Loading...

Κατηγορίες

Πέμπτη 10 Ιαν 2019
Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019
Κλίκ για μεγέθυνση
Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Ανατολή Ήλιου: 07:39 – Δύση Ήλιου: 17:25
  • Γιορτάζουν:  Θεοσέβια

Σαν Σήμερα...

 Γεγονότα

π.Χ.
 
403
  Ο δημοκρατικός στρατηγός Θρασύβουλος με 70 άνδρες νικά το στρατό των Τριάκοντα Τυράννων, ανοίγοντας το δρόμο για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Αθήνα.

Θρασύβουλος
442 – 388 π.Χ.

Αθηναίος στρατηγός και πολιτικός, που ανήκε στο δημοκρατικό στρατόπεδο και έδρασε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.) και τα πρώτα χρόνια μετά από αυτόν.

 

Ο Θρασύβουλος γεννήθηκε γύρω στο 442 π.Χ. στο δήμο της Στειρίας (σημερινό Πόρτο Ράφτη Αττικής) και ήταν γιος του Λύκου. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ανδρώθηκε στο περιβάλλον του Περικλή. Κατά τη διάρκεια της ολιγαρχικής αρχής των Τετρακοσίων (411 π.Χ.) βρισκόταν στη Σάμο ως τριήραρχος του αθηναϊκού στόλου. Μαζί με τον Θράσυλλο κατόρθωσε να πείσει τους στρατιώτες να επαναστατήσουν και να ορκιστούν ότι δεν θα συμβιβαστούν με τους ολιγαρχικούς. Έτσι, η Αθήνα βρέθηκε με δύο αρχές, την ολιγαρχική κυβέρνηση της πόλης και τη δημοκρατική του στόλου στη Σάμο.

Ο Θρασύβουλος, που είχε εκλεγεί στρατηγός από τους στρατιώτες του, αποφάσισε να ανακαλέσει τον Αλκιβιάδη από την εξορία για να τους βοηθήσει στον πόλεμο εναντίον των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους Περσών, σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου για τους Αθηναίους. Τον Ιούλιο του 411 π.Χ., στη μεγάλη ναυμαχία της Αβύδου, ο Θρασύβουλος μαζί με τον Θράσυλλο νίκησε στους Σπαρτιάτες που είχαν αρχηγό τον Μίνδαρο. Τη νίκη αυτή ακολούθησε και δεύτερη, κοντά στην Άβυδο επίσης.

Ο Θρασύβουλος ήταν αρχηγός της μιας από τις τρεις μοίρες του αθηναϊκού στόλου κατά τη μεγάλη ναυμαχία κοντά στην Κύζικο, το 410 π.Χ. Αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν ο θάνατος του Μινδάρου και η κατάληψη της Κυζίκου, που απέφερε πολλά λάφυρα. Οι νίκες αυτές του Θρασύβουλου είχαν ως αποτέλεσμα την κατάλυση της ολιγαρχικής αρχής των Τετρακοσίων και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Αθήνα από τον Κλεοφώντα το καλοκαίρι του 410 π.Χ. 

Το 407 π.Χ., ο Θρασύβουλος βρέθηκε με αποστολή στη Θράκη και κατέλαβε τη Θάσο, ενώ έθεσε τα Άβδηρα υπό τον έλεγχό του. Όταν σε κάποια στιγμή κρίθηκε απαραίτητη η επιστροφή του Αλκιβιάδη στην Αθήνα, ο Θρασύβουλος παρέμεινε με ένα τμήμα του στόλου στα Στενά, όπου διασφάλισε την επικοινωνία με τον Πόντο και την κανονική είσπραξη των φόρων και των δασμών.

Κατόπιν συμμετείχε στη νικηφόρα ναυμαχία των Αργινουσών (406 π.Χ.), μετά το τέλος της οποίας ανέλαβε μαζί με τον Θηραμένη τη διάσωση των ναυαγών και την περισυλλογή των νεκρών. Για την αποτυχία τους στο έργο αυτό, ο Θρασύβουλος καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με τους άλλους στρατηγούς (Διομέδων, Αριστοκράτης, Λυσίας, Ερασινίδης, Θράσυλλος, Περικλής) από την Εκκλησία του Δήμου, αλλά διέφυγε την ποινή, γιατί δεν βρισκόταν στην Αθήνα κατά τη δίκη.

Ιδιαίτερα γνωστός, όμως, έγινε ο Θρασύβουλος αμέσως μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου και την εγκατάσταση στην Αθήνα των Τριάκοντα Τυράννων (404 π.Χ.), από τους οποίους και εξορίστηκε ως δημοκρατικός. Κατέφυγε στη Θήβα και οργάνωσε τους εκεί εξόριστους Αθηναίους. Το φθινόπωρο τού 404 π.Χ., κατέλαβε το φρούριο της Φυλής στην Πάρνηθα με 70 οπλισμένους πολίτες και άρχισε τον αγώνα κατά των ολιγαρχικών.

Στις αρχές του 403 π.Χ. έθεσε υπό τον έλεγχό του τον Πειραιά και τη Μουνιχία (σημερινός λόφος Καστέλλας) και ανάγκασε τους ολιγαρχικούς να έλθουν σε συμφωνία με την παρέμβαση του βασιλιά της Σπάρτης, Παυσανία. Ο Θρασύβουλος, με την είσοδό του στην Αθήνα, αποκατέστησε τη δημοκρατία και απένειμε γενική αμνηστία, από την οποία εξαιρέθηκαν όσοι έλαβαν μέρος στην αρχή των τριάντα τυράννων.

Τα επόμενα χρόνια ο Θρασύβουλος πήρε μέρος στον Βοιωτικό ή Κορινθιακό πόλεμο (395-387 π.Χ.) κι έδρασε κυρίως στις περιοχές του Ελλησπόντου, του Βοσπόρου και της Θράκης. Σκοτώθηκε γύρω στο 388 π.Χ. στην Άσπενδο της Παμφυλίας (σημερινό Μπελκίς Τουρκίας) από του κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι είχαν εξοργιστεί για τη λεηλασία που υπέστησαν από τους στρατιώτες του.

Σχετικά

Θρασύβουλος ονομάζεται η ποδοσφαιρική ομάδα της Φυλής, προς τιμή του Αθηναίου στρατηγού, που εξόρμησε από τον τόπο τους για να καταλύσει την αρχή των Τριάκοντα Τυράννων και να επαναφέρει το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα.

 
 
49
Ο Ιούλιος Καίσαρας διαβαίνει τον ποταμό Ρουβίκωνα. Αναφωνεί «ο κύβος ερρίφθη» και κηρύσσει τον πόλεμο στη σύγκλητο και τον Πομπήιο.
μ.Χ.
 
1929
Ο βέλγος σκιτσογράφος Ζορζ Ρεμί, γνωστότερος ως Ερζέ, δημιουργεί τον χάρτινο ήρωα Τεντέν.
 
1943
  Ρωσική αντεπίθεση στο μέτωπο του Στάλινγκραντ, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Μάχη του Στάλινγκραντ

Η μεγαλύτερη και φονικότερη μάχη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της παγκόσμιας ιστορίας γενικότερα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 1.500.000 άνθρωποι (στρατιώτες και πολίτες) έχασαν τη ζωή τους. Όταν κάνουμε λόγο για «Μάχη του Στάλινγκραντ», εννοούμε μια σειρά πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ Γερμανών και Σοβιετικών, που έλαβαν χώρα από τις 23 Αυγούστου 1942 έως τις 2 Φεβρουαρίου 1943 στα περίχωρα και στο κέντρο της πόλης του Στάλινγκραντ (νυν Βόλγκογκραντ).

 

Μετά την καταστροφική επιχείρηση του 1941 για την κατάληψη της Μόσχας, οι Γερμανοί σταθεροποίησαν τις θέσεις τους στην Ουκρανία και την άνοιξη του 1942 ήταν έτοιμοι να εξαπολύσουν νέα επίθεση κατά της Νότιας Ρωσίας. Ο Χίτλερ, με την παρότρυνση των οικονομολόγων του Τρίτου Ράιχ, επιδίωκε να θέσει υπό τον έλεγχό του τις πετρελαιοφόρες περιοχές του Καυκάσου, προκειμένου να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες πετρελαίου, που θα του επέτρεπαν να συνεχίσει τον πόλεμο.

Το Στάλινγκραντ θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας περιοχή για πολλούς λόγους. Ήταν ένα μεγάλο βιομηχανικό κέντρο στις όχθες του ποταμού Βόλγα (ζωτικής σημασίας θαλάσσιου δρόμου μεταξύ Κασπίας Θάλασσας και της βόρειας ρωσικής ενδοχώρας), η κατοχή του οποίου θα εξασφάλιζε τα νώτα των γερμανικών δυνάμεων που θα εξορμούσαν στον Καύκασο. Αλλά και σε συμβολικό επίπεδο ήταν σπουδαίο το Στάλινγκραντ. Και μόνο ότι έφερε το όνομα του μισητού του αντιπάλου Στάλιν, αποτελούσε ένα καλό ιδεολογικό και προπαγανδιστικό εργαλείο στα χέρια του Χίτλερ. Η ίδια διαπίστωση ίσχυε και για τον σοβιετικό ηγέτη, που ήθελε να μην αφήσει την πόλη στα χέρια του εχθρού. Γι' αυτό και οι εντολές και των δύο προς τους στρατηγούς τους ήταν: «κρατήστε τις θέσεις σας πάσει θυσία και με οποιοδήποτε κόστος».

Η επιθετική ενέργεια των Γερμανών κατά της Νότιας Ρωσίας είχε την κωδική ονομασία «Υπόθεση Μπλε» και θα την έφερναν σε πέρας η Ομάδα Στρατιών Α υπό τον στρατάρχη Πάουλ φον Κλάιστ, η οποία θα αναλάμβανε την επιχείρηση στον Καύκασο και η Ομάδα Στρατιών Β υπό τον στρατηγό Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, που θα επιχειρούσε στο Στάλιγκραντ. Την ομάδα Στρατιών Β αποτελούσαν η 6η Στρατιά υπό τον στρατηγό Φρίντριχ φον Πάουλους και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον στρατηγό Χέρμαν Χοτ.

Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 28 Ιουνίου 1942 με τη γρήγορη προέλαση του γερμανικού στρατού (850.000 άνδρες) και ιδιαίτερα της 6ης Στρατιάς του Πάουλους, που απώθησε τους Σοβιετικούς στις όχθες του ποταμού Δον, στο τέλος του Ιουλίου. Η σχετικά εύκολη προέλαση των δυνάμεών του έκανε τον Χίτλερ να πιστέψει ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση περιπάτου. Έτσι, έλαβε την λανθασμένη απόφαση, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, να αποσύρει την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων από το μέτωπο του Στάλινγκραντ και να την ενσωματώσει στην Ομάδα Στρατιών Α, που επιχειρούσε στον Καύκασο.

Μετά την εξέλιξη αυτή, το βάρος της επίθεσης στο Στάλινγκραντ ανέλαβε η 6η Στρατιά του Φον Πάουλους. Την πόλη και την γύρω περιοχή υπερασπιζόταν η 62η Στρατιά του Κόκκινου Στρατού υπό τον στρατηγό Βασίλι Τσούικοφ. Ήταν σαφώς χαμηλότερων προδιαγραφών από την αντίστοιχη γερμανική, αλλά αντιστάθμιζε τις αδυναμίες της από το γεγονός ότι μάχες θα διεξάγονταν σε κατοικημένες περιοχές και όχι σε ανοικτό πεδίο. Γρήγορα ήλθε σε βοήθειά της η 64η Στρατιά. Συνολικά, οι στρατιωτικές δυνάμεις των Σοβιετικών καθ' όλο το διάστημα των μαχών ανήλθαν γύρω στους 1.700.000 άνδρες.

Βομβαρδισμός του Στάλινγκραντ, Αύγ. 1942

Η Μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 23 Αυγούστου 1942 με καταιγιστικό βομβαρδισμό από την «Λουφτβάφε». Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα το 80% της κτιριακής υποδομής της πόλης καταστράφηκε, λαμβανομένης υπ' όψη και της ανεπαρκούς αντιεροπορικής άμυνας, στην οποία υπηρετούσαν νεαρές εθελόντριες. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου τα χερσαία τμήματα της «Βέρμαχτ» είχαν σχεδόν περικυκλώσει την πόλη. Η μόνη γραμμή ανεφοδιασμού που απέμενε ήταν από τη θαλάσσια οδό του Βόλγα.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου οι Γερμανοί είχαν συμπιέσει τους Σοβιετικούς σε μια ζώνη μήκους 14 χιλιομέτρων και πλάτους 5 χιλιομέτρων. Οι σοβιετικοί επέλεξαν να αμυνθούν μέσα στην πόλη και τους επόμενους τρεις μήνες το κατεστραμμένο Στάλινγκραντ έγινε θέατρο σκληρών συγκρούσεων, πρωτοφανούς αγριότητας, αλλά και ανείπωτου ηρωισμού. Δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα, ακόμη και μεμονωμένα κτίρια διεκδικούνταν πόντο με πόντο και με το μεγαλύτερο πείσμα από τους εμπόλεμους, σε μάχες εκ του συστάδην. Όσο και να φαίνεται παράξενο, η κατάληψη μιας κουζίνας σε ένα από τα λιγοστά άθικτα κτίρια του Στάλινγκραντ κόστιζε δεκάδες νεκρούς.

Στα μέσα Οκτωβρίου η κατάσταση για αμυνομένους ήταν απελπιστική, καθώς δυσκόλεψε ο ανεφοδιασμός από τον Βόλγα, αφού γινόταν κάτω από τα πυρά των γερμανικών όπλων. Όμως, και το ηθικό των επιτιθεμένων είχε καταπέσει, εξαιτίας της κόπωσης, του επερχόμενου χειμώνα, αλλά και των βαρύτατων απωλειών. Θραύση έκαναν οι ελεύθεροι σκοπευτές του Κόκκινου Στρατού, που υπό την κάλυψη των ερειπίων, προκαλούσαν ανυπολόγιστη φθορά στους γερμανούς στρατιώτες. Πρωταθλητής στον μακάβριο κατάλογο, ο στρατιώτης Ιβάν Σιντορένκο του 1122ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων, ο οποίος σκότωσε πάνω από 500 γερμανούς στρατιώτες. Ακολούθησε ο Βασίλι Ζάιτσεφ από την ίδια μονάδα με 242 σκοτωμούς. Αυτός είναι πιο γνωστός στις μέρες μας, λόγω της ταινίας του Ζαν Ζακ Ανό «Ο εχθρός προ των πυλών» (2001), που εξιστορεί το κατόρθωμά του.

Τον Νοέμβριο του 1942, το 90% του Στάλινγκραντ ήταν ένας σωρός ερειπίων και βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Τα μόνα κτίρια που απέμεναν όρθια ήταν κάποια εργοστάσια που τα κρατούσαν με νύχια και δόντια οι αμυνόμενοι για τις ανάγκες του ανεφοδιασμού τους. Ο Στάλιν, όμως, δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Στις 19 Νοεμβρίου 1942, οι Σοβιετικοί εκδήλωσαν αντεπίθεση με την κωδική ονομασία «Ουρανός». Το σχέδιο είχε εκπονηθεί από τους στρατηγούς Γκιόργκι Ζούκοφ και Αλεξάντρ Βασιλιέφσκι και προέβλεπε την προσβολή των εφεδρικών δυνάμεων της 6ης Στρατιάς, που τη συγκροτούσαν κακοεκπαιδευμένοι στρατιώτες των συμμαχικών χωρών των Άξονα (Ιταλοί, Κροάτες, Ρουμάνοι, Ούγγροι, αλλά και ντόπιοι συνεργάτες των Γερμανών).

 

Σοβιετική αντεπίθεση, Νοέμβριος 1942

Η σοβιετική αντεπίθεση εκδηλώθηκε με τρεις στρατιές υπό τον στρατηγό Νικολάι Βατούτιν και σημείωσε απόλυτη επιτυχία. Οι Γερμανοί σύντομα εγκλωβίστηκαν και μέσα σε μια περιοχή ολίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων βρέθηκαν περικυκλωμένοι 250.000 στρατιώτες. Οι Σοβιετικοί ζήτησαν από τους Γερμανούς να παραδοθούν, προσφέροντάς τους ευνοϊκούς όρους. Όμως η διαταγή του Χίτλερ ήταν επίθεση μέχρις εσχάτων. Μια αερογέφυρα που στήθηκε για τον ανεφοδιασμό των εγκλωβισμένων γερμανικών δυνάμεων κατέληξε σε οικτρά αποτυχία. Η σοβιετική αντιαεροπορική άμυνα κατέρριψε 490 αεροπλάνα της «Λουφτβάφε».

 

Στις 16 Δεκεμβρίου 1942 οι σοβιετικοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Κρόνος», με στόχο να εγκλωβίσουν αυτή τη φορά την Ομάδα Στρατιών Α, που είχε σταθεροποιήσει τις θέσεις της στον Καύκασο. Δεν τα κατάφεραν, αφού η αντίσταση της εγκλωβισμένης 6ης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ έδωσε την ευκαιρία στον Φον Κλάιστ σε μια συντεταγμένη υποχώρηση. Μάλιστα, ο Χίτλερ προβίβασε τον φον Πάουλους στον βαθμό του στρατάρχη για τον ηρωισμό και την αυταπάρνησή του.

Όμως, τρεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 2 Φεβρουαρίου 1943 ο στρατάρχης πλέον Φον Πάουλους αναγκάστηκε να παραδοθεί, όταν οι Σοβιετικοί πολιόρκησαν το αρχηγείο του και κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Ήταν ο πιο υψηλόβαθμος αξιωματικός που αναγκάστηκε να παραδοθεί στην ιστορία του γερμανικού στρατού. Μαζί του παραδόθηκαν 22 στρατηγοί και οι εναπομείναντες 91.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Τελικά και από αυτούς μόνο οι 5.000 επέζησαν από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας και επέστρεψαν στη Γερμανία αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Συνολικά, οι απώλειες για τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους ανήλθαν σε 800.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι Σοβιετικοί από την πλευρά τους είχαν ασυγκρίτως μεγαλύτερες απώλειες: 478.741 νεκρούς και 650.000 τραυματίες, στρατιώτες και πολίτες. H Μάχη του Στάλινγκραντ αποτέλεσε σημείο καμπής στην πολεμική αναμέτρηση μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. Εξολόθρευσε πολύτιμες στρατιωτικές δυνάμεις για τον Χίτλερ και ταπείνωσε τη γερμανική πολεμική μηχανή.

 
1983
Ανακοινώνεται υποτίμηση της δραχμής κατά 15,5% έναντι των νομισμάτων των δυτικών χωρών και τίθενται φραγμοί στις εισαγωγές για να αποτραπεί η κατάρρευση της οικονομίας, σύμφωνα με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.
 
1989
Τραυματίζεται στα πόδια ο εισαγγελέας Κωνσταντίνος Aνδρουλιδάκης, ο οποίος θα πεθάνει λίγες ημέρες αργότερα στον Ευαγγελισμό. Την ευθύνη για την επίθεση αναλαμβάνει η «17 Νοέμβρη».

Γεννήσεις

μ.Χ.
 
1829
Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, έλληνας πολιτικός, που χρημάτισε 6 φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. (Θαν. 14/5/1879)
 
 
1869
Γκριγκόρι Ρασπούτιν, ρώσος καλόγερος, που είχε ισχυρή επιρροή στην αυλή του τελευταίου τσάρου Νικόλαου Β’. (δολοφονήθηκε) (Θαν. 16/12/1916)
 
 
1945
Ροντ Στιούαρτ, σκοτσέζος ρόκερ.
 

Θάνατοι

μ.Χ.

 
976
 
Ιωάννης Τσιμισκής, αυτοκράτορας του Βυζαντίου (969-976), τον οποίο διαδέχτηκε ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025). (Γεν. 925)
 
 
1825
Ιωάννης Βαρβάκης, έλληνας επιχειρηματίας και εθνικός ευεργέτης. (Γεν. 24/6/1745)

Ιωάννης Βαρβάκης
1745 – 1825

Ο Ιωάννης Βαρβάκης υπήρξε πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης.

 

Γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774). Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.

Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη. Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.

Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.

Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ).

Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'.

Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο.

1971

Κοκό Σανέλ
1883 – 1971

Γαλλίδα μοδίστρα και επιχειρηματίας, που κυριάρχησε για σχεδόν έξι δεκαετίες στον κόσμο της γυναικείας υψηλής ραπτικής, εισάγοντας επαναστατικές καινοτομίες, με δημιουργίες που θεωρούνται κλασικές. Καθιέρωσε το ύφασμα ζέρσεϊ, το ταγιέρ, το άνετο παντελόνι, τα κοντά σε γραμμή «καρέ» μαλλιά, τα αδιάβροχα, τα πουλόβερ με γυριστό λαιμό, τα φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα και το απλό μαύρο φόρεμα.

 

Η Γκαμπριέλ Μπονέρ Σανέλ (Gabrielle Bonheur Chanel) γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1883 στο Σομίρ της Δυτικής Γαλλίας. Ο πατέρας της, Αλμπέρ Σανέλ, ήταν περιοδεύων πωλητής ρούχων και εσωρούχων και η μητέρα της, Εζενί Ντεβόλ, πλύστρα σ’ ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για απόρους. Μετά το θάνατο της μητέρας της μπήκε εσωτερική σ’ ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα, όπου έμαθε την τέχνη της μοδιστρικής.

Όταν δεν έπιανε τη βελόνα για να ράψει, τραγουδούσε σ’ ένα κλαμπ στο Μουλέν, όπου σύχναζαν αξιωματικοί του ιππικού. Εκεί ήταν που της κόλλησαν το χαϊδευτικό Κοκό (Coco), με το οποίο έγινε γνωστή τα επόμενα χρόνια. Το Κοκό, σύμφωνα με τους βιογράφους της, μπορεί να προέρχεται από τα δημοφιλή τραγούδια εκείνης της εποχής «Ko Ko Ri Ko» και «Qui qu'a vu Coco» ή ακόμα και από τη λέξη cocotte (κοκότα). Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, που κυκλοφορούσε την εποχή της μεγάλης της δόξας στα παρισινά σαλόνια, η Σανέλ αποκλήθηκε Κοκό, επειδή διοργάνωσε τα καλύτερα πάρτι στο Παρίσι, όπου προσφερόταν άφθονη κοκαΐνη. Ή ίδια ήταν γνωστό ότι ήταν εθισμένη στις ναρκωτικές ουσίες και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της χρήστρια μορφίνης.

Το 1906 σ’ ένα κλαμπ, όπου εμφανιζόταν, γνώρισε τον Ετιέν Μπαλσάν, πρώην αξιωματικό του ιππικού και γόνο πλούσιας οικογένειας υφαντουργών, με τον οποίο πέρασε τρία χρόνια πλούσιας και τρυφηλής ζωής. Το 1909 δημιούργησε σχέση με τον φίλο του Μπαλσάν, τον άγγλο λογαχό Μπόι Κέιπελ, επίλεκτο μέλος της αγγλικής υψηλής κοινωνίας, ο οποίος χρηματοδότησε και τα πρώτα της σχέδια στον κόσμο της μόδας.

Η σταδιοδρομία της Σανέλ στον κόσμο της μόδας ξεκίνησε το 1913, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το τραγούδι, στο οποίο, όπως διαπίστωσε κι η ίδια, δεν είχε καμία τύχη. Άνοιξε ένα μικρό κατάστημα στη Ντοβίλ, στο οποίο πουλούσε καπέλα που έφτιαχνε η ίδια. Σύντομα άρχισε να σχεδιάζει πουλόβερ, φούστες και διάφορα αξεσουάρ και να χρησιμοποιεί το ζέρσεϊ. Το 1914 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι και το 1916 ίδρυσε τον οίκο υψηλής ραπτικής «Chanel». Μέσα σε πέντε χρόνια είχε επιβληθεί, προκαλώντας επανάσταση στο γυναικείο ντύσιμο, με ένα απλό και άνετο στυλ, που ο συνεταίρος της Πολ Πουαρέ αποκαλούσε «φτωχοπροδρομισμό πολυτελείας» («le misérabilisme de luxe»).

Η απλότητα και η άνεση των ρούχων της τονίζονταν από τα ασυνήθιστα τότε φαντεζί ψεύτικα κοσμήματα. Επέβαλε τα μάλλινα ρούχα, το φόρεμα - σεμιζιέ, το απλό μαύρο φόρεμα, την κοντή πλισέ φούστα, το πανταλόνι για πρωινή και βραδινή εμφάνιση. Το 1926 σχεδίασε το πρώτο της ταγιέρ, ενώ από το 1922 είχε συνδυάσει τις δημιουργίες της με το άρωμα «5».

Το 1935 άρχισε να παράγει υφάσματα ζέρσεϊ σε δικό της εργοστάσιο. Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο Οίκος της ήταν από τους μεγαλύτερους στο Παρίσι, με κύκλο εργασιών 120 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων της εποχής και οι επιχειρήσεις της (οίκος μόδας, εργοστάσιο υφασμάτων, εργαστήρια παραγωγής αρωμάτων και κοσμημάτων) απασχολούσαν 3.500 άτομα.

Το 1938 αποσύρθηκε και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη Γαλλία έκλεισε τις επιχειρήσεις και άφησε στο δρόμο χιλιάδες εργαζομένους. Κατηγορήθηκε για σχέσεις με τους Ναζί, αλλά η εις βάρος της δικαστική έρευνα δεν προχώρησε μετά το τέλος του πολέμου. Πάντως, ήταν γνωστή η ερωτική της σχέση με τον στρατηγό των Ες-Ες Βάλτερ Σέλενμπεργκ.

Το 1954 επανήλθε στο προσκήνιο της υψηλής ραπτικής, όταν παρουσίασε ολοκληρωμένο το κλασικό «ταγιέρ Σανέλ», με την κομψή, άνετη φούστα και τη χαρακτηριστική ζακέτα χωρίς πέτα, φινιρισμένη με σειρήτια.

Η Κοκό Σανέλ πέθανε στο Παρίσι στις 10 Ιανουαρίου 1971, σε ηλικία 87 ετών. Ο Οίκος της εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατό της, παραμένοντας πιστός στην παράδοση του «στυλ Σανέλ». Το 1977 δημιουργήθηκε η πρώτη συλλογή σινιέ έτοιμων ενδυμάτων (πρετ -α- πορτέ), με προορισμό την αγορά των ΗΠΑ. Τον επόμενο χρόνο άνοιξε το πρώτο κατάστημα ετοίμων ενδυμάτων στο Παρίσι και τα επόμενα χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου.

 
 
 
2008

Μιχαήλ Μίνιν
1922 – 2008

Ρώσος στρατιωτικός. Υπήρξε ο πρώτος σοβιετικός στρατιώτης που ύψωσε την κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο στη στέγη της γερμανικής Βουλής (Ράιχσταγκ), κατά τη διάρκεια της Μάχης του Βερολίνου (16 Απριλίου - 2 Μαΐου 1945).

 

Ο Μιχαήλ Μίνιν (Mikhail Minin) γεννήθηκε το 1922 στην πόλη Βανίνο της ρωσικής Άπω Ανατολής. Τον Ιούνιο του 1941 κατατάχθηκε εθελοντής στον Κόκκινο Στρατό και πολέμησε τους Ναζί στο Λένινγκραντ, όπου τραυματίστηκε. Μετά την αποθεραπεία του, ακολούθησε τη μονάδα του ως το Βερολίνο.

Στις 30 Απριλίου 1945, μέρα της αυτοκτονίας του Χίτλερ, ο λοχίας Μίνιν ήταν μεταξύ των πρώτων που εισέβαλαν στο κτίριο του Ράιχασταγκ και ο πρώτος που ύψωσε τη σοβιετική σημαία με το σφυροδρέπανο στη στέγη του, μαζί με τους λοχίες Ζαγκίτοφ, Μπαμπρόφ και Λισιμένκο. Το ρολόι εκείνη την ώρα έδειχνε 22:40, αλλά δεν βρέθηκε μία κινηματογραφική ή φωτογραφική κάμερα να απαθανατίσει και να πιστοποιήσει τη σκηνή. Η ιστορική φωτογραφία του Χαλντέι τραβήχτηκε δύο μέρες αργότερα.

Την εντολή για την ανύψωση ακόμη κι ενός κόκκινου πανιού στο εμβληματικό κτίριο του Βερολίνου την είχαν δώσει οι ανώτεροί του (ίσως ο στρατάρχης Ζούκοφ), ως σύμβολο της νίκης των Σοβιετικών, παρά τη διαταγή του Στάλιν να μην αναρτηθεί καμία σημαία πριν από την 1η Μαΐου. Ίσως γι' αυτό το λόγο ο Μίνιν και οι τρεις συμπολεμιστές του (Ζαγκίτοφ, Μπαμπρόφ, Λισιμένκο), παρότι είχαν προταθεί δεν τιμήθηκαν με τον κορυφαίο τίτλο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης και δεν παρέλαβαν ποτέ το αστέρι που τον συνοδεύει.

Στην επίσημη ιστοριογραφία δεν αναφερόταν πουθενά το όνομά του και η συμμετοχή του στη μάχη του Βερολίνου. Η ταυτότητά του έγινε γνωστή μόλις πριν από λίγα χρόνια, έπειτα από σχετική έρευνα του Ινστιτούτου Ιστορίας του ρωσικού υπουργείου Άμυνας.

Τις τιμές και τη δόξα έκλεψαν οι στρατιώτες που εισήλθαν την επομένη μέρα στο Ράιχσταγκ και ύψωσαν επισήμως τη σημαία της Σοβιετικής Ένωσης στο ψηλότερο σημείο του κτιρίου. Τη σκηνή απαθανάτισε με τον φακό του ο Γεβγκένι Χαλντέι, σε μία από τις ιστορικότερες φωτογραφίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (2 Μαΐου 1945). Στη φωτογραφία δεν εικονίζεται, όπως γενικώς πιστεύεται, ο Μίνιν, αλλά ο γεωργιανός λοχίας Μελίτων Καντάρια, συμπατριώτης του σοβιετικού ηγέτη.

Μετά τον πόλεμο, ο Μίνιν συνέχισε τη θητεία του στο στρατό και το 1969 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Από τότε και ως τον θάνατό του στις 10 Ιανουαρίου 2008, έζησε στην πόλη Πσκοφ της Δυτικής Ρωσίας.

 
 
2016
Ντέιβιντ Μπόουι, βρετανός ρόκερ. (Γεν. 8/1/1947)
 

 

 

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου