Loading...

Κατηγορίες

Κυριακή 17 Ιούν 2018
Κυριακή 17 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Κυριακή 17 Ιουνίου 2018Κυριακή 17 Ιουνίου 2018Κυριακή 17 Ιουνίου 2018Κυριακή 17 Ιουνίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:00 – Δύση Ήλιου: 20:51

Σαν Σήμερα...

 

  Η Ελλάδα εισέρχεται επισήμως στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η μεγαλύτερη και πιο πολύνεκρη πολεμική αναμέτρηση που γνώρισε ο κόσμος μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ξεκίνησε στις 28 Ιουλίου 1914, όταν η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας και τελείωσε με την ταπεινωτική ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της στις 11 Νοεμβρίου 1918. Ονομάστηκε Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ή Μεγάλος Πόλεμος, επειδή εξαπλώθηκε πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης και αναμίχθηκαν σ’ αυτόν όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

Τα αίτια, που οδήγησαν στην έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές συνθήκες της εποχής και στις επεκτατικές βλέψεις των διαφόρων κρατών, που αύξησαν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Ειδικότερα, η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, που προήλθε από τη ραγδαία εκβιομηχάνισή της, οδήγησε στην όξυνση του ανταγωνισμού της με την Αγγλία για την κυριαρχία στις μεγάλες αγορές του κόσμου. Ταυτόχρονα, η γαλλική πολιτική της «ρεβάνς», δηλαδή η επιθυμία της Γαλλίας να αποκαταστήσει το γόητρό της και να ανακτήσει την Αλσατία και τη Λορένη (που είχε χάσει στο Γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870 - 1871), είχε δημιουργήσει ένταση στις σχέσεις της με τη Γερμανία.

Την ίδια εποχή, η Αυστροουγγαρία βρισκόταν σε ανταγωνισμό με τη Ρωσία σχετικά με την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Τα νέα εθνικά βαλκανικά κράτη, που είχαν δημιουργηθεί μετά την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κρατούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στις διεκδικήσεις των εθνικών μειονοτήτων της Αυστροουγγαρίας και απειλούσαν την ενότητά της. Έτσι, η Αυστροουγγαρία επιθυμούσε να διατηρηθεί το στάτους - κβο των Βαλκανίων. Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, επιθυμούσε να βρει διέξοδο στη Μεσόγειο, υποστήριζε την κίνηση του πανσλαβισμού και θεωρούσε τον εαυτό της φυσικό προστάτη των ορθόδοξων λαών των Βαλκανίων, πράγματα που έβρισκαν αντίθετες τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.

Τη σπίθα του πολέμου άναψε η δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας από τον νεαρό σερβοβόσνιο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σαράγεβο της Βοσνίας στις 28 Ιουνίου 1914. Για τη δολοφονία οι Αυστριακοί θεώρησαν υπεύθυνη την κυβέρνηση της Σερβίας και της κήρυξαν τον πόλεμο στις 28 Ιουλίου 1914.

Την 1η Αυγούστου η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ρωσίας και δύο ημέρες αργότερα κατά της Γαλλίας. Στις 4 Αυγούστου η Αγγλία και στις 23 Αυγούστου η Ιαπωνία κηρύσσουν με τη σειρά τους τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, όταν αυτή εισβάλει στο Βέλγιο (4 Αυγούστου).

Με το μέρος της Γερμανίας και της Αυστρίας τάχθηκαν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, που αποτέλεσαν τις λεγόμενες «Κεντρικές Δυνάμεις». Από την άλλη πλευρά, με τους Αγγλογάλλους και τους Ρώσους συντάχθηκαν η Σερβία, το Μαυροβούνιο, το Βέλγιο, η Ιαπωνία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Ελλάδα (από το 1916 η «κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης» και από το 1917 το ενωμένο ελληνικό κράτος), η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες (από το 1917). Όλες μαζί οι δυνάμεις αυτές συγκρότησαν τον συνασπισμό, γνωστό ως «Αντάντ» (Entente=Συνεννόηση στα γαλλικά).

Στην αρχή του πολέμου, οι πιο μεγάλες μάχες έγιναν στη Γαλλία και το Βέλγιο («Δυτικό Μέτωπο»). Οι Γερμανοί κυρίευσαν μεγάλο τμήμα των χωρών αυτών και απείλησαν το Παρίσι. Οι Γάλλοι κατόρθωσαν να οργανώσουν την άμυνά τους σ’ ένα μέτωπο 750 χλμ. από τη Βόρεια Θάλασσα ως το βορειοδυτικό άκρο της Ελβετίας, όπου έγινε ένας φοβερός πόλεμος χαρακωμάτων, που κράτησε έως το 1918.

Την περίοδο που οι Γερμανοί πολιορκούσαν το Παρίσι, τους επιτέθηκαν οι Ρώσοι και κυρίευσαν σημαντικά εδάφη της Ανατολικής Πρωσίας («Ανατολικό Μέτωπο»). Ο αρχιστράτηγος του γερμανικού στρατού φον Μόλτκε διόρισε διοικητή του στρατού της Ανατολικής Πρωσίας τον γηραιό στρατηγό Χίντεμπουργκ, ο οποίος κατόρθωσε να απωθήσει τους Ρώσους, νικώντας τους στις μάχες του Τάνεμπεργκ (26-31 Αυγούστου 1914) και των Μαζουριανών Λιμνών (9-14 Σεπτεμβρίου).

Οι Ρώσοι με νέες δυνάμεις οργάνωσαν την άμυνα τους στη γραμμή από την Ανατολική Πρωσία ως τα Καρπάθια (900 χλμ.) και ο πόλεμος αυτός έγινε αγώνας χαρακωμάτων. Τον Μάιο του 1915 οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού έχασαν πολύ στρατό.

Τον Οκτώβριο του 1915, η «Αντάντ» κήρυξε τον πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσπαθώντας να βοηθήσει τους Ρώσους. Ο συμμαχικός στόλος με βάση τη Λήμνο επιχείρησε να περάσει τα στενά των Δαρδανελλίων, αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί οι Τούρκοι τους απώθησαν. Απόπειρα να εισχωρήσουν από την ξηρά με απόβαση στη χερσόνησο της Καλλίπολης, επίσης, απέτυχε. Οι Σύμμαχοι αναζητούσαν βάση για το στόλο και το στρατό τους στο Αιγαίο και χωρίς την άδεια της Ελλάδας, που τηρούσε ουδετερότητα, αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη (2 Οκτωβρίου 1915). Οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία κι έτσι δημιουργήθηκε το «Βαλκανικό Μέτωπο».

Η παρουσία των συμμαχικών στρατευμάτων της «Αντάντ» στη Θεσσαλονίκη προκάλεσε αναστάτωση στην Ελλάδα, γιατί άλλα κόμματα είχαν φιλικές διαθέσεις προς τους συμμάχους και άλλα ήταν αντίθετα. Όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Σερβία, ο ελληνικός στρατός δεν έσπευσε να βοηθήσει τους παλιούς του συμμάχους Σέρβους. Αυτό εξερέθισε τους Συμμάχους, που έριξαν την ευθύνη στο φιλογερμανό βασιλιά Κωνσταντίνο. Την άνοιξη του 1916 οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία κι έκαναν φοβερές σφαγές σε βάρος των Ελλήνων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος τότε έκαμε το χωριστικό κίνημα (κίνημα «Εθνικής Αμύνης»). Πήγε στη Θεσσαλονίκη και σχημάτισε φιλική κυβέρνηση προς την «Αντάντ» (26 Αυγούστου 1916). Η Ελλάδα χωρίστηκε στα δυο: Το «κράτος των Αθηνών» υπό τον βασιλιά Κωνσταντίνο υποστήριζε την ουδετερότητα και το «κράτος της Θεσσαλονίκης» υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο την έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ». Τη λύση έδωσαν οι Γάλλοι, δια του γερουσιαστή Ζονάρ, που υποχρέωσαν το βασιλιά Κωνσταντίνο να φύγει από την Ελλάδα. Έτσι, η ενωμένη Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της «Αντάντ» και στις 27 Ιουνίου 1917 κήρυξε τον πόλεμο κατά των «Κεντρικών Δυνάμεων».

Στο Δυτικό Μέτωπο, στις φονικές μάχες των χαρακωμάτων προστέθηκε το 1916 η φοβερή μάχη του Βερντέν, ανάμεσα σε Γάλλους και Γερμανούς, που κράτησε 10 μήνες (21 Φεβρουαρίου - 18 Δεκεμβρίου), με τρομακτικές απώλειες και για τους δύο αντιπάλους. Οι Σύμμαχοι, για να εξασθενήσουν τη Γερμανία, απέκλεισαν με τους στόλους τους τη Βαλτική και την Αδριατική. Οι Γερμανοί, όμως, με τα υποβρύχιά τους βύθισαν πολλά συμμαχικά πλοία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον πόλεμο για να «εξασφαλίσουν την ελευθερία των θαλασσών», όπως διακήρυξε ο αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον και βαθμηδόν η πλάστιγγα του πολέμου άρχισε να γέρνει προς τη μεριά της «Αντάντ».

Τον Μάρτιο του 1917 (Φεβρουάριο με το παλαιό ημερολόγιο) ξέσπασε επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β' και ανακηρύχτηκε δημοκρατία με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη πολιτικό Αλεξάντρ Κερένσκι. Ο ρωσικός στρατός συνέχισε να μάχεται στο ανατολικό μέτωπο, αλλά χωρίς ηθικό. Στις 24 Οκτωβρίου 1917, οι μπολσεβίκοι του Λένιν ανέτρεψαν τον Κερένσκι και ανέλαβαν την εξουσία, εγκαθιστώντας σταδιακά κομμουνιστικό καθεστώς στην αχανή χώρα («Οκτωβριανή Επανάσταση»). Το νέο καθεστώς υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία στις 3 Μαρτίου 1918 («Συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ») και η Ρωσία εξήλθε του πολέμου.

Παρά την απώλεια της Ρωσίας, η κατάσταση δεν άλλαξε δραματικά και το πάνω χέρι στον πόλεμο εξακολουθούσε να το έχει η «Αντάντ». Οι μεγάλες γερμανικές επιθέσεις στο «Δυτικό Μέτωπο» (μάχες Σεμέν Ντε Νταμ και Μάρνη) αποκρούστηκαν από τις γαλλοαμερικανικές δυνάμεις. Οι Άγγλοι νίκησαν τους Τούρκους στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία, όπως και ο ελληνικός στρατός τους Βούλγαρους στο Σκρα (17 Μαΐου 1918). Μεγάλες ήταν και οι επιτυχίες των Ιταλών κατά των Αυστριακών.

Οι Γερμανοί άρχισαν να βλέπουν ότι χάνουν τον πόλεμο. Για να αποφύγουν μεγαλύτερη αιματοχυσία, επαναστάτησαν και ζήτησαν να κλείσει ανακωχή με βάση τους 14 όρους του Αμερικανού προέδρου Γουίλσον, που είχαν δημοσιοποιηθεί σταδιακά από τις 8 Ιανουαρίου έως τις 27 Σεπτεμβρίου 1918 (4 Οκτωβρίου 1918).

Στις 9 Νοεμβρίου ανακηρύσσεται στη Γερμανία δημοκρατία και την επομένη ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β' εγκαταλείπει τη χώρα. Στις 5 το απόγευμα της 11ης Νοεμβρίου 1918 υπογράφεται η παράδοση της Γερμανίας μέσα σ’ ένα βαγόνι τραίνου και στις 11 το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, που στοίχισε 16 εκατομμύρια νεκρούς και εξαφανισθέντες και 20 εκατομμύρια τραυματίες στα πεδία των μαχών, λαμβάνει τέλος. Οι συνέπειές του, όμως, θα στοιχειώνουν για πολλά χρόνια ακόμα τη Γηραιά Ήπειρο. Στις 18 Ιουνίου 1919 υπογράφτηκε η συνθήκη των Βερσαλιών, με τη συμμετοχή του Ελευθερίου Βενιζέλου, που επέβαλε επαχθείς όρους στη Γερμανία.

Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, είχε συνολικές απώλειες 27.000 ανδρών στα πεδία των μαχών (6.000 νεκρούς και αγνοούμενους και 21.000 τραυματίες). Η Ελλάδα βγήκε κερδισμένη εδαφικά από τον Μεγάλο Πόλεμο. Με την συνθήκη του Νεϊγί (27 Νοεμβρίου 1919) της αποδόθηκε η Δυτική Θράκη, ενώ με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) της παραχωρήθηκαν η Ανατολική Θράκη (μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης), τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς και η δυνατότητα εξάσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή της Σμύρνης. Στην Ιταλία δόθηκαν τα Δωδεκάνησα και το Καστελόρριζο, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία αναγνωρίστηκε η προσάρτηση της Κύπρου.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
Ο Βλαντ Γ’ ο Παλουκωτής (ο ρουμάνος ευγενής που ενέπνευσε τον μύθο του Δράκουλα) προσπαθεί να δολοφονήσει τον σουλτάνο Μεχμέτ Β’, αλλά αποτυγχάνει και αναγκάζεται να αποσυρθεί από τη Βλαχία.

Η ιστορία του Ταζ Μαχάλ

Το Ταζ Μαχάλ (Taj Mahal) βρίσκεται κοντά στην πόλη Άγκρα της βόρειας Ινδίας, στις όχθες του ποταμού Γιούμα. Κατασκευάστηκε από τον μογγόλο αυτοκράτορα Σαχ Γιαχάν Α', τον 17ο αιώνα, στη μνήμη της συζύγου του Μουμτάζ Μαχάλ (εξ ου και Ταζ Μαχάλ). Πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει ως το όγδοο θαύμα του κόσμου! Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα μνημεία και η ιστορία του είναι μία από τις πιο ρομαντικές.

Ο Γιαχάν, που βασίλεψε από το 1628 έως το 1658, παντρεύτηκε την Αριουμάντ Μπάνο Μπέγκουμ το 1612. Τη λάτρευε, γι' αυτό και την αποκαλούσε Μουμτάζ Μαχάλ (Κορόνα του Παλατιού). Η βασίλισσα τον ακολουθούσε παντού, ακόμα και στις στρατιωτικές εκστρατείες.

Στις 17 Ιουνίου του 1631, κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας στο Μπουρχανπούρ της Κεντρικής Ινδίας, η Μουμτάζ Μαχάλ πέθανε, λίγα λεπτά αφότου έφερε στον κόσμο το 14ο παιδί τους. Η τελευταία επιθυμία που εξέφρασε στο σύζυγό της ήταν να φτιάξει ένα μνημείο προς τιμήν της, τόσο λαμπρό που όμοιό του ο κόσμος δεν θα 'χε ξαναδεί. Και ο αυτοκράτορας κράτησε την υπόσχεσή του...

Οι εργασίες κατασκευής του Ταζ Μαχάλ ξεκίνησαν το 1632 και ολοκληρώθηκαν 22 χρόνια αργότερα. Για την ανέγερσή του δούλεψαν 20.000 εργάτες και δαπανήθηκαν 32 εκατομμύρια ρουπία (κατά προσέγγιση 65.000 ευρώ). Όταν ολοκληρώθηκε, ένας χρυσός φράχτης τοποθετήθηκε γύρω από το φέρετρο, το οποίο -λένε- ο αυτοκράτορας το στόλισε με πέρλες και διαμάντια. Επίσης, τοποθέτησε 2.000 φρουρούς για να το φυλάνε.

Ο Σαχ Γιαχάν σκόπευε να χτίσει άλλο ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο, στην αντίπερα όχθη του ποταμού, για να το αφιερώσει στον ίδιο του τον εαυτό. Πριν ξεκινήσει, όμως, για το δεύτερο εγχείρημά του, ο γιος του Ορανγκζέμπ κατέλαβε την εξουσία και τον φυλάκισε. Ο αυτοκράτορας πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο οχυρό της πόλης Άγκρα, κοιτώντας το Ταζ Μαχάλ και περιμένοντας τη στιγμή που θα ξανασυναντούσε την πολυαγαπημένη του σύζυγο. Μετά το θάνατό του, το 1666, ετάφη δίπλα της.

Η ιστορία του Ταζ Μαχάλ είναι μια διαχρονική ιστορία αγάπης, που εκατομμύρια άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο συρρέουν για να την ξαναζήσουν, θαυμάζοντας το μοναδικό αυτό μνημείο.


Ψηφίζεται στη Βουλή των Ελλήνων το Γ’ Ψήφισμα «Περί Εκτάκτων Μέτρων», που προβλέπει την ποινή του θανάτου «κατά των επιβουλευομένων την δημοσίαν τάξιν και την ακεραιότηταν του κράτους», δηλαδή των κομμουνιστών.

Η ιστορία του Μον Παρνές

Μον Παρνές

Μον Παρνές

Ξενοδοχειακό συγκρότημα στην Πάρνηθα με μεγάλη ιστορία, που σήμερα λειτουργεί αποκλειστικά ως καζίνο. Mont Parnes στα γαλλικά σημαίνει Βουνό Πάρνηθα και αποδίδεται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο, που ήταν και ο εμπνευστής της δημιουργίας του.

Την πενταετία 1956-1960 οι κυβερνήσεις Καραμανλή εκπόνησαν ένα πλάνο για την ανάπτυξη των τουριστικών υποδομών της χώρας και το Μον Παρνές θα λειτουργούσε ως ατμομηχανή της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας. Για την επιλογή της τοποθεσίας του νέου ξενοδοχείου κρίθηκε ότι η γειτνίασή του με την πρωτεύουσα θα εξασφάλιζε πελατεία τέτοια, που θα μπορούσε να το καταστήσει πυρήνα ενός ευρύτερου κέντρου ορεινών δραστηριοτήτων στο βουνό της Αττικής.

Το νέο ξενοδοχείο θα καταλάμβανε επιφάνεια οκτώ στρεμμάτων στη θέση Μαυροβούνι της Πάρνηθας και σε υψόμετρο 1.078 μέτρων. Περιβαλλόταν από δάσος 850 στρεμμάτων και προβλεπόταν εκτός της ξενοδοχειακής μονάδας η κατασκευή μπανγκαλόους, εστιατορίων, ενός μικρού θεάτρου και αθλητικών εγκαταστάσεων. Είχε εκτιμηθεί ότι σε πλήρη ανάπτυξη, το Μον Παρνές θα φιλοξενούσε 3.000 άτομα το καλοκαίρι και 1.500 το χειμώνα. Μια εκτίμηση που διαψεύστηκε πανηγυρικά.

Η ανάθεση της μελέτης της κυρίως ξενοδοχειακής μονάδας ανατέθηκε στον διακεκριμένο έλληνα αρχιτέκτονα Παύλο Μυλωνά (1915-2005) την άνοιξη του 1958 και στα τέλη του 1959 είχε αρχίσει ήδη να προβάλλει ο όγκος της οικοδομής. Το έργο από την πρώτη στιγμή απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές και φανατικούς πολέμιους. Οι μεν το χαρακτήριζαν «μεγαλειώδες» («ίσως η υπερμοντέρνα εξωτερική όψις του, το κάνει να μοιάζει με αεριωθούμενο έτοιμο για απογείωση» έγραψε ένας δημοσιογράφος), οι δε «έκτρωμα».

Το θέμα απέκτησε και ιδεολογική διάσταση, με την Αριστερά να κάνει λόγο «για παράδεισο των καρχαριών του πλούτου» και «παλάτι, που το 'χτισε ο Καραμανλής με το αίμα του λαού». Είναι αλήθεια ότι το έργο υπερέβη κατά πολύ το προϋπολογισμένο κόστος του και εξαιτίας των δυσκολιών κατασκευής του.

O Κ. Τσάτσος κόβει την κορδέλα των εγκαινίων

Τα εγκαίνια έγιναν στις 17 Ιουνίου 1961 με ιδιαίτερη λαμπρότητα και χλιδή. Ήταν το κοσμικό γεγονός της χρονιάς και ο αριθμός των προσκεκλημένων ξεπέρασαν τους 700. Μεταξύ αυτών, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Υπουργός Προεδρίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, που έκοψε την κορδέλα των εγκαινίων, ο αρχηγός της ελάσσονος αντιπολίτευσης Σοφοκλής Βενιζέλος, οι ακαδημαϊκοί Ηλίας Βενέζης, Σπύρος Μελάς και Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και πολλοί ξένοι επίσημοι.

Ιδιαίτερη λάμψη με την παρουσία τους έδωσαν οι διεθνούς φήμης ηθοποιοί Κουρτ Γιούργκενς, Αμεντέο Νατσάρι και Μισελίν Πρελ, ενώ το παρών έδωσαν δημοσιογράφοι από τα μεγαλύτερα έντυπα του κόσμου. Τους προσκεκλημένους διασκέδασε μέχρι πρωίας ο γαλλοαιγύπτιος τραγουδιστής Μπομπ Αζάμ, τον οποίο συνόδευε η ορχήστρα του συνθέτη Γεράσιμου Λαβράνου. Ο πολύς κόσμος το γνώρισε μέσα από τις ασπρόμαυρες ταινίες «Ο εμίρης και ο κακομοίρης» (1964) και «Υιέ μου… υιέ μου» (1965).

Τα δύσκολα για το ξενοδοχείο ξεκίνησαν από την επόμενη μέρα. Το Μον Παρνές δεν κέρδισε την εκτίμηση και την προτίμηση των πλούσιων πελατών στους οποίους κυρίως απευθύνονταν και γρήγορα έγινε βαρίδι για τον ΕΟΤ. Το 1963 το ξενοδοχείο έφθασε να έχει λιγότερους πελάτες από ότι προσωπικό. Έτσι, διακόπηκε η χειμερινή του λειτουργία από τη σεζόν 1963-1964 και άνοιγε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες ως τόπος φυγής και απομόνωσης ζευγαριών της τότε νεόπλουτης αθηναϊκής κοινωνίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στα εγκαίνια του ξενοδοχείου

Με την άνοδο της χούντας το 1967 σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στη λειτουργία του. Ο γενικός γραμματέας Τουρισμού Κωνσταντίνος Μπαλόπουλος ζήτησε από το Απόστολο Δοξιάδη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» να αναλάβει τη διαχείριση και του Μον Παρνές. Ο επιχειρηματίας διηύθυνε το ξενοδοχείο για μια θερινή περίοδο, χωρίς όμως να σημειωθεί καμιά αξιοσημείωτη αλλαγή και τότε δρομολογήθηκε η απόφαση για τη μετατροπή του σε Καζίνο. Μέχρι τότε, καζίνα στην Ελλάδα υπήρχαν μόνο σε περιοχές με μεγάλη προσέλευση τουριστών, όπως η Κέρκυρα και η Ρόδος, και λειτουργούσαν έχοντας ως πελάτες κυρίως τουρίστες, ενώ το καζίνο της Πάρνηθας θα απευθυνόταν αποκλειστικά στην αθηναϊκή κοινωνία, αποσκοπώντας να δημιουργήσει μια ντόπια πελατεία.

Το 1969 το συγκρότημα του Μον Παρνές παραχωρήθηκε στον κύπριο επιχειρηματία Φρίξο Δημητρίου, ο οποίος εκείνη την περίοδο διαπραγματευόταν με τον Αριστοτέλη Ωνάση για την αγορά του μεριδίου του στο Καζίνο του Μόντε Κάρλο και με τον Σάχη της Περσίας για τη δημιουργία Καζίνο στην Κασπία. Ο Δημητρίου παρέλαβε ένα σχεδόν εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο. Προχώρησε σε εκτεταμένες ανακατασκευές και επεμβάσεις, αλλοιώνοντας το αρχικό σχέδιο του Μυλωνά, που αποτελούσε χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού μοντερνισμού.

Η λειτουργία του καζίνο ξεκίνησε στις 5 Φεβρουαρίου του 1971 και στα εγκαίνιά του 500 αυτοκίνητα ανέβηκαν στον δρόμο της Πάρνηθας, μεταφέροντας πάνω από 2.000 Αθηναίους. Για τους τζογαδόρους της πρωτεύουσας η φράση «πάμε στο βουνό» απέκτησε νέο νόημα και σήμαινε «Πάμε στο Καζίνο». Για να εισέλθει κάποιος στον «ναό του τζόγου» χρειαζόταν η επίδειξη της φορολογικής του δήλωσης, ενώ η είσοδος ήταν απαγορευμένη για τους δημοσίους υπαλλήλους. Το 1972 η πρόσβαση στο Καζίνο έγινε ακόμη ευκολότερη με την κατασκευή και λειτουργία του τελεφερίκ, ενώ το 1974 το Μον Παρνές έπαψε να παρέχει ξενοδοχειακές υπηρεσίες και επικεντρώθηκε μόνο στη λειτουργία του καζίνο.

Με τον άνεμο της «Αλλαγής» να φυσά στην Ελλάδα, το Μον Παρνές πέρασε και πάλι στη διαχείριση του ΕΟΤ το 1984, καθώς ο όμιλος Δημητρίου κηρύχθηκε έκπτωτος. Δέκα χρόνια αργότερα, με κυβέρνηση πάλι του Ανδρέα Παπανδρέου ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για την ιδιωτικοποίησή του με το νόμο 2206/94. Το 1995 το κέντρο βάρους του τζόγου μετακινήθηκε από το βουνό στην παραλία, με την ίδρυση Καζίνο στο Λουτράκι και το Μον Παρνές έχασε την αίγλη του.

Από το 2003 το Καζίνο της Πάρνηθας περιήλθε στην αμερικανική Hyatt Regency, ενώ μεγάλο μέρος του κτιριακού συγκροτήματος κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Το 2010 το Υπουργείο Πολιτισμού ανέτρεψε την απόφαση αυτή και αποφάσισε την κατεδάφιση του ξενοδοχείου, για να κτιστεί ένα νέο στη θέση του.

Διακόπτεται στο 115ο λεπτό της παράτασης ο αγώνας Παναθηναϊκού - Ολυμπιακού για το Κύπελλο Ελλάδας. Εξαγριωμένοι φίλαθλοι και των δύο ομάδων, οι οποίοι πιστεύουν ότι ο αγώνας είναι στημένος, καταστρέφουν ολοκληρωτικά το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στην κανονική του διάρκεια ο αγώνας έληξε ισόπαλος 1-1 (Δομάζος - Νεοφώτιστος). Μετά την εξέλιξη αυτή, κυπελλούχος Ελλάδος αναδεικνύεται η ΑΕΚ άνευ αγώνος.

Γυαλιά - καρφιά η «Λεωφόρος»

Ήταν Τετάρτη 17 Ιουνίου 1964, ένα τυπικό καλοκαιριάτικο απομεσήμερο στην Αθήνα με αποπνικτική ζέστη, όταν οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι τέθηκαν αντιμέτωποι στον ένα ημιτελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Στο κατάμεστο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, ο Παναθηναϊκός έπαιζε με στόχο το νταμπλ, καθώς προερχόταν από την κατάκτηση ενός αήττητου πρωταθλήματος - μοναδικό ρεκόρ στην Α' Εθνική. Ο Ολυμπιακός επιζητούσε τη νίκη για να σώσει τη χρονιά με τη διεκδίκηση του Κυπέλλου. Ο νικητής της συνάντησης θα αντιμετώπιζε στον μεγάλο τελικό την ΑΕΚ, η οποία νωρίτερα είχε αποκλείσει τον Πιερικό με 3-1.

Όλα κύλησαν ομαλά στην κανονική διάρκεια του αγώνα, που έληξε ισόπαλος με 1-1. Ο Ολυμπιακός προηγήθηκε στο 16ο λεπτό με τον Νεοφώτιστο και ο Παναθηναϊκός ισοφάρισε στο 36ο με τον Δομάζο. Το παιχνίδι ήταν δυνατό, σκληρό και συναρπαστικό, όπως αρμόζει σ' ένα ντέρμπι. Οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι οδηγήθηκαν σε ημίωρη παράταση. Η ζέστη πρέπει να είχε επιδράσει αρνητικά στους 22 ποδοσφαιριστές, που παρέπαιαν μέσα στο γήπεδο. Οι ευκαιρίες που χάθηκαν από τους Δομάζο και Παπάζογλου ήταν παιδαριώδεις.

Οι φίλαθλοι και των δύο ομάδων θεώρησαν «σικέ» τον αγώνα, για να επαναληφθεί προς όφελος των ταμείων της ΕΠΟ, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού και άρχισαν να φωνάζουν: «Πουλημένοι», «Θα μπούμε μέσα», «Θα γίνει Περού». (Λίγες μέρες πριν, κατά τη διάρκεια του αγώνα Περού - Αργεντινής ξέσπασαν επεισόδια, όταν ο διαιτητής ακύρωσε γκολ των γηπεδούχων, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 318 φίλαθλοι).

Το σύνθημα «Θα μπούμε μέσα» ξανακούστηκε πέντε λεπτά πριν από τη λήξη της παράτασης και αυτή τη φορά δεν ήταν σχήμα λόγου. Το πλήθος όρμησε στον αγωνιστικό χώρο και τα έκανε «Γης Μαδιάμ». Κατέστρεφε και πυρπολούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του: διαφημιστικές πινακίδες, γκολπόστ, δίχτυα, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, θέσεις των επισήμων, το ιατρείο του γηπέδου και τα αποδυτήρια. Παίκτες, διαιτητές και παράγοντες εξαφανίσθηκαν και ο αγώνας διακόπηκε.

Η Αστυνομία, μπροστά στην οργή του λαού, τήρησε ψύχραιμη έως παθητική στάση κι έτσι δεν υπήρξαν θύματα. Συνέβαλε και το γεγονός ότι οι εισβολείς- οπαδοί και των δύο ομάδων είχαν τον νου τους στους βανδαλισμούς και δεν συνεπλάκησαν μεταξύ τους. Οι 1500 αστυφύλακες που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης άρχισαν να χειροκροτούν το οργισμένο πλήθος, με διαταγή του αστυνομικού διευθυντή Γεωργίου Κανελλάκη, προκειμένου να συμβάλουν στην εκτόνωση της κατάστασης.

Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο ιστορικό γήπεδο ξεπέρασαν το 1.000.000 δραχμές, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή εκείνη. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παναθηναϊκού συνεδρίασε εκτάκτως μετά τα θλιβερά γεγονότα και εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία υπογραμμιζόταν: «Ο Παναθηναϊκός αποκρούει με αγανάκτησιν τη µοµφή ότι το ματς ήτο προσυνεννοηµένο. Διαμαρτύρεται για τους βανδαλισµούς και ζητά την παραδειγµατικήν τιµωρίαν των ενόχων». Και η αντίστοιχη ανακοίνωση του Ολυμπιακού: «Ουδείς έχει το δικαίωμα να κατασπιλώνει την ιστορία του Ολυμπιακού, τους αθλητάς του και τη διοίκησή του. Αποδοκιμάζουμε τους βανδαλισμούς και εκφράζουμε τη συμπάθειά μας προς τον Παναθηναϊκόv».

Η ΕΠΟ, που επελήφθη της υποθέσεως μηδένισε και τους δύο αντιπάλους και δεν όρισε επαναληπτικό ημιτελικό. Δεν ανακήρυξε, όμως, κυπελλούχο την ΑΕΚ, που είχε προκριθεί στον τελικό, όπως ζητούσαν οι εφημερίδες και η φίλαθλη γνώμη. Απλώς τη δήλωσε ως εκπρόσωπο του ελληνικού ποδοσφαίρου στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης της προσεχούς περιόδου. Αργότερα, η αδικία άρθηκε και η ΕΠΟ αναγνώρισε την ΑΕΚ ως Κυπελλούχο Ελλάδας για το 1964.

Η Ταυτότητα του Αγώνα

  • Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός: 1-1 (1-1)
    (Διεκόπη στο 115', λόγω επεισοδίων µεγάλης έκτασης)
  • Παναθηναϊκός: Boυτσαράς, Καµάρας, Παπουλίδης, Σούρπης, Ανδρέου, Πιτυχούτης, Δοµάζος, Λουκανίδης, Κοµιανίδης, Πανάκης, Παπαεµµανουήλ.
  • Ολυμπιακός: Αυγητίδης, Πλέσσας, Στεφανάκος, Παυλίδης, Σηµαντήρης, Πολυχρονίου, Γκαϊτατζής, Βασιλείου, Σιδέρης, Παπάζογλου, Νεοφώτιστος.
  • Σκόρερς: 16' Νεοφώτιστος, 36' Δοµάζος.
  • Διαιτητής: Μάτενς (Ολλανδία).
  • Θεατές: 25.000
Θύματα άγριου ξυλοδαρμού από μέλη της Χρυσής Αυγής που είναι οπλισμένα με καδρόνια, πέφτουν οι φοιτητές Δημήτρης Κουσουρής και Ηλίας Φωτιάδης και ο αδιόριστος φιλόλογος Γιάννης Καραμπατσόλης, σε καφενείο απέναντι από τα Δικαστήρια της Ευελπίδων. Ο Κουσουρής παθαίνει βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, ενώ τα δύο άλλα θύματα κατάγματα στα χέρια. Στις 24 Ιουνίου ο Κουσουρής και ο Καραμπατσόλης θα αναγνωρίσουν ως έναν από τους δράστες του ξυλοδαρμού το μέλος της «Χρυσής Αυγής» Αντώνη Ανδρουτσόπουλο, γνωστό και ως «Περίανδρο», εναντίον του οποίου οι συνήγοροι των θυμάτων θα καταθέσουν μήνυση. Ο Ανδρουτσόπουλος θα καταδικασθεί στις 25 Σεπτεμβρίου 2006 σε 21 χρόνια κάθειρξη.
Η μεγάλη άνοδος της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ και η μεγάλη πτώση του ΚΚΕ είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα: ΝΔ 29,66% (129 έδρες), ΣΥΡΙΖΑ 26,89% (71), ΠΑΣΟΚ 12,28% (33), Ανεξάρτητοι Έλληνες 7,51% (20), Χρυσή Αυγή 6,92% (18), ΔΗΜΑΡ 6,26% (17), ΚΚΕ 4,50% (12)

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Φρανσουά Ζακόμπ, βραβευμένος με Νόμπελ γάλλος βιολόγος, ο οποίος διακρίθηκε για την έρευνά του στο γενετικό έλεγχο των ενζύμων, τους γενετικούς μηχανισμούς των μικροοργανισμών (βακτηρίων και ιών) και γενικότερα στη μοριακή βιολογία. (Θαν. 20/4/2013)
Κεν Λόουτς, βρετανός σκηνοθέτης του κινηματογράφου.
Μάρκος Παγδατής, κύπριος τενίστας.

Θάνατοι

 


μ.Χ.

Ρίτα Αμπατζή
1914 – 1969

Κορυφαία τραγουδίστρια του δημοτικού, λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, το αντίπαλο δέος της Ρόζας Εσκενάζυ. Γεννήθηκε το 1914 στη Σμύρνη και ήταν αδελφή της Σοφίας Καρύβαλη, η οποία για να κάνει καριέρα άλλαξε επώνυμο.

Η Ρίτα Αμπατζή μεγάλωσε στη Σμύρνη και το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ήρθε στην Αθήνα. Ξεκίνησε την καριέρα της με ρεμπέτικα στο Κέντρο «Πεταλούδα» στο Φάληρο. Αργότερα στράφηκε στο δημοτικό τραγούδι και για πολλά χρόνια εμφανιζόταν στην «Αράχωβα» (Πλατεία Καραϊσκάκη), ενώ ταξίδεψε και στις ΗΠΑ.

Συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες της εποχής, όπως τους Παναγιώτη Τούντα, Βαγγέλη Παπάζογλου, Κώστα Σκαρβέλη, Ιάκωβο Μοντανάρη, Σπύρο Περιστέρη, Δημήτριο Σέμση, Μάρκο Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη κ.ά.

Στη δισκογραφία μπήκε το 1931. Έκτοτε, ηχογράφησε πάνω από 400 σμυρναίικα, ρεμπέτικα και παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια. Από αυτά ξεχωρίζουν: «Το τσαγκαράκι», «Κατεργάρα», «Ο τζογαδόρος», «Χαρικλάκι», «Βρε χήρα δε λυπάσαι», «O Aσίκης», «Ο Φερετζές», «Η Ζευγολατιώτισσα», «Με ζουρνάδες με νταούλια», «Η χωριατοπούλα», «Η Αρμενίτσα», «Βαρκάρης», «Γκαρσόνα», «Ναζιάρα μου», «Αν σ' αγαπώ δε φταίω εγώ», «Μια μελαχρινή», «Για μια τσαχπίνα μερακλού», «Για μένα δε σε μέλλει», «Αμάν Αννίτσα», «Έλα καράβι πάρε με», «Άσε τα κόλπα», «Να ζήσεις αμαξά μου» κ.ά.

Μετά τον πόλεμο δεν τραγούδησε ξανά σε δίσκους. Πέθανε στις 17 Ιουνίου του 1969, στο Αιγάλεω.

Τζιανφράνκο Φερέ, ιταλός μόδιστρος. (Γεν. 15/8/1944)
Ραλφ Ντάρεντορφ, αγγλογερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός, από τους διαπρεπέστερους μεταπολεμικούς στοχαστές. (Γεν. 1/5/1929)
Σάσα Καστούρα, ελληνίδα ηθοποιός. (Γεν. 8/10/1940)

πηγη: www.sansimera.gr

 

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου