στην οργάνωση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ένωσης Εξωτερικού, η οποία κινητοποίησε τους έλληνες εργαζομένους, φοιτητές και επιστήμονες της Δυτικής Ευρώπης εναντίον της χούντας των συνταγματαρχών. Υπήρξε, επίσης, ιδρυτικό μέλος της πρώτης συνδικαλιστικής αντιστασιακής οργάνωσης και ήταν ένας από τους τακτικότερους συνεργάτες της «Ντόιτσε Βέλλε».

Το 1974 επέστρεψε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ. Το 1977 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων και επανεκλεγόταν συνεχώς μέχρι τις εκλογές του 2004. Στις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου διετέλεσε Υφυπουργός και Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών (1981-1985), και Υπουργός Εξωτερικών (1985-1989 και 1993-1996). Επί Οικουμενικής Κυβέρνησης ανέλαβε Υπουργός Αναπληρωτής Εθνικής Άμυνας (1989-1990), ενώ επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη ήταν Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής (1998-2004).

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης θητείας του στο Υπουργείο Εξωτερικών διακρίθηκε για την πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική που άσκησε στο πλαίσιο των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου. Τη δεκαετία του ογδόντα πρωταγωνίστησε σε όλες τις προσπάθειες επίλυσης του μεσανατολικού ζητήματος, με κορυφαίο γεγονός την επιτυχή διαμεσολάβηση του για την ασφαλή αποχώρηση των εγκλωβισμένων μαχητών της παλαιστινιακής αντίστασης και του ίδιου του Αραφάτ με ελληνικά πλοία από την Τρίπολη του Λιβάνου (1983).

Απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία στέρεων σχέσεων με τον αραβικό κόσμο και ήταν σταθερά προσανατολισμένος στη διαρκή και επίπονη προσπάθεια εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων (Μνημόνιο Παπούλια - Γιλμάζ το 1988). Την τριετία 1993-1996 υπήρξε σημαντική η συμβολή του στην έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα στον καθοριστικό για την ένταξή της συμβούλιο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Έσσεν (10 Δεκεμβρίου 1994).

Διατήρησε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους Βαλκάνιους ηγέτες και λειτούργησε κατ' επανάληψη ως μεσολαβητής της Ε.Ε. Με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε η πρώτη διαβαλκανική διάσκεψη Υπουργών Εξωτερικών στο Βελιγράδι (1988), όπου πέτυχε την έναρξη συνομιλιών με τη Βουλγαρία και την τότε ΕΣΣΔ για τον πετρελαιαγωγό Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολης. Αποκατέστησε σχέσεις φιλίας και καλής γειτονίας με την Αλβανία, αίροντας την εμπόλεμο κατάσταση που μέχρι τότε επικρατούσε στις ελληνοαλβανικές σχέσεις (28 Αυγούστου 1987).

Ο Κάρολος Παπούλιας υποστήριξε με αμείωτο ενδιαφέρον κάθε θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της ύφεσης της ειρήνης και του αφοπλισμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η «Πρωτοβουλία των Έξι ηγετών για την ειρήνη και τον αφοπλισμό» (Αλφονσίν, Ντε Λα Μαδρίδ, Νιερέρε, Πάλμε, Γκάντι, Α. Παπανδρέου) του 1985.

Στις εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004 εξετέθη για μια ακόμη φορά υποψήφιος βουλευτής στο Νομό Ιωαννίνων, αλλά δεν εξελέγη. Στις 12 Δεκεμβρίου 2004 ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής τον πρότεινε για το ύψιστο αξίωμα της Πολιτείας. Την υποψηφιότητά του υποστήριξε και το ΠΑΣΟΚ. Στις 8 Φεβρουαρίου 2005, με 279 ψήφους επί συνόλου 300, εξελέγη Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας έως το 2010, διαδεχθείς τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Ορκίστηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 12 Μαρτίου 2005. Επανεξελέγη στις 3 Φεβρουαρίου 2010 με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ, της Ν.Δ και του ΛΑΟΣ (266 επί συνόλου 300). Στις 13 Μαρτίου 2015 έληξε η θητεία του στο ύπατο αξίωμα της χώρας με την ορκωμοσία του Προκόπη Παυλόπουλου ως νέου Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο Κάρολος Παπούλιας υπήρξε πρωταθλητής Ελλάδος στο άλμα επί κοντώ, παίκτης της εθνικής ομάδος του βόλεϊμπολ και πρόεδρος για 25 χρόνια του ιστορικού Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου (ΕΓΣ). Είναι παντρεμένος με την ψυχολόγο Μαρία Πάνου και έχει τρεις κόρες.

1995
Ένας όλμος προερχόμενος από την πλευρά των Σερβοβοσνίων πέφτει στην αγορά του Σαράγεβο και σκοτώνει 38 ανθρώπους. Είναι η αφορμή για τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς εναντίον των Σερβοβοσνίων.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1749
Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκέτε, γνωστός στην Ελλάδα και ως Ιωάννης Γείθιος, γερμανός φιλόσοφος και συγγραφέας. («Φάουστ») (Θαν. 22/3/1832)

1828
Λέων Τολστόι, ρώσος συγγραφέας. («Πόλεμος και Ειρήνη», «Άννα Καρένινα») (Θαν. 7/11/1910)
1912

Αλίκη Διπλαράκου
1912 – 2002

Καλλονή του μεσοπολέμου και η πρώτη Ελληνίδα που αναδείχθηκε «Μις Ευρώπη». Με καταγωγή από τη Μάνη, γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1912 στην Αθήνα. Ήταν μία από τις τρεις κόρες του δικηγόρου Γεωργίου Διπλαράκου και της Έλενας Νικολέση. Το πραγματικό επίθετο του πατέρα της ήταν Βαβούλης, αλλά για οικογενειακούς λόγους υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας του.

Η Αλίκη Διπλαράκου μάλλον κατά τύχη βρέθηκε υποψήφια στα καλλιστεία του 1930, που εκείνα τα δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα τύγχαναν μεγάλης επισημότητας και τα διοργάνωνε η Ένωση Συντακτών. Ένα χειμωνιάτικο κυριακάτικο απόγευμα του Γενάρη κι ενώ παρακολουθούσε με την οικογένειά της τον διαγωνισμό στο θέατρο «Ολύμπια», άκουσε ξαφνικά το όνομά της από ένα μέλος της κριτικής επιτροπής, που την κάλεσε στη σκηνή για να διαγωνισθεί. Κάποιος γνωστός της την είχε δηλώσει χωρίς η ίδια να το γνωρίζει.

Όπως δήλωσε αργότερα στους Τάιμς του Λονδίνου, όταν προσπάθησε να αρνηθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αλέξανδρος Ζαΐμης, που παρευρισκόταν στην εκδήλωση, της είπε ότι η συμμετοχή της στον διαγωνισμό ήταν εθνική υπόθεση. Η δεκαοκτάχρονη Αλίκη κέρδισε τον τίτλο της «Μις Ελλάς», αν και είχε ισχυρό ανταγωνισμό από τη θεσσαλονικιά Ρωξάνη Στεργίου, που κατέλαβε τη δεύτερη θέση. Η βασίλισσα της ομορφιάς ήταν καστανή, μεγαλομάτα, με χείλη λεπτά και καλογραμμένα, ύψος 1,68 και αδύνατη για τα μέτρα της εποχής.

Να πως περιγράφει την εμφάνισή της η «Βραδυνή» της 14ης Ιανουαρίου 1930: «...φοράει ένα γαλάζιο πενουάρ με μια γουνίτσα λευκή στο λαιμό που κυματίζει αρμονικά, σύμφωνα με τις κινήσεις του φειδίσιου κορμού, που όλο μαζί είναι ένα ποίημα. Ηγεμονικό παράστημα, χάρις και αρμονία κινήσεων, βάδισμα μεγαλοπρεπές, ελαφρότης νεράιδας. Τα δυο υπογάλανα μάτια της σπινθηροβολούν ασυνήθιστα, δείχνουν ένα πάθος ακαθόριστο, μια μελαγχολική διάθεση, που είναι αποτέλεσμα υπερβολικής αισθηματικότητας.(...) Κι έπειτα τα λεπτότατα χείλη που υπομειδιούν διαρκώς, με μια ανείπωτη γλυκύτητα.(...) Λαιμός χυτός, χέρια λεπτά, μπράτσα τορνευτά, που λεπταίνουν όσο ανεβαίνουν και απολήγουν σε λεπτότατα δάκτυλα, όπως μια μελωδία που σβήνει. Και το φινάλε, τα μακριά υπόξανθα μαλλιά, που κυματίζουν πάνω στους ώμους».

Στις 6 Φεβρουαρίου 1930 η Αλίκη Διπλαράκου εκπροσώπησε τη χώρα μας στον διαγωνισμό ομορφιάς «Μις Ευρώπη», που έγινε στο Παρίσι. Επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά, αναδείχθηκε η ομορφότερη γυναίκα της Ευρώπης για το 1930.

Η «Καθημερινή» της επομένης ανάγει τη νίκη της σε εθνικό θρίαμβο: «…Ολόκληρος η ελληνική παροικία των Παρισίων πανηγυρίζει από της χθες τον ωραίον θρίαμβον της ελληνικής καλλονής. Η εκλογή της ελληνίδος υποψηφίας ως «Μις Ευρώπη» αποτελεί το θέμα όλων των συζητήσεων, ιδίως μεταξύ των καλλιτεχνικών κύκλων, οι οποίοι αποδίδουν εις την θριαμβευτικήν νίκην της «Μις Ευρώπη» την σημασίαν αισθητικού γεγονότος, συμβολίζοντος την επάνοδον της συγχρόνου τέχνης εις τα αιώνια και άφθαστα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής παραδόσεως. Γενικώς τονίζεται ότι η χθεσινή νίκη της ωραίας Ελληνίδας αποτελεί δια την Ελλάδα, την ωραιοτέραν διαφήμισιν και πανηγυρικήν αναγνώρισιν της ελληνικής ευγενίας και συγχρόνως την λαπροτέραν εισαγωγήν εις τας προσεχείς εορτάς της Εθνικής εκατονταερτηρίδος...»

Και συνεχίζει το άρθρο, που δεν φείδεται υπερθετικών χαρακτηρισμών για την ωραία Αλίκη: «…Η Αλίκη είναι ο τέλειος τύπος μιας θρυλικής θεάς. Η κορμοστασιά της είναι συγχρόνως αθλητική και χαρίεσσα. Είναι υψηλή με μακράν καστανήν κόμη, με καθαρόν μελαχροινόν χρώμα, με μάτια καστανόμαυρα… Αναμφισβήτως η εκλεγείσα «Μις Ευρώπη» είνε ο κλασικός Ελληνικός τύπος, και η νίκη της, της οποίας ήτο αξία, της επιδαψίλευσε τα ομόθυμα χειροκροτήματα και της ελλανοδίκου επιτροπής και όλων των παρισταμένων… Η νικήσασα εις τα Ευρωπαϊκά καλλιστεία Ελληνίς συνενώνει τας λαμπράς και σοβαράς εκείνας ωραιότητας αι οποίαι την κάμνουν ένα ζωντανόν άγαλμα ελθόν θα έλεγέ τις εις τον κόσμον δια να αναστήση τον αιώνα του Φειδίου… Η δις Διπλαράκου συνδυάζει μόρφωσιν, ευφυϊαν και ωραιότητα, προ πάντων θεσπεσίαν ωραιότητα».

Η επιτυχία της πανηγυρίστηκε δεόντως και στην Αθήνα. Χιλιάδες κόσμου συνωστίσθηκαν στην οδό Ερμού στις 9 Ιουνίου για να την επευφημήσουν και να τη θαυμάσουν από κοντά. Επόμενος σταθμός για την ωραία Αλίκη το Ρίο Ντε Ζανέιρο, όπου έλαβε μέρος στις 13 Οκτωβρίου 1930 στον διαγωνισμό για την ανάδειξη της «Μις Υφήλιος». Τα πήγε πολύ καλά και αναδείχθηκε δεύτερη μετά τη «Μις Βραζιλία» Γιολάντα Περέιρα, που κατέκτησε τον τίτλο της ομορφότερης γυναίκας του κόσμου. Στη συνέχεια, αφού δοκίμασε την τύχη της για λίγο στο θέατρο, περιόδευσε στις ΗΠΑ, όπου έδωσε διαλέξεις για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι οι όμορφες δεν είναι έξυπνες. Μιλούσε, άλλωστε, με ευφράδεια Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Τη δεκαετία του '30 έγινε και πάλι πρωτοσέλιδο, όταν ντυμένη άνδρας παραβίασε το άβατο του Αγίου Όρους για να γνωρίσει την απαγορευμένη για τις γυναίκες Αθωνική Πολιτεία.

Η Αλίκη Διπλαράκου καλοπαντρεύτηκε δύο φορές. Την πρώτη φορά στις 31 Οκτωβρίου 1932 με τον γάλλο αεροπόρο και επιχειρηματία Πολ - Λουίς Βεγιέρ, με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί, τον Πολ Ανίκ (1933-1998). Ο δεύτερος γάμος της έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 1945 με τον άγγλο σερ Τζον Ράσελ, απόγονο του 6ου Δούκα του Μπέντφορντ. Η ελληνίδα καλλονή, που έλαβε τον τίτλο της Λαίδης, απέκτησε μαζί του δύο παιδιά, την Τζορτζιάνα - Αλεξάνδρα (1947) και τον Αλεξάντερ Τσαρλς Τόμας (1950).

Η Αλίκη Διπλαράκου έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου 2002.


1957
Άι Γουεϊγουέι, κινέζος γλύπτης και ακτιβιστής

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1946

Γεώργιος Καφαντάρης
1873 – 1946

Ευρυτάνας πολιτικός του φιλελεύθερου χώρου, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 6 Φεβρουαρίου έως τις 12 Μαρτίου 1924.

Ο Γεώργιος Καφαντάρης γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1873 στη Φραγκίστα της Ευρυτανίας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Καφαντάρη, που διετέλεσε Δήμαρχος Αγραίων Ευρυτανίας επί 36 συνεχή χρόνια (1876-1912). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία αρχικά στο Μεσολόγγι και κατόπιν στην Αθήνα. Τις ελεύθερες ώρες του ασχολείτο με τη μελέτη της οικονομίας και μάθαινε ξένες γλώσσες.

Στην πολιτική αναμίχθηκε για πρώτη φορά το 1902 και τρία χρόνια αργότερα εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας με το κόμμα του Δημητρίου Ράλλη. Αν και συντηρητικών αρχών, αντιτάχθηκε στη Βουλή στην προσπάθεια του κράτους να επέμβει στο γλωσσικό ζήτημα με σκοπό τον περιορισμό της χρήσης της δημοτικής.

Μετά το κίνημα στο Γουδή (15 Αυγούστου 1909) και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (6 Οκτωβρίου 1910), συμπαρατάχθηκε με τα παλαιά κόμματα και δεν έλαβε μέρος στις εκλογές που διενεργήθηκαν μετά τη διάλυση της Α’ Αναθεωρητικής Βουλής (28 Νοεμβρίου 1910). Ήταν, μάλιστα, ο συντάκτης της προκήρυξης, που απευθύνθηκε στο λαό και τον καλούσε σε αποχής.

Ο Γ. Καφαντάρης κατά την έξοδό του από τη Βουλή

Η εξέλιξη, όμως, των πολιτικών πραγμάτων της χώρας τον έπεισε ότι έπρεπε να προσχωρήσει στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο έπραξε το 1911. Του ανατέθηκε τότε η θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, την οποία διατήρησε για ένα χρόνο. Το 1912 εκλέχθηκε βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και στις αγορεύσεις του στη Βουλή επέδειξε τη βαθιά γνώση του σχετικά με τα οικονομικά ζητήματα της χώρας. Ήταν ο γενικός εισηγητής του προϋπολογισμού του κράτους επί σειρά ετών και υποστήριξε τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος.

Μετά τις εκλογές της 31 Μαίου 1915, ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και όταν εξερράγη το «Κίνημα της Εθνικής Άμυνας» (1916), ακολούθησε τον Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη. Στην αποκληθείσα «Βουλή των Λαζάρων», που συγκλήθηκε μετά την επάνοδο στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου (Ιούνιος 1917), υποστήριξε στη Βουλή την ανάγκη εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Καθ’ όλη την περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» ανήκε στην κατηγορία των αδιαλλάκτων αντιπάλων του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Στις 9 Ιανουαρίου 1919 ανέλαβε το Υπουργείο Γεωργίας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και εισηγήθηκε τον νόμο 2052 της 29ης Φεβρουαρίου 1920, βάσει του οποίου αποκαταστάθηκαν οι ακτήμονες καλλιεργητές. Στις 28 Απριλίου του ίδιου χρόνου διαφώνησε με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε. Αντέδρασε στη διεξαγωγή των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και προεξόφλησε την απώλειά τους για τον Βενιζέλο, όπως και συνέβη.

Μετά την επανάσταση του 1922 έγινε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Κόμματος των Φιλελευθέρων και στην ουσία αρχηγός του. Αντιτάχθηκε στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική, καθώς και στη βίαιη μεταβολή του πολιτεύματος, προτείνοντας τη διενέργεια ελεύθερου δημοψηφίσματος.

Στην κυβέρνηση Βενιζέλου, που σχηματίστηκε μετά τον τερματισμό της επαναστατικής περιόδου και τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και πέτυχε την ψήφιση νόμων περί χορηγήσεως αμνηστίας και χάριτος, καθώς και επανέκδοσης και αποζημίωσης των εφημερίδων, την έκδοση των οποίων είχε απαγορεύσει η επανάσταση.

Αλ. Παπαναστασίου - Γ. Καφαντάρης - Ελ. Βενιζέλος

Όταν μετά από λίγο παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, ο Γεώργιος Καφαντάρης κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση στις 6 Φεβρουαρίου 1924. Έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 26 Φεβρουαρίου, αλλά στις 12 Μαρτίου 1924 παραιτήθηκε. Η παραίτησή του οφείλεται στην έλλειψη κατανόησης και συμφωνίας για το πολιτειακό και στη γενικότερη αδυναμία να ελεγχθεί το στράτευμα. Αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησής του υπήρξαν οι πρωτοβουλίες των συνταγματαρχών Βουτσινά και Λάγγουρα - με τη συνεργασία του στρατηγού Τσερούλη και την καθοδήγηση του Πάγκαλου - να πιέσουν την κυβέρνηση να ανακηρύξει αμέσως το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατία. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Γεώργιος Καφαντάρης ίδρυσε δικό του κόμμα, το Κόμμα των Προοδευτικών Φιλελευθέρων, και υποστήριξε τις μετέπειτα κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, για να επιτευχθεί έτσι η επάνοδος του στρατού στον κύριο προορισμό του και να παύσει να αναμιγνύεται στην πολιτική.

Υπήρξε πολέμιος της δικτατορίας του στρατηγού Παγκάλου και γι’ αυτό το λόγο εξορίστηκε. Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου και τη διενέργεια εκλογών από τον Γεώργιο Κονδύλη (7 Νοεμβρίου 1926), μετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση, που σχηματίστηκε υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ως Υπουργός Οικονομικών και παρέμεινε στις μετέπειτα κυβερνήσεις ευρέως και στενού συνασπισμού μέχρι την ανάληψη της κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (4 Ιουλίου 1928). Επί της υπουργίας του υπήρξε ο πρωταγωνιστής της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της δραχμής και την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Πέτυχε, ακόμη, την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και τον διακανονισμό των χρεών της Ελλάδας.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 κατήλθε ως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών Φιλελευθερων και πέτυχε να καταλάβει τρεις έδρες. Κατά την τετραετία 1928-1932 άσκησε οξεία πολεμική κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου από τα έδρανα της αντιπολίτευσης. Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 κατήλθε και πάλι ως αρχηγός του ίδιου κόμματος και πέτυχε να καταλάβει 15 έδρες. Στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (16 Ιανουάριου 1933) με τη σύμπραξη όλων των βενιζελογενών κομμάτων, ο Καφαντάρης ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο διατήρησε έως τις 5 Μαρτίου 1933, οπότε παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος και των συνεργαζόμενων με αυτό κομμάτων.

Ο Γ. Παπανδρέου, ο Αλ. Παπαναστασίου, ο Ελ. Βενιζέλος και ο Γ. Καφαντάρης.

Μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 συνελήφθη ως υποστηρικτής του. Οδηγήθηκε σε δίκη ενώπιον έκτακτου στρατοδικείου, αλλά αθωώθηκε. Μετά την πολιτειακή μεταβολή της 10ης Οκτωβρίου 1935 και την επάνοδο της βασιλείας αγωνίστηκε υπέρ της δημοκρατίας, αλλά μετά το δημοψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1935 αναγνώρισε το νέο πολίτευμα και πολιτεύθηκε εντός των πλαισίων του. Συμμετείχε στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, συμπράττοντας με τους Αλέξανδρο Παπαναστασίου και Γεώργιο Παπανδρέου στο ψηφοδέλτιο του «Δημοκρατικού Συνασπισμού», που απέσπασε 7 έδρες. Ο ίδιος εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας για τελευταία φορά.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά εξορίστηκε στη Ζάκυνθο, λόγω της ανένδοτης εμμονής του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944) παρέμεινε στην Αθήνα, δεν αναμίχθηκε στην αντίσταση, αλλά εργάστηκε για τη μελλοντική εγκαθίδρυση του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Μετά την απελευθέρωση καταπολέμησε όλες τις σχηματισθείσες βραχύβιες κυβερνήσεις. Στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη ανέλαβε την αντιπροεδρία (22 Νοεμβρίου 1945), παραιτήθηκε όμως στις 11 Φεβρουαρίου 1946, λόγω διαφωνίας του ως προς τον τρόπο διενέργειας των εκλογών της 31 Μαρτίου, τις οποίες χαρακτήρισε εκ προοιμίου ανελεύθερες και νόθες, και δεν έλαβε μέρος σε αυτές. Αντιτάχθηκε, επίσης, στην εσπευσμένη διενέργεια του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για το πολιτειακό και πρότεινε την αναβολή του για να διεξαχθεί σε ηρεμότερη ατμόσφαιρα.

Οι δηλώσεις αυτές υπήρξαν η τελευταία πολιτική πράξη του Ευρυτάνα πολιτικού. Αργά το βράδυ της 28ης Αυγούστου 1946 πέθανε ξαφνικά από βρογχίτιδα στο σπίτι του στη Φιλοθέη, σε ηλικία 73 ετών. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρί Παπαλεξοπούλου, κόρη του ναυάρχου Δημητρίου Παπαλεξόπουλου. 

Ο Γεώργιος Καφαντάρης ήταν πολιτικός με προσωπικές αρχές και πεποιθήσεις, αυστηρός, άτεγκτος και άκαμπτος. Διακρινόταν για το θυμόσοφο πνεύμα του, αλλά και τη ρητορική του ρωμαλεότητα.

Εγγονή του Γεωργίου Καφαντάρη είναι η γνωστή ηθοποιός Λίλα Καφαντάρη, που διατέλεσε βουλευτίνα του ΚΚΕ και συγγενής του η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ Χαρά Καφαντάρη.

1968
Δημήτρης Πικιώνης, έλληνας αρχιτέκτονας. Μεταξύ των έργων του, η μελέτη της διαμόρφωσης του χώρου στην Ακρόπολη και στου Φιλοπάππου. (Γεν. 1887)
1991
Αλέκος Σακελλάριος, έλληνας θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και δημοσιογράφος. (Γεν. 7/11/1913)
2011
Λεωνίδας Κύρκος, έλληνας πολιτικός, ιστορικός ηγέτης της ανανεωτικής αριστεράς. (Γεν. 12/10/1924)

Λεωνίδας Κύρκος
1924 – 2011

Έλληνας πολιτικός· ηγετική φυσιογνωμία της ανανεωτικής Αριστεράς στην Ελλάδα.

Ο Λεωνίδας Κύρκος γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης στις 12 Οκτωβρίου 1924. Ήταν γιος του εμποριολόγου και πολιτικού Μιχαήλ Κύρκου (1893-1967), ο οποίος διετέλεσε, προπολεμικά, βουλευτής και υπουργός σε πολιτικούς σχηματισμούς του φιλελεύθερου χώρου, ενώ μεταπολεμικά υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΕΔΑ.

Μεγάλωσε σ’ ένα φιλελεύθερο οικογενειακό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία επηρεάστηκε από τις κομουνιστικές ιδέες. Στρατεύθηκε νέος στο κίνημα της Αριστεράς και συμμετείχε πάντα από το χώρο αυτό σ’ όλες τις κρίσιμες ιστορικές στιγμές του έθνους.

Ο Λεωνίδας Κύρκος (αριστερά) και ο Μανώλης Γλέζος με χειροπέδες στο Στρατοδικείο

Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή, αλλά δεν κατόρθωσε να τελειώσει τις σπουδές του, εξαιτίας των επανειλημμένων πολιτικών του διώξεων. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση στις γραμμές τής σπουδάζουσας νεολαίας της ΕΠΟΝ. Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου φυλακίστηκε κατ’ επανάληψη (1946-1948) και το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο.

Μετά την αποφυλάκισή του το 1953 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, έως το 1966 ως συντάκτης της εφημερίδας «Αυγή» και διευθυντής της την περίοδο 1958-1961. Από το 1956 ανήκε στα καθοδηγητικά κλιμάκια της ΕΔΑ ως μέλος της Διοικούσας Επιτροπής. Εκλέχθηκε βουλευτής το 1961 στο Ηράκλειο και το 1963 και 1964 στην Αθήνα.

Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου συνελήφθη και κρατήθηκε σε διάφορες φυλακές για πέντε χρόνια, μέχρι το 1972. Κατά την περίοδο της δικτατορίας εκδηλώθηκε η διάσπαση του ΚΚΕ (Φεβρουάριος 1968). Ο Λεωνίδας Κύρκος τάχθηκε αμέσως με το Γραφείο Εσωτερικού και αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ-Εσωτερικού. Υπήρξε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Γραφείου από το 1ο Συνέδριο του κόμματος και γενικός γραμματέας του ΚΚΕ-Εσωτερικού από τον Ιούνιο του 1986.

Μετά τη μεταπολίτευση εκλέχθηκε βουλευτής με το ΚΚΕ-Εσωτερικού (1974, 1977, 1985) και ευρωβουλευτής του κόμματος από το 1981 έως το 1985. Από τον Απρίλιο του 1987 διετέλεσε γραμματέας της Ελληνικής Αριστεράς (ΕΑΡ), του κόμματος που προήλθε από το ΚΚΕ-Εσωτερικού και στο οποίο συμμετείχαν και άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, καθώς και νέων κινημάτων. Σημαντική, τέλος, ήταν η συμβολή του στη διαμόρφωση το 1989 του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου», του οποίου υπήρξε γραμματέας μέχρι το Μάρτιο του 1991.

Με τον Χ. Φλωράκη, στο «τιμόνι» του Συνασπισμού

Από το 1989 έως το 1993 ήταν βουλευτής με τον Συνασπισμό. Έγινε στόχος σφοδρής κριτικής από το χώρο του ΠΑΣΟΚ για τη συμμετοχή του Συνασπισμού στην κυβέρνηση Τζανετάκη, που παρέπεμψε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο.

Το 2000 προτάθηκε τιμητικά από το κόμμα του Συνασπισμού για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στην ψηφοφορία της 8ης Φεβρουαρίου έλαβε 10 ψήφους, έναντι 269 του Κωστή Στεφανόπουλου, που επανεξελέγη στο ύπατο αξίωμα της χώρας.

Στις 30 Ιουνίου 2010 με δήλωσή του υποστήριξε το νεοσύστατο κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς (ΔΗΜΑΡ). Ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Η δημιουργία του νέου κόμματος σημαίνει ανανέωση του αγώνα για ριζοσπαστικές λύσεις μέσα στο δημοκρατικό πλαίσιο, όχι φωνακλάδικη στήριξη των λαϊκών αγώνων, για τάχιστη δυνατή έξοδο από την κρίση και την ανάπτυξη. Σημαίνει νέα ορμή στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ασυμφιλίωτη πάλη κατά των φαινομένων βίας και του αριστερίστικου εξτρεμισμού, ανοιχτόχερη υιοθέτηση της σύγχρονης ατζέντας του περιβαλλοντικού και οικολογικού κινήματος.»

Εκτός από τα άρθρα του σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες έγραψε τα βιβλία: «Το Αύριο της Ελλάδας», «Ποια Αριστερά», «Λεωνίδας εκ βαθέων», «Στιγμές από την προσωπική μου διαδρομή» (3 τόμοι), «Ανατρεπτικά» και «Το αδιέξοδο βήμα του εθνικισμού».

Ο Λεωνίδας Κύρκος πέθανε στις 28 Αυγούστου 2011, σε ηλικία 86 ετών. Την πολιτική διαδρομή της οικογένειας Κύρκου συνεχίζει ο γιος του Μίλτος Κύρκος (γ. 1959), ευρωβουλευτής με «Το Ποτάμι».

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου