Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 05 Ιούν 2018
Τρίτη 5 Ιουνίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 5 Ιουνίου 2018Τρίτη 5 Ιουνίου 2018Τρίτη 5 Ιουνίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:01 – Δύση Ήλιου: 20:45

Σαν Σήμερα...

 

  Αρχίζει ο περιβόητος Πόλεμος των Έξι Ημερών ανάμεσα στο Ισραήλ από τη μία πλευρά, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία από την άλλη.

Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών


Με τον περιγραφικό αυτό όρο εννοούμε τον πόλεμο που ξέσπασε στις 5 Ιουνίου 1967 μεταξύ Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών χωρών (Αιγύπτου, Συρίας και Ιορδανίας). Το Ισραήλ, 19 χρόνια μετά την ίδρυσή του, πάλευε ακόμα για την ύπαρξή του, ενώ οι Άραβες επιδίωκαν την εξαφάνισή του. Οι εχθροπραξίες περατώθηκαν πέντε μέρες αργότερα, στις 10 Ιουνίου, με θρίαμβο των Ισραηλινών, που τριπλασίασαν τα εδάφη τους, κατακτώντας το Σινά, τη Λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τα Υψίπεδα του Γκολάν.

Στις αρχές του 1967, έπειτα από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας, που ακολούθησε τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1956, οι αψιμαχίες ξανάρχισαν στα σύνορα του Ισραήλ και των γειτονικών του αραβικών κρατών. Παλαιστίνιοι μαχητές πραγματοποιούσαν επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ, ενώ ο αιγύπτιος ηγέτης Νάσερ ζήτησε την απόσυρση των δυνάμεων του ΟΗΕ από το Σινά στις 18 Μαΐου και μετέφερε στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Έπειτα από 11 χρόνια, Ισραηλινοί και Αιγυπτιακοί ήρθαν και πάλι πρόσωπο με πρόσωπο.

Το κλίμα βάρυνε από την απόφαση του αιγύπτιου προέδρου Νάσερ να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό για τα ισραηλινά πλοία στις 22 Μαΐου. Οκτώ μέρες αργότερα, Αίγυπτος και Ιορδανία υπέγραψαν σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας, που θορύβησε τους Ισραηλινούς, καθώς οι αραβικές δυνάμεις βρίσκονταν σε απόσταση 17 χιλιομέτρων από τη Μεσόγειο. Αυτό σήμαινε ότι μια καλά οργανωμένη επίθεση κατά του Ισραήλ θα μπορούσε να αποκόψει τη χώρα στα δύο. Στις 4 Ιουνίου στη συμμαχία Αιγύπτου, Ιορδανίας και Συρίας προστέθηκε και το Ιράκ. ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση κατάλαβαν πλέον ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και συνέστησαν αυτοσυγκράτηση.

Τα εδάφη του Ισραήλ μετά τον πόλεμο

Αυτό δεν εμπόδισε το Ισραήλ να χτυπήσει πρώτο τον πιο ισχυρό κρίκο της συμμαχίας, την Αίγυπτο. Στις 7:45 το πρωί της 5ης Ιουνίου 1967, όλα τα διαθέσιμα αεροπορία του Ισραήλ (197 τον αριθμό) «σηκώθηκαν» και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σε 19 αιγυπτιακά αεροδρόμια, καταστρέφοντας μέσα σε τρεις ώρες σχεδόν όλη την αεροπορία της Αιγύπτου, που αριθμούσε 400 αεροπλάνα. Οι Ισραηλινοί, με απώλειες μόνο 19 αεροσκαφών, σημείωσαν ένα απροσδόκητο θρίαμβο, που δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε και ο πιο αισιόδοξος στρατιωτικός τους. Παράλληλα, με συνεχείς αεροπορικές επιδρομές την ίδια μέρα προκάλεσαν ανεπανόρθωτες καταστροφές στις αεροπορίες των λοιπών συμμάχων των Αιγυπτίων. Η απόλυτη υπεροχή του Ισραήλ στον αέρα υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στην εύκολη και γρήγορη επικράτησή του.

Την ίδια ώρα, οι ισραηλινές χερσαίες δυνάμεις εξαπέλυαν επίθεση εναντίον των αιγυπτιακών στο Σινά και τη Λωρίδα της Γάζας. Με ένα ευφυές στρατήγημα, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Αριέλ Σαρόν βρέθηκαν πίσω από τις αιγυπτιακές δυνάμεις, κυκλώνοντάς τις. Από εκείνη τη στιγμή, στο νου των αιγύπτιων ιθυνόντων ήταν το πώς οι δυνάμεις τους θα υποχωρήσουν με ασφάλεια από το αραιοκατοικημένο Σινά για να προστατεύσουν το Κάιρο. Μέσα σε 11 χρόνια οι ισραηλινοί καταλάμβαναν για δεύτερη φορά τη Χερσόνησο του Σινά.

Στο Δυτικό Μέτωπο, ο διστακτικός βασιλιάς της Ιορδανίας Χουσεΐν πείστηκε από τον Νάσερ ότι η «νίκη ήταν με το μέρος τους». Ενεπλάκη στον πόλεμο, αλλά η αντίδραση των Ισραηλινών ήταν ακαριαία. Στις 7 Ιουνίου είχαν υπό την κατοχή τους τη Δυτική Όχθη, ενώ εισήλθαν θριαμβευτικά στην Ανατολική Ιερουσαλήμ (Παλιά Πόλη), μετά από 1900 χρόνια. Η πιο εντυπωσιακή επιχείρηση έγινε στα Υψίπεδα του Γκολάν στη Συρία. Μέσα σε 24 ώρες οι Ισραηλινοί αντίκρισαν τις πεδιάδες της Δαμασκού.

Ο «Πόλεμος των Έξι Ημερών» κράτησε στην πραγματικότητα 132 ώρες και 30 λεπτά, λιγότερο κι από έξι ημέρες. Απο πλευράς Ισραηλινών ενεπλάκησαν στις επιχειρήσεις 264.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων και των εφέδρων. Η Αίγυπτος παρέταξε 150.000 άνδρες, η Ιορδανία 55.000 και η Συρία 75.000 άνδρες. Οι απώλειες για τους Ισραηλινούς ανήλθαν σε 679 νεκρούς και 2.563, ενώ οι Άραβες είχαν κατά προσέγγιση 21.000 νεκρούς και 45.000 τραυματίες.

Το Ισραήλ ένοιωθε, πλέον, καλά στα πόδια του και είχε τα αναγκαία εδάφη για να διαπραγματευθεί την απόκτηση ειρήνης και ασφάλειας με τους άραβες γείτονές του. Μεγάλος ηττημένος του πολέμου υπήρξε ο αιγύπτιος πρόεδρος Νάσερ, που είδε τις φιλοδοξίες του να ηγηθεί του αραβικού κόσμου, να καταρρέουν.

Στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» έλαβαν μέρος στρατιωτικοί, που πρωταγωνίστησαν στις κατοπινές πολιτικές εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ισραήλ ήταν ο Γιτζάκ Ραμπίν, μετέπειτα πρωθυπουργός, που δολοφονήθηκε από ακροδεξιό το 1995. Της επίθεσης των Ισραηλινών στο Σινά, ηγήθηκε ο Αριέλ Σαρόν, τέως πρωθυπουργός και αυτός. Των συριακών δυνάμεων ηγήθηκε ο Χαφέζ Ελ Ασαντ, πρόεδρος της Συρίας ως το θάνατό του το 2000.

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1825
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονείται μέσα στην Ακρόπολη των Αθηνών από το άλλοτε πρωτοπαλίκαρό του Γκούρα.

Οδυσσέας Ανδρούτσος
1788 – 1825

Από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης του ‘21. Έπεσε θύμα των εμφύλιων διαμαχών κατά τη διάρκεια του Αγώνα και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν ο μονάκριβος γιος του ξακουστού αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Στο νησί του Οδυσσέα είχε καταφύγει η μητέρα του για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων, επειδή ο πατέρας του είχε ακολουθήσει τον θαλασσομάχο Λάμπρο Κατσώνη στις ανά το Αιγαίο περιπέτειές του. Εκεί βαφτίστηκε το 1792 από τη γυναίκα του Κατσώνη, Μαρουδιά, που για τον ίδιο λόγο είχε ζητήσει κι αυτή άσυλο στο νησί. Προς τιμή του ομηρικού ήρωα, του δόθηκε το όνομα Οδυσσέας. Ο ίδιος, όμως, πατρίδα του θεωρούσε την πατρίδα του πατέρα του, τις Λιβανάτες της Λοκρίδας.

Όταν ο Αλή Πασάς έμαθε πως ο φίλος του καπετάν Ανδρούτσος, που εν τω μεταξύ είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους το 1797, άφησε γιο, τον πήρε κοντά του στην αυλή του στα Γιάννενα, που αποτελούσε τότε σπουδαίο στρατιωτικό σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν αρκετοί Έλληνες αγωνιστές του '21. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε ο μικρός Οδυσσέας. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και να μιλάει ιταλικά και αρβανίτικα. Η σωματική του δύναμη ήταν παροιμιώδης και διηγούνται αναρίθμητα κατορθώματά του. Κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι «επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος».

Το 1816 ο Αλή Πασάς τον έστειλε αρματολό στη Λειβαδιά, αφού τον πάντρεψε πρώτα με την Ελένη Καρέλη. Εκεί έμεινε ως τις παραμονές του 1821. Τον Οκτώβριο του 1820, μετά από διαμάχη με τους τοπικούς άρχοντες, έφυγε και τη θέση του πήρε ο Αθανάσιος Διάκος. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα.

Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του Αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Ρούμελης. Στις 8 Μαΐου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στον Αγώνα μία από τις πιο δοξασμένες μάχες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στη Γραβιά έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος προς την εξεγερμένη Πελοπόννησο.

Το 1822 φθάνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει τη διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης, με φρούραρχο τον Γιάννη Γκούρα. Στην Ακρόπολη έκανε διάφορα οχυρωματικά έργα και την εξασφάλισε με νερό που δεν είχε. Στο μεταξύ, νέα εχθρικά σώματα πλημμύρισαν τη Ρούμελη. Κι επειδή ο Οδυσσέας δεν είχε αρκετές δυνάμεις να αντισταθεί, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους. Ήταν τα λεγόμενα «καπάκια» (προφορικές συμφωνίες), ένα τέχνασμα για να κερδίσει χρόνο, το οποίο όμως παρεξηγήθηκε από τους εχθρούς του (κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Ρούμελης και Ιωάννης Κωλέττης), που δεν τον συμπαθούσαν, λόγω της μεγάλης επιρροής που ασκούσε στο λαό.

Ο Ανδρούτσος, οργισμένος από τη συμπεριφορά των πολιτικών, παραιτείται και η κυβέρνηση στέλνει τον Νούτσο και τον Παλάσκα να τον αντικαταστήσουν. Υποψιαζόμενος ότι οι δύο απεσταλμένοι της κυβέρνησης έρχονται να τον σκοτώσουν, χάνει την ψυχραιμία του και με την ανοχή του οι άνδρες του τους σκοτώνουν. Ο Κωλέττης τον επικηρύσσει για 5.000 γρόσια και ο Υπουργός Εκκλησιαστικών επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφορίζει. Όμως, η κάθοδος του Δράμαλη αναγκάζει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την επικήρυξη και τον αφορισμό του Ανδρούτσου, ο οποίος αναλαμβάνει ξανά δράση. Δεν κατορθώνει να εμποδίσει την κάθοδο του Οθωμανού πολέμαρχου στην Πελοπόννησο, αλλά δεν αφήνει να περάσουν εφοδιοπομπές και ενισχύσεις για τη στρατιά του.

Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο Ανδρούτσος επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε δύο σχολεία στην Αθήνα και κάλεσε τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλλονιά να έρθουν να διδάξουν, χωρίς να εισακουσθεί. Γρήγορα, νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις τον έκαναν να φύγει από την Αθήνα για την Ανατολική Ρούμελη. Τον Νοέμβριο του 1822 ηττάται από τον Κιοσέ Μεχμέτ στο Δαδί και παραλίγο να αιχμαλωτισθεί, ενώ τον Ιούλιο του 1823 ανακόπτει στη Βοιωτία την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη Πασά.

Ο ηρωισμός του, το προοδευτικό του πνεύμα και το ομηρικό του όνομα, στάθηκαν αφορμή να θέλουν να τον γνωρίσουν όλοι οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες που κατέβηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με πολλούς από αυτούς συνεργάστηκε για διάφορα κοινωφελή έργα και τον φίλο του λόρδου Βύρωνα, τον Άγγλο Έντουαρντ Τρελόνι, τον έκανε γαμπρό του, δίνοντάς του την ετεροθαλή αδελφή του Ταρσίτσα.

Η διαμάχη του και ο παραγκωνισμός του από τους αντιπάλους του ανάγκασαν τον πεισματάρη και οξύθυμο πολέμαρχο να πάρει τους άνδρες του και να έλθει στη Βοιωτία στις αρχές του 1825. Εκεί προέβη σε νέα «καπάκια» με τους Τούρκους, με σκοπό να εκβιάσει την κυβέρνηση, χωρίς όμως να προδώσει την επανάσταση. Οι εχθροί του βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία να χαρακτηρίσουν την πράξη του αντεθνική και τον ίδιο προδότη. Η κυβέρνηση έστειλε εναντίον του ισχυρή στρατιωτική δύναμη, με αρχηγό τον παλαιό του φίλο Γιάννη Γκούρα, που από καιρό είχε γίνει ο προσωπικός του εχθρός.

Ο Οδυσσέας, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε συμπλοκή με τα κυβερνητικά σώματα για να μη χυθεί πολύτιμο αδελφικό αίμα, αποτραβήχτηκε στις Λιβανάτες. Ύστερα από μερικές μικροσυμπλοκές στις αρχές Απριλίου παραδόθηκε στον Γκούρα (7 Απριλίου 1825), με τη ρητή υπόσχεση ότι θα τον έστελνε στην Πελοπόννησο για να δικαστεί από τη Διοίκηση.

Ο Γκούρας, όμως, δεν κράτησε την υπόσχεσή του. Τον φυλάκισε στην Αθήνα, πάνω στην Ακρόπολη. Επειδή, στο μεταξύ, ξεσηκώθηκαν διάφοροι αγωνιστές, με πρώτο τον Καραΐσκάκη, για την άδικη κακομεταχείριση του Ανδρούτσου κι επειδή ο ίδιος ζητούσε να περάσει το συντομότερο από δίκη, ο Γκούρας πρόσταξε να τον θανατώσουν στις 5 Ιουνίου του 1825.

Για να καλύψουν το έγκλημά τους πέταξαν το πτώμα του στο λιθόστρωτου του Ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν πως ο φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει και σκοτώθηκε. Τον έθαψαν προσωρινά στην εκκλησία της Σωτήρας στο Ριζόκαστρο. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά, τοποθετώντας τον ανάμεσα στους κορυφαίους ήρωες του της Ελληνικής Επανάστασης. Μα και το κράτος τον δικαίωσε. Το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του.

1934
  Επεισόδιο σημειώνεται στην ελληνική Βουλή, όταν μετά από λογομαχία μεταξύ του Γεώργιου Κονδύλη και του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, βουλευτής - φίλος του Κονδύλη πετά κάθισμα κατά του Παπαναστασίου, τραυματίζοντάς τον ελαφρά στον ώμο.

Αλέξανδρος Παπαναστασίου
1876 – 1936

Αρκάς νομικός και κοινωνιολόγος, από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός (1924 και 1932) και θεωρείται από τους πρωτεργάτες της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1876 στην Τρίπολη. Ήταν γιος του εκπαιδευτικού και πολιτικού Παναγιώτη Παπαναστασίου από το Λεβίδι Αρκαδίας και της Μαριγώς Ρογάρη - Αποστολοπούλου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1899. Συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης, Βερολίνου, Λονδίνου και Παρισίων (1901-1907), στην κοινωνιολογία, στη φιλοσοφία και τα οικονομικά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία επηρεάστηκε από τις σοσιαλιστικές και συνεργατικές ιδέες.

Το 1907 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να πολιτεύεται, αναπτύσσοντας πολύ προοδευτικές ιδέες για την εποχή του. Το 1908 ίδρυσε την Κοινωνιολογική Εταιρεία, μαζί τους ιδεολογικούς και πολιτικούς του φίλους από το Βερολίνο, Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, Θρασύβουλο Πετμεζά, Θαλή Κουτούπη, Αλέξανδρο Δελμούζο, Παναγιώτη Αραβαντινό και Αλέξανδρο Μυλωνά. Σκοπός του σωματείου ήταν, μεταξύ άλλων, η αναγνώριση της πολιτικής αρχής ότι θα πρέπει να εξασφαλιστούν σε όλους εξίσου ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. «Προς επίτευξιν του σκοπού τούτου, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να πληρωθή τελείως, αν μην καταστώσι κοινά τα μέσα παραγωγής και ρυθμισθή η διανομή του πλούτου αναλόγως των αναγκών εκάστου, πρέπει να μεταβάλλεται βαθμιαίως ο οικονομικός και πολιτειακός οργανισμός κατά το εκάστοτε δυνατόν μέτρον, αδιαφόρως προς την εκ τούτου βλάβην των ατομικών συμφερόντων ορισμένων προσώπων ή τάξεων» αναφέρεται στο καταστατικό της εταιρείας. Η εταιρεία εξέδιδε το επιστημονικό περιοδικό Επιθεώρησις των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, που είχε σημαντική απήχηση στον πνευματικό και πολιτικό κόσμο της χώρας. Μεταξύ των συνδρομητών του περιοδικού ήταν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τα άρθρα του νέου τότε επιστήμονα και πολιτικού.

Το 1909 ο Παπαναστασίου υποστήριξε το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στου Γουδή (15 Αυγούστου) και υπέβαλλε υπόμνημα προς τον αρχηγό του συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά με τίτλο «Τι πρέπει να γίνη». Την επόμενη χρονιά τα μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρείας ίδρυσαν πολιτικό φορέα με την επωνυμία Λαϊκόν Κόμμα, με μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής απόχρωσης. Ο Παπαναστασίου εξελέγη βουλευτής Αρκαδίας στις εκλογές του Αυγούστου και Νοεμβρίου 1910 και ανέπτυξε σημαντική δράση στη Βουλή, υποστηρίζοντας την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας και την απόδοσή τους στους ακτήμονες και τους μικροκαλλιεργητές. Ως προς το γλωσσικό ζήτημα υποστήριζε με ιδιαίτερη θέρμη την καθιέρωση της δημοτικής.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασιου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Με την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου στρατεύτηκε ως εθελοντής και τιμήθηκε με μετάλλια για την πολεμική του δράση. Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 το Λαϊκό Κόμμα εντάχθηκε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου, αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα. Ακολούθησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης (Εθνικός Διχασμός) και τον Μάρτιο του 1917 με την ανάληψη της εξουσίας από τον κρητικό πολιτικό, διορίσθηκε κυβερνητικός αντιπρόσωπος στα Ιόνια Νησιά. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνίας έως τον Νοέμβριο του 1920, ενώ διατέλεσε ταυτόχρονα προσωρινός Υπουργός Περιθάλψεως και Εσωτερικών.

Κατά την παραμονή του στο Υπουργείο Συγκοινωνίας έβαλε τις βάσεις για την αναδιοργάνωση των μέσων μαζικής μεταφοράς, των ταχυδρομείων και των τηλεφώνων. Εκπόνησε θεμελιώδη νομοθετήματα για τον οικοδομικό κανονισμό των πόλεων και το εθνικό κτηματολόγιο, ενώ συγκρότησε επιτροπή μελέτης του ρυθμιστικού σχεδίου της Αθήνας, με επικεφαλής τους αρχιτέκτονες Εμπράρ και Καλλιγά. Την ίδια περίοδο σχεδιάστηκε η μεγάλη παραλιακή αρτηρία Αθηνών-Σουνίου, που υλοποιήθηκε μισό αιώνα αργότερα από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μετά τη μεγάλη πυρκαϊά της Θεσσαλονίκης (5 Αυγούστου 1917) συνέστησε τη Διεθνή Επιτροπή Ανοικοδομήσεως Θεσσαλονίκης, η οποία συνέταξε το νέο πολεοδομικό κανονισμό της πόλης. Ακόμη, αναδιοργάνωσε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το οποίο έγινε αυτοτελές πανεπιστημιακό ίδρυμα και ίδρυσε τρεις νέες σχολές, Αρχιτεκτόνων, Χημικών και Τοπογράφων Μηχανικών. «Παπανάσταση» ονόμασαν οι τότε καθηγητές του ΕΜΠ τις μεταρρυθμίσεις του.

Μετά την εκλογική αποτυχία του Βενιζέλου την 1η Νοεμβρίου 1922, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, έγινε δεινός επικριτής της βασιλείας. Τον Φεβρουάριο του 1922, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του, υπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καλούσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να παραιτηθεί προς χάρη των συμφερόντων του έθνους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση για εξύβριση του βασιλιά και εσχάτη προδοσία. Κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας και απελευθερώθηκε μετά τρίμηνο από την Επαναστατική Επιτροπή του Νικόλαου Πλαστήρα, που ανέλαβε τις τύχες της Ελλάδας στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να θέσει ο Παπαναστασίου θέμα κατάργησης της βασιλείας και άμεσης κήρυξης της αβασίλευτης δημοκρατίας. Στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 κατήλθε ως επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης (μετεξέλιξη του Λαϊκού Κόμματος), με σημαία την αβασίλευτη δημοκρατία και προοδευτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Το κόμμα του εξέλεξε 70 βουλευτές, σε μια εκλογική αναμέτρηση που απείχε η αντιβενιζελική παράταξη.

Η κυβέρνηση Παπαναστασίου (1924)

Μετά τις βραχύβιες κυβερνήσεις Βενιζέλου και Καφαντάρη, ο Παπαναστασίου ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας στις 12 Μαρτίου 1924 και ανήμερα της εθνικής επετείου (25 Μαρτίου 1924) κήρυξε με ψήφισμα της Βουλής έκπτωτη τη δυναστεία των Γκλίξμπουργκ και την εγκαθίδρυση δημοκρατίας, που επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924. Έπειτα από σύντομη παραμονή στην πρωθυπουργία, ο Παπαναστασίου παραιτήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924, όταν η κυβέρνησή του καταψηφίστηκε στη Βουλή. Κατά τη διάρκεια της σύντομης πρωθυπουργίας του ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του στρατηγού Πάγκαλου φυλακίστηκε στη Σαντορίνη (Φεβρουάριος - Απρίλιος 1926) και στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους εξελέγη βουλευτής Μαντινείας, ενώ το κόμμα του έλαβε το 6,47% των ψήφων, εκλέγοντας  συνολικά 17 βουλευτές. Στις κυβερνήσεις του Θρασύβουλου Ζαΐμη ανέλαβε το Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο διατήρησε μέχρι την παραίτησή του τον Φεβρουάριο του 1928. Κατά τη διάρκεια της θητείας του έλαβε μέτρα για την αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων και την οργάνωση των αγροτών σε συνεταιρισμούς. Το πιο σημαντικό έργο του υπήρξε η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, παρά την αντίδραση του πολιτικού κόσμου και της Εθνικής Τράπεζας. Ο ίδιος πίστευε ότι μια αγροτική τράπεζα θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα των αγροτών.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 το κόμμα του συνέπραξε με τους Φιλελευθέρους του Βενιζέλου και εξέλεξε 20 βουλευτές. Στις 26 Μαΐου 1932 ανέλαβε για δεύτερη φορά την πρωθυπουργία, με την υποστήριξη των Φιλελευθέρων, αλλά ανετράπη λίγες μέρες αργότερα (5 Ιουνίου 1932), όταν ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε στην ψήφιση του νομοσχεδίου για τις κοινωνικές ασφαλίσεις.

Τον Ιανουάριο του 1933 συνεργάστηκε εκ νέου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας, ενώ τον Μάιο του ίδιου χρόνου εξελέγη αριστίνδην γερουσιαστής. Στις μαζικές διώξεις που ακολούθησαν την αιματηρή καταστολή του βενιζελικού κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ο Παπαναστασίου συνελήφθη αν και ήταν αντίθετος, επιμένοντας στη συνδιαλλαγή μεταξύ των δύο παρατάξεων. Παραπέμφθηκε σε έκτακτο στρατοδικείο αλλά αθωώθηκε. Τον Οκτώβριο του 1935 εκτοπίσθηκε στη Μύκονο, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος μετά το δημοψήφισμα για την επάνοδο της βασιλείας στην Ελλάδα (3 Νοεμβρίου 1935).

Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 εξελέγη βουλευτής Μαντινείας και στις 25 Απριλίου αρνήθηκε την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, που σχηματίστηκε με την ανοχή των δύο μεγάλων κομμάτων. Μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό. Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδίας στο σπίτι του στην Εκάλη.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπήρξε ένας καινοτόμος πολιτικός, με πρωτοποριακές ιδέες για την εποχή του. Ήταν υπέρμαχος του πολιτικού γάμου, της γυναικείας ψήφου, της προστασίας της μητρότητας και των εξώγαμων τέκνων, της δημιουργίας των κοινωνικών ασφαλίσεων, της κατάργησης της θανατικής ποινής, του διαχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος, της συνταγματικής κατοχύρωσης του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, της συνδικαλιστικής οργάνωσης και της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος. Στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής ήταν βαθύτατα ειρηνιστής και ευρωπαϊστής. Πίστευε στην ένωση των ευρωπαϊκών χωρών σε μια «Πανευρώπη» και υποστήριξε τη συναδέλφωση των βαλκανικών λαών, μέσα από τη δημιουργία μιας βαλκανικής συνομοσπονδίας.

Στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, ο Παπαναστασίου ήταν λάτρης της δημοκρατικής αρχής σε όλες τις βαθμίδες της πολιτειακής και κοινωνικής οργάνωσης και του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ο οποίος με το μεταρρυθμιστικό έργο του θα μπορούσε να αποτρέψει τα εκφυλιστικά φαινόμενα της δικτατορίας, είτε της αστικής τάξης, είτε του προλεταριάτου, διαφοροποιούμενος έτσι απόλυτα από τις μεθόδους και τη στρατηγική των τότε κομμουνιστικών κομμάτων.

Τον χαρακτήρα και την προσφορά του Αλέξανδρου Παπαναστασίου συνόψισε ο Γεώργιος Παπανδρέου: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επραγματοποίησεν εις την Ελλάδα το έθνος και το κράτος. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εισήγαγεν εις αυτήν τον πνευματικόν και τον κοινωνικόν χαρακτήρα. Αποτέλεσε εγκαλλώπισμα του πολιτικού κόσμου της Ελλάδος. Ενάρετος όσον ουδείς. Με ευψυχίαν όσον ουδείς».

Αναγγέλλεται το σχέδιο Μάρσαλ, που θα βοηθήσει στην ανοικοδόμηση της χώρας μας μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.
Το τρίποντο εφαρμόζεται για πρώτη φορά στο πρωτάθλημα της American Basketball League και περιλαμβάνει όλα τα σουτ που εκτελούνται από απόσταση μεγαλύτερη των 22 ποδιών (6,71 μ.) από το καλάθι.

H Ελλάδα και η Κίνα συνάπτουν διπλωματικές σχέσεις.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Έλενα Κορνάρο Πισκόπια, ιταλίδα μαθηματικός, η πρώτη γυναίκα που αναγορεύτηκε διδάκτωρ. (Θαν. 26/7/1684)
Τζον Μέιναρντ Κέινς, άγγλος οικονομολόγος, που έκανε γνωστή την έννοια του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. (Θαν. 21/4/1946)

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. (Θαν. 19/8/1936)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1688
Κωνσταντίνος Γεράκης, έλληνας τυχοδιώκτης, που διετέλεσε και πρωθυπουργός του Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη). (Γεν. 1647)

Κωνσταντίνος Γεράκης
1647 – 1688

Έλληνας τυχοδιώκτης, που έφθασε ως τα ανώτερα αξιώματα του Σιάμ (σημερινής Ταϊλάνδης). Η ιστορία της ζωής του υπήρξε μια σύγχρονη Οδύσσεια.

Ο Κωνσταντίνος Γεράκης γεννήθηκε το 1647 στην Κύπρο από οικογένεια ευγενών, η οποία μετακόμισε στην Κεφαλονιά, όταν η μεγαλόνησος καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Σε νεαρή ηλικία αναζήτησε την τύχη του στο Λονδίνο. Άλλαξε το επώνυμό του σε Φάλκον (γεράκι στα αγγλικά) και ως Κονσταντάιν Φάλκον έπιασε δουλειά ως υπάλληλος στην εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών στο Μαδράς.

Ανήσυχο πνεύμα, ξανοίχτηκε στο εμπόριο και απόκτησε δικό του πλοίο. Σε κάποιο ταξίδι του στο Σιάμ, όπως ονομαζόταν τότε η Ταϊλάνδη, πιάστηκε αιχμάλωτος .Οι ικανότητές του έφτασαν στα αυτιά του πρωθυπουργού της χώρας, που τον διόρισε Υπουργό Οικονομικών, ενώ προτού συμπληρώσει τα 40 του χρόνια έγινε ο πρωτοσύμβουλος (πρωθυπουργός) του βασιλιά Ναράι το 1683. Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε την ιαπωνοπορτογαλίδα Μαρί Γκιγιομάρ ντε Πίνια, αφού πρώτα βαπτίστηκε καθολικός.

Συνέβαλε στη διάδοση του Χριστιανισμού στον ντόπιο πληθυσμό και στη δημιουργία εμπορικών σχέσεων του Σιάμ με τα κράτη της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να μειωθεί η επιρροή των Μουσουλμάνων και των Πορτογάλων, που κυριαρχούσαν στο εμπόριο της χώρας. Η προσπάθειά του για ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία προκάλεσε την αντίδραση των άλλων αποικιακών δυνάμεων, κυρίως των Ολλανδών και των Πορτογάλων.

Εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια των ντόπιων ευγενών και του βουδιστικού κλήρου, λόγω της διάδοσης του Χριστιανισμού, υποκίνησαν εξέγερση εναντίον του το 1688. Το κίνημα επικράτησε, με συνέπεια ο Γεράκης να κατηγορηθεί για προδοσία και να θανατωθεί με την οικογένειά του στις 5 Ιουνίου 1688. Το σπίτι του υπάρχει ακόμα και σήμερα και αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο.

Βιβλιογραφία

  • Γιώργου Σιώρη: «Γεράκης: Ο Έλληνας πρωτοσύμβουλος στην αυλή του Σιάμ» (εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ»)
Καρλ Μαρία Φρίντριχ Έρνεστ Βέμπερ, γερμανός ρομαντικός συνθέτης. (Γεν. 18/11/1786)
Ρέι Μπράντμπερι, αμερικανός συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας. («Φαρενάιτ 451») (Γεν. 22/8/1920)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου