Loading...

Κατηγορίες

Τρίτη 09 Οκτ 2018
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 07:26 – Δύση Ήλιου: 18:57
  • Παγκόσμια Ημέρα Ταχυδρομείων

Σαν Σήμερα...

 

 Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, αργεντίνος γιατρός και επαναστάτης. (Γεν. 14/6/1928)

Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα
1928 – 1967

Αργεντίνος διεθνιστής επαναστάτης, μία από τις σημαντικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα. Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της Κουβανικής Επανάστασης και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεωρία και την τακτική του ανταρτοπόλεμου. Πίστευε στην επικράτηση του σοσιαλισμού μέσα από μια παγκόσμια επανάσταση. Με το πέρασμα των χρόνων ο Τσε έγινε το σύμβολο της αιώνιας επανάστασης και αντικείμενο λατρείας, ένα ποπ είδωλο παντός καιρού.

Παιδικά και νεανικά χρόνια

Ο νεαρός Ερνέστο με την αγαπημένη του μοτοσυκλέτα

Ο νεαρός Ερνέστο με την αγαπημένη του μοτοσυκλέτα

Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα (Ernesto «Che»  Guevara) γεννήθηκε στο Ροζάριο της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1928. Ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά μιας μεσοαστικής οικογένειας αριστερών τάσεων, με βασκικές και ιρλανδικές ρίζες. Από μικρός έγινε γνωστός για τις δυναμικές και ριζοσπαστικές απόψεις του, που αποσκοπούσαν στην «υπεράσπιση των φτωχών και των αδυνάτων». Αν και υπέφερε από κρίσεις άσθματος, που τον ταλαιπώρησε σε όλη του τη ζωή, διακρίθηκε για τις αθλητικές του επιδόσεις. Έπαιξε ράγκμπι, ποδόσφαιρο, ήταν δεινός ποδηλάτης και σκοπευτής. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και αποφοίτησε τον Μάρτιο του 1953. 

Τα καλοκαίρια περνούσε τις διακοπές του ταξιδεύοντας μαζί με τον φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδο σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής (Περού, Χιλή, Βενεζουέλα, Κολομβία) με μια πεντακοσάρα «Νόρτον» του 1939. Οι παρατηρήσεις του πάνω στα οικονομικά και πολιτικά  προβλήματα των χωρών της Λατινικής Αμερικής τον έπεισαν ότι η μόνη λύση είναι η επανάσταση. Οι αναμνήσεις του από τα ταξίδια αυτά κυκλοφόρησαν το 1992 σε βιβλίο με τίτλο «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας» και το 2004 μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη από τον βραζιλιάνο σκηνοθέτη Βάλτερ Σάλες.

Μετά την αποφοίτησή του πήγε στη Γουατεμάλα, όπου ο συνταγματάρχης Χακόμπο Άρμπενς ηγείτο ενός προοδευτικού καθεστώτος, το οποίο μέσα από την αναδιανομή της γης, απέβλεπε στην πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης. Την εποχή εκείνη, ο Γκεβάρα απέκτησε και το περίφημο υποκοριστικό του «Τσε», από μια γλωσσική συνήθεια των αργεντινών, που δίνουν έμφαση στο λόγο τους με το επιφώνημα «che». Η ανατροπή του καθεστώτος Άρμπενς το 1954 με πραξικόπημα υποστηριζόμενο από τη CIA, τον έπεισε ότι οι ΗΠΑ θα καταπολεμούσαν πάντα τις αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και των άλλων αναπτυσσόμενων χωρών του κόσμου. Η πεποίθησή του αυτή αποτέλεσε τη βάση των σχεδίων του για την επικράτηση του σοσιαλισμού μέσα από μια παγκόσμια επανάσταση.

Στρατευμένος στην Κουβανική Επανάσταση

Ο Τσε Γκεβάρα με τον Φιντέλ Κάστρο το 1959

Ο Τσε Γκεβάρα με τον Φιντέλ Κάστρο το 1959

Μετά την ανατροπή Άρμπενς, ο Τσε πήγε στο Μεξικό, όπου γνώρισε τους αδελφούς Κάστρο, οι οποίοι προετοίμαζαν εξέγερση στην Κούβα για την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Προσχώρησε στις δυνάμεις τους και άρχισε να εκπαιδεύεται στον ανταρτοπόλεμο. Στις 25 Νοεμβρίου 1956 εγκατάλειψε το Μεξικό με το σκάφος Γκράνμα και με 82 συντρόφους του αποβιβάστηκε στις ακτές της επαρχίας Οριέντε της Κούβας. Εντοπίστηκαν, όμως, γρήγορα από τις αρχές και εξολοθρεύτηκαν σχεδόν όλοι. Οι λίγοι που επέζησαν μαζί με τον τραυματισμένο Τσε κατόρθωσαν να φτάσουν στον ορεινό όγκο Σιέρα Μαέστρα. Εκεί οργάνωσαν τον πρώτο αντάρτικο, το οποίο στην πορεία του χρόνου θα γιγαντωθεί και με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο θα ανατρέψει στις 2 Ιανουαρίου 1959 τη δικτατορία Μπατίστα και θα εγκαταστήσει ένα προοδευτικό καθεστώς με μαρξιστικό προσανατολισμό.

Ο Τσε έπαιξε ηγετικό ρόλο στο νέο καθεστώς της Κούβας και το εκπροσώπησε σε πολλές αποστολές στο εξωτερικό. Απέκτησε μεγάλη φήμη στη Δύση, λόγω της θαρραλέας στάσης του σε κάθε μορφή ιμπεριαλισμού και νεοαποικιοκρατίας, που εκείνη την περίοδο τις εκπροσωπούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Κατέλαβε διάφορα κυβερνητικά πόστα στη νέα του πατρίδα, ιδίως του οικονομικού τομέα. Στην προσωπική του ζωή χώρισε την περουβιανή σύζυγό του Ίλντα Γκαντέα, με την οποία είχε αποκτήσει μία κόρη, και νυμφεύθηκε την κουβανή Αλέιντα Μαρτς, στέλεχος του στρατού του Φιντέλ Κάστρο, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά.

Μετά τον Απρίλιο του 1965, ο Τσε αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και έπειτα εξαφανίστηκε εντελώς. Η εξαφάνισή του αποδόθηκε σε διαφωνίες του με τον Φιντέλ Κάστρο σχετικά με την οικονομική πολιτική και την ιδεολογική γραμμή του καθεστώτος. Πάντως, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Κάστρο έδωσε στη δημοσιότητα μία επιστολή του Τσε, όπου επαναβεβαίωνε την ακλόνητη εμπιστοσύνη του στην Κουβανική Επανάσταση και τόνιζε ότι «άλλα έθνη έχουν ανάγκη από τις ταπεινές υπηρεσίες μου».

Οι περιπλανήσεις και η δολοφονία του

Αξιωματικοί τους βολιβιανού στρατού επιδεικνύουν τη σορό του Τσε

Αξιωματικοί τους βολιβιανού στρατού επιδεικνύουν τη σορό του Τσε

Μετά τη φυγή του από την Κούβα, ο Τσε περιπλανήθηκε αρκετά. Το φθινόπωρο του 1966 βρέθηκε στη Βολιβία για να συνεχίσει το επαναστατικό του έργο. Ήταν μία σύγχρονη εκδοχή του Σιμόν Μπολιβάρ, καθώς θεωρούσε τη Λατινική Αμερική όχι ως ένα σύνολο χωριστών εθνών, αλλά ως μία πολιτιστική και οικονομική ενότητα, για την απελευθέρωση της οποίας θα χρειαζόταν μια κοινή στρατηγική.

Την πάμφτωχη Βολιβία κυβερνούσε εκείνη την εποχή η αμερικανοκίνητη χούντα του στρατηγού Ρενέ Μπαριέντος. Ο Τσε με πάσα μυστικότητα οργάνωσε στη ζούγκλα της Σάντα Κρους μία ομάδα από 50 αντάρτες, που αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του Βολιβιανού Απελευθερωτικού Στρατού. Η πρώτη μάχη με τον στρατό δόθηκε τον Μάρτη του 1967. Ο Τσε ήταν και πάλι στο προσκήνιο, γεγονός που προκάλεσε την οργή του δικτάτορα, ο οποίος ζήτησε από τις δυνάμεις του το κεφάλι του για να το κρεμάσει σε κεντρικό φανοστάτη της Λα Παζ. 

Ταυτόχρονα, δραστηριοποιήθηκε και η CIA, που δεν είχε ξεχάσει τη δράση του Γκεβάρα στην Κούβα και την καθοριστική του συνεισφορά στην επικράτηση των «μπαρμπούδος» του Κάστρο, αλλά και την εναντίον των ΗΠΑ ρητορική του. Εξόπλισε τις ειδικές δυνάμεις του βολιβιανού στρατού με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και την πλαισίωσε με ειδικούς συμβούλους, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Φέλιξ Ροντρίγκεζ, με δράση στην Κούβα. Εκτός από τον στρατό και τους Αμερικανούς, ο Τσε είχε να αντιμετωπίσει και την εχθρική συμπεριφορά του τοπικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που ήταν περισσότερο προσανατολισμένο προς τη Μόσχα, παρά προς στην Αβάνα. 

Ο κλοιός έσφιγγε γύρω του και ο Τσε δεν άργησε να πέσει στα χέρια των διωκτών του. Οι βολιβιανές ειδικές δυνάμεις, εκμεταλλευόμενες τις πληροφορίες από ντόπιους χωρικούς, τον συνέλαβαν ύστερα από σύντομη μάχη στις 8 Οκτωβρίου 1967 στην τοποθεσία Κεμπράδα Ντελ Ιούρο. Σύμφωνα με κάποιους στρατιώτες, ο Τσε φώναξε στους στρατιώτες: «Μη με πυροβολείτε. Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω περισσότερο ζωντανός παρά νεκρός». Πάνω του βρέθηκε το ημερολόγιο που κρατούσε για τη δράση του στη Βολιβία. Η πρώτη εγγραφή ήταν στις 7 Νοεμβρίου 1966 και η τελευταία στις 7 Οκτωβρίου 1967 την παραμονή της σύλληψής του. 

Την επομένη μέρα, ο Τσε Γκεβάρα εκτελέστηκε σε μία αίθουσα ενός εγκαταλελειμμένου σχολείου στο χωριό Λα Χιγκέρα. Ο εκτελεστής του ήταν ο λοχίας Μάριο Τεράν, που έδωσε μάχη με τους συναδέλφους για το ποιος θα έχει την τιμή να σκοτώσει τον διακεκριμένο αιχμάλωτο. Με διαταγή του δικτάτορα Μπαριέντος, τον πυροβόλησε με τέτοιο τρόπο, ώστε να φανεί ότι σκοτώθηκε σε μάχη. Η σορός του 39χρονου επαναστάτη μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Βαγιεγκράντε για να επιδειχθεί στους εκπροσώπους του Τύπου. Ακολούθως, ένας στρατιωτικός γιατρός τού ακρωτηρίασε τα δύο χέρια ως αποδεικτικό στοιχείο και στη συνέχεια το υπόλοιπο της σορού του τάφηκε σε άγνωστο σημείο. Ο τάφος του αποκαλύφθηκε το 1997 κοντά στο αεροδρόμιο του Βαγιεγκράντε από μια ομάδα κουβανών ιατροδικαστών. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Κούβα και τάφηκαν στο Μαυσωλείο της Σάντα Κλάρα, όπου δόθηκε η καθοριστική μάχη της Κουβανικής Επανάστασης.

Ο θρύλος

Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα αποτέλεσε ένα σοβαρό πλήγμα για το επαναστατικό κίνημα στη Λατινική Αμερική και οι διάφορες χούντες της περιοχής βρήκαν την ευκαιρία να σκληρύνουν τη στάση τους. Σε αυτό το σημείο εστιάζεται και η κριτική που ασκήθηκε στον Τσε Γκεβάρα, ότι, δηλαδή, η δική του δράση και όσων τον μιμήθηκαν αργότερα συνέβαλε στη διατήρηση ενός σκληρού και αμερικανοκίνητου μιλιταρισμού στη Λατινική Αμερική για πολλά χρόνια ακόμα.

Σχεδόν αμέσως με τον θάνατό του άρχισε να καλλιεργείται ο μύθος του. Ο γιατρός από την Αργεντινή έγινε το σύμβολο της εξέγερσης και της επανάστασης για το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του '60. Πολλά νεαρά άτομα στη Δύση τον ξεχώρισαν ανάμεσα σε άλλους επαναστάτες, επειδή απαρνήθηκε τις ανέσεις μιας άνετης μεσοαστικής ζωής για να αγωνισθεί για τους φτωχούς και απόκληρους του πλανήτη και για μία δίκαιη κοινωνία. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν με τις κομμουνιστικές του ιδέες αναγνώρισαν τη ακεραιότητα και το πνεύμα αυτοθυσίας που τον διέκρινε.

Ο Τσε Γκεβάρα είχε και πολλούς επικριτές. Πολλοί πιστεύουν ότι ο ηρωικός του θάνατος, το νεαρό της ηλικίας του και η αποτυχία των οραμάτων του συνεισέφεραν καθοριστικά στη δημιουργία του μύθου του. Οι συντηρητικοί τον κατηγόρησαν ότι δημιούργησε τα πρώτα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Κούβα, ενώ οι αναρχικοί ως ένα σταλινικό γραφειοκράτη, αν και η σχέσεις του με τη Μόσχα δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Για την επίσημη Αμερική, ο Τσε Γκεβάρα θεωρείται και σήμερα ένας επικίνδυνος τρομοκράτης, του μεγέθους του Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Με το πέρασμα των χρόνων, ο Τσε έγινε αντικείμενο λατρείας, ένα ποπ είδωλο παντός καιρού. Μπλουζάκια, καπελάκια, κονκάρδες, πόστερ και  κούπες με παραλλαγές της περίφημης φωτογραφίας του Άλμπερτ Κόρντα, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

 

 

Γεγονότα

 


π.Χ.
325
  Ο Νέαρχος, αρχηγός του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καταπλέει στη Σαγγάδα των Ινδιών και τη μετονομάζει σε Λιμένα Αλεξάνδρου.
μ.Χ.
1831

Εφημερίδα «Απόλλων»

Δισεβδομαδιαία εφημερίδα της Ύδρας, «πολιτική και φιλολογική», που ασκούσε αδιάλλακτη αντιπολίτευση στον Ιωάννη Καποδίστρια, κατά την τελευταία περίοδο της διακυβέρνησης του.

Ο «Απόλλων» εκδιδόταν σε μεσαίο σχήμα τεσσάρων σελίδων, από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831, από τον λόγιο Αναστάσιο Πολυζωίδη (1802-1873), πολιτικό φίλο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και ένθερμο υποστηρικτή των δημοκρατικών και συνταγματικών θεωριών της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 στη Γαλλία. Πρόκειται για τον μετέπειτα δικαστικό, που δίκασε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το 1834 και αρνήθηκε να επικυρώσει τη θανατική του καταδίκη, με αποτέλεσμα να υποστεί διώξεις και ο ίδιος.

Πολιτικός σύμβουλος του εκδότη ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και συνεργάτες σπουδαία ονόματα της εποχής εκείνης, όπως ο λόγιος κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο πολιτικός και διπλωμάτης Κωνσταντίνος Ζωγράφος και ο ρομαντικός ποιητής Παναγιώτης Σούτσος. Παράλληλα, η εφημερίδα αναδημοσίευε και αντικαποδιστριακά κείμενα ξένων εφημερίδων, ιδίως αγγλικών, που μεταφράζονταν από τον Σκώτο φιλέλληνα Εδουάρδο Μάσσων (Edward Masson), που αργότερα ήλθε σε αντιπαράθεση με τον Πολυζωίδη, ως εισαγγελέας στη δίκη Κολοκοτρώνη.

Ο «Απόλλων» επρόκειτο αρχικά να εκδοθεί στο Ναύπλιο, όπου στις 9 Δεκεμβρίου 1830 κυκλοφόρησε προκήρυξη που διαφήμιζε την έκδοση της εφημερίδας για την Πρωτοχρονιά του 1831. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Πολυζωίδης κλήθηκε από τον Βιάρο Καποδίστρια, ο οποίος του συνέστησε να αναβάλει την έκδοση της εφημερίδας. Ο Πολυζωίδης επέμενε στην έκδοση της εφημερίδας, αλλά την ώρα που τυπωνόταν το πρώτο φύλλο της, η αστυνομία εμπόδισε την έκδοση, κατάσχοντας όσα αντίτυπα είχαν ήδη εκτυπωθεί, καθώς και τα τυπογραφικά μηχανήματα.

Ο Πολυζωίδης κατέφυγε τότε στην Ύδρα και με την ένοπλη υποστήριξη των «συνταγματικών» που είχαν καταφύγει εκεί, εξασφάλισε την απρόσκοπτη έκδοση της εφημερίδας του. Από τα πρώτα του κιόλας φύλλα, ο «Απόλλων» άσκησε σφοδρή πολεμική κατά της κυβέρνησης και του Καποδίστρια προσωπικά. Στο κύριο άρθρο του 4ου φύλλου τονιζόταν ότι κύριος σκοπός της εφημερίδας ήταν η αναγγελία «εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, μάλιστα δ’ εις την Ευρώπην και εις αυτούς τους μεγαλοδυνάμους προστάτας, ότι το ελληνικόν έθνος δεν επιθυμεί άλλως να κυβερνάται ειμή συνταγματικώς». Ως έμβλημα της εφημερίδας υπήρχαν από το 6ο φύλλο κάτω από τον τίτλο οι λέξεις: «Εθνική Συνέλευσις! Σύνταγμα!». Από τον Ιούνιο του 1831 άρχισε να δημοσεύει αναφορές —πλαστές στην πλειονότητά τους— με τις οποίες οι κάτοικοι διαφόρων επαρχιών, ζητούσαν από τον Καποδίστρια να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος.

Οι προσπάθειες του Καποδίστρια να παρεμποδίσει την έκδοση και την κυκλοφορία του «Απόλλωνος» απέτυχαν, παρότι στις 26 Απριλίου 1831 εξέδωσε τον πρώτο νόμο περί Τύπου στην Ελλάδα, με πολλά βάρη για την ελευθεροτυπία. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η εφημερίδα του Πολυζωίδη εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη. Στην εφημερίδα θα πρέπει να αποδοθεί σημαντικό μέρος της ευθύνης για τη διάδοση του πνεύματος εμπάθειας ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη, που οδήγησε στα τραγικά γεγονότα του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου 1831. Στο φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1831 αναγγέλλεται ο φόνος του Καποδίστρια και εξαίρεται ο πατριωτισμός των φονέων του, τους οποίους δικαιολογεί για την πράξη τους.

Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 9 Οκτωβρίου 1831 θα κυκλοφορήσει το τελευταίο φύλλο του «Απόλλωνα», στο οποίο ο εκδότης του δηλώνει: «Παύομεν την έκδοσιν της εφημερίδος μας, επειδή απολαύσαμεν τον σκοπόν μας- ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον».

Ο ελληνικός στόλος, υπό το ναύαρχο Κουντουριώτη, καταλαμβάνει τη Λήμνο (Α' Βαλκανικός Πόλεμος).

Παύλος Κουντουριώτης
1855 – 1935

Υδραίος στρατιωτικός και πολιτικός, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) και πρώτος Πρόεδρος της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ο Παύλος Κουντουριώτης, γόνος της ονομαστής φαμίλιας των Κουντουριώτηδων, γεννήθηκε στην Ύδρα στις 9 Απριλίου 1855. Ήταν γιος του πρόξενου της Μάλτας, Θεόδωρου Κουντουριώτη (1824 - 1870) και της Λουκίας Νεγρεπόντη (1831 - 1875) και εγγονός του καραβοκύρη και πολιτικού Γεωργίου Κουντουριώτη (1782- 1858).

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό το 1874 και φοίτησε στο Ναυτικό Σχολείο, όπως ονομαζόταν τότε η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Εξήλθε της σχολής το 1877 με το βαθμό του Δοκίμου Α’ και προήχθη διαδοχικά σε ανθυποπλοίαρχο (1881) και υποπλοίαρχο (1884). Όταν κηρύχθηκε η επιστράτευση του 1886 από την κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, τοποθετήθηκε αρχικυβερνήτης των κανονιοφόρων «Α» και «Β» και εισέπλευσε ανενόχλητος στο στόμιο της Πρέβεζας για να καλύψει τις κινήσεις του ελληνικού στρατού προς Άρτα και τις Ακαρνανικές ακτές από τα δύο τουρκικά πολεμικά πλοία που ήταν προσορμισμένα στον Αμβρακικό Κόλπο.

Το 1895 προήχθη σε πλωτάρχη και τον Φεβρουάριο του 1897 ως κυβερνήτης του ατμομυοδρόμωνα «Αλφειός», από κοινού με το αδελφό πλοίο «Πηνειός» με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Iωάννη Μιαούλη, έλαβαν διαταγή να διευκολύνουν τον κατάπλου στα Κρητικά ύδατα του θωρηκτού «Ύδρα» και των άλλων πολεμικών που είχαν αποσταλεί από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς και του αποβατικού σώματος υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, μετά τις σφαγές του ελληνικού πληθυσμού της νήσου από τους Τούρκους κατά το έτος εκείνο. Διατάχθηκαν να παραμείνει στη νήσο για να «αντιτάξουν δικαίαν βίαν κατ’ αδίκου βίας έστω και με κίνδυνον καταβυθίσεως τού σκάφους των». Ο Παύλος Κουντουριώτης, όπως και ο Ιωάννης Μιαούλης, αρνήθηκαν να υποκύψουν στις απειλές των Ευρωπαίων ναυάρχων και τήρησαν τις εντολές της ελληνικής κυβέρνησης.

Κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, ως κυβερνήτης του «Αλφειός» προσέβαλε τουρκική εγκατάσταση στη Σκάλα Λεπτοκαρυάς Πιερίας, με απώλειες για το πλήρωμα του πλοίου του (11 Απριλίου). Το 1899 προήχθη σε αντιπλοίαρχο και το 1901 ως κυβερνήτης του ευδρόμου «Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης» εξετέλεσε τον πρώτο εκπαιδευτικό διάπλου του Ατλαντικού από ελληνικό πολεμικό πλοίο. Το 1905 ονομάστηκε υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α'. Το 1909 προήχθη σε πλοίαρχο, διετέλεσε κυβερνήτης του θωρηκτού «Ύδρα», στάλθηκε στην Αγγλία για να παραλάβει το νεότευκτο θωρακισμένο καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ» (1911). Από τις 5 Μαΐου έως την 1η Αυγούστου 1912 διετέλεσε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.

Λίγο πριν από την κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου τοποθετήθηκε αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου (19 Σεπτεμβρίου 1912), τον οποίο αποτελούσαν σχεδόν όλες οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις. Στις 5 Οκτωβρίου 1912, ημέρα που ο ελληνικός στόλος απέπλευσε από τον Φαληρικό Όρμο, ο Παύλος Κουντουριώτης προήχθη σε υποναύαρχο. Μία από τις πρώτες ενέργειες ήταν η κατάληψη της Λήμνου, όπου και εγκατέστησε τη βάση του ελληνικού στόλου στον όρμο του Μούδρου. Η επιλογή της Λήμνου ως προκεχωρημένης βάσης και η ταχεία κατάληψή της συνέβαλαν στην εξασφάλιση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, στον αποκλεισμό των εχθρικών παραλίων και στην παρεμπόδιση της μεταφοράς τουρκικού στρατού με πλοία στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Ο Στόλος τοη Αιγαίου κατέλαβε διαδοχικά όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, με εξαίρεση τα Δωδεκάνησα που ανήκαν στην Ιταλία και κατανίκησε τον τουρκικό στόλο στις αποφασιστικές ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Βουλγαρία, ο Παύλος Κουντουριώτης, ως αρχηγός του στόλου, έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις στα θρακικά παράλια.

Λίγο προτού λήξει ο Β' Βαλκανικός πόλεμος, ο Παύλος Κουντουριώτης προήχθη σε αντιναύαρχο (25 Μαΐου 1913) «δι’ εξαιρετικάς εν πολέμω υπηρεσίας». Υπήρξε, έτσι, ο πρώτος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού που έλαβε το βαθμό αυτό «εν ενεργεία», μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη (23 Απριλίου 1865). Παρέδωσε την αρχηγία του στόλου στις 17 Αυγούστου 1914 και την άσκησε εκ νέου μεταξύ 9 Ιουλίου και 24 Σεπτεμβρίου 1915.

Διετέλεσε υπουργός των Ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλέξανδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη (24 Σεπτεμβρίου 1915 - 9 Ιουνίου 1916) και γενικός υπασπιστής του βασιλιά Κωνσταντίνου. Διαφώνησε προς την πολιτική της ουδετερότητας που τηρούσε η Ελλάδα και ακολούθησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στα Χανιά και στη Θεσσαλονίκη, όπου διετέλεσε μέλος της τριμελούς Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης (Σεπτέμβριος 1916 - Ιούνιος 1917).

Μετά την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου, τη διαδοχή του από τον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο και την εγκατάσταση στην Αθήνα της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου, διορίστηκε υπουργός  Ναυτικών (14 Ιουνίου 1917 - 2 Δεκεμβρίου 1919). Με ειδικό νόμο, που εκδόθηκε στις 23 Φεβρουάριου 1920, του απονεμήθηκε ο βαθμός του ναυάρχου «δια τας υψίστας προς το έθνος υπηρεσίας του». Και σε αυτή την περίπτωση υπήρξε ο πρώτος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού που έλαβε το βαθμό του ναυάρχου μετά την Καποδιστριακή περίοδο.

Όταν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος (12 Οκτωβρίου 1920), ο Κουντουριώτης ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλέα με απόφαση της Βουλής (15 Οκτωβρίου 1920). Από τα καθήκοντα αυτά παραιτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1920 και την αντιβασιλεία ανέλαβε η βασιλομήτωρ Όλγα, μετά την ήττα Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Στις 8 Νοεμβρίου 1920, ο Παύλος Κουντουριώτης αποστρατεύτηκε, ύστερα από ευδόκιμη θητεία 46 ετών στο Πολεμικό Ναυτικό.

Μετά την απομάκρυνση του Βασιλιά Γεωργίου Β’, ο Κουντουριώτης ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντα του αντιβασιλέα με απόφαση του «Αρχηγού τής Επαναστάσεως» Νικολάου Πλαστήρα (19 Δεκεμβρίου 1923). Όταν, με ψήφισμα της Δ’ Συντακτικής Συνέλευσης, ανακηρύχθηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία στις 25 Μαρτίου 1924, του ανατέθηκε με το ίδιο ψήφισμα η εξακολούθηση των καθηκόντων του ρυθμιστή του πολιτεύματος, με τον τίτλο του «Κυβερνήτη». Από τις 24 Μαΐου 1924 έλαβε το τίτλο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στις 15 Μαρτίου 1926 παραιτήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την επιβολή δικτατορίας από τον στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο. Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου από τον στρατηγό Κονδύλη, ο Κουντουριώτης ανέλαβε και πάλι την άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας (24 Αυγούστου 1926).

Στις 4 Ιουνίου 1929, εκλέχθηκε σε κοινή συνεδρίαση της Βουλής και της Γερουσίας Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά το Σύνταγμα του 1927, και ορκίστηκε στις 5 του ίδιου μήνα ενώπιόν τους, αλλά στις 9 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Η Βουλή και η Γερουσία με κοινό ψήφισμα εκδήλωσαν προς τον απερχόμενο πρόεδρο την «εθνική ευγνωμοσύνη» και του απένειμαν μηνιαία τιμητική σύνταξη 40.000 δραχμών.

Έκτοτε, ο Παύλος Κουντουριώτης αποσύρθηκε ολοσχερώς από τα κοινά και ιδιώτευσε. Πέθανε στο Παλαιό Φάληρο στις 22 Αυγούστου 1935 και τάφηκε, σύμφωνα με επιθυμία του, στη γενέτειρά του Ύδρα. Στις τελευταίες του στιγμές τον συντρόφευε η δεύτερη σύζυγός του Ελένη Κούππα (1876-1957), κόρη ευπορότατου βιομηχάνου και εμπόρου, την οποία είχε νυμφευθεί το 1918. Η πρώτη σύζυγός του Αγγελική Πετροκοκκίνου (1865-1903), κόρη πάμπλουτου Έλληνα της αλλοδαπής, είχε πεθάνει νέα το 1903. Παιδιά απόκτησε από την πρώτη του σύζυγο, τη Λουκία, τη Δέσποινα και τον Θεόδωρο (1898-1953), ο οποίος σταδιοδρόμησε στο Πολεμικό Ναυτικό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του αντιναυάρχου, ενώ διετέλεσε υπηρεσιακός υφυπουργός Ναυτικών και Εμπορικής Ναυτιλίας στη βραχύβια κυβέρνηση Πλαστήρα (3 Ιανουαρίου - 8 Απριλίου 1945). 

Ο Παύλος Κουντουριώτης, μολονότι αναμίχθηκε στην πολιτική και κατέλαβε προσωρινά ή τακτικά το αξίωμα του ανώτατου άρχοντα της πολιτείας, δεν συμπεριφέρθηκε ποτέ σαν «επαγγελματίας πολιτικός». Παρέμεινε πάντοτε «ο παλαιός ναυτικός» και άσκησε τα καθήκοντά του με απόλυτη τυπικότητα, χωρίς να επεμβαίνει στις πολιτικές διαμάχες.

Η κυβέρνηση Βενιζέλου περικόπτει τους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων κατά 4% των κατωτέρων και κατά 6% των ανωτέρων, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της χώρας.
 
Κατά τη διάρκεια συνάντησης των Τσόρτσιλ και Στάλιν στη Μόσχα συμφωνείται να παραμείνει η Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής (Συμφωνία των Ποσοστών ή της Μόσχας). Το περιεχόμενο της συμφωνίας το αγνοεί η ελληνική πολιτική ηγεσία, αλλά και η ηγεσία του ΚΚΕ.

Γουίνστον Τσόρτσιλ
1874 – 1965

Γουίνστον Τσόρτσιλ

Γουίνστον Τσόρτσιλ

Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ ήταν άγγλος πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1953 για το πεντάτομο έργο του «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος». Έμεινε στην ιστορία ως ο «πατέρας της νίκης» για τη σημαντική συμβολή του στη συμμαχική επικράτηση στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας για 9 χρόνια (1940-1945, 1951-1955). Το 2002 σε δημοψήφισμα του BBC ανακηρύχθηκε ο μεγαλύτερος Βρετανός όλων των εποχών.

Ο Γουίνστον Λίοναρντ Σπένσερ-Τσέρτσιλ (Winston Leonard Spencer-Churchill) – Τσώρτσιλ ή Τσόρτσιλ επικράτησε να λέγεται στα ελληνικά – γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1874 στο ανάκτορο Μπλένιμ της Οξφόρδης. Γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, ήταν ο δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Τσόρτσιλ και της αμερικανίδας Τζένι Τζέρομ, κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των Τάιμς της Νέας Υόρκης.

Ο άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών συσχετισμών στη μεταπολεμική περίοδο και συνάρπαζε τα πλήθη, υπήρξε από κακός έως μέτριος μαθητής και χρειάστηκε να δώσει εξετάσεις δύο φορές για να περάσει μετά βίας στη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ (1892). Σύντομα, εν τούτοις, ο νεαρός Γουίνστον έγινε η πιο ξεχωριστή φυσιογνωμία της τάξης του και αποφοίτησε όγδοος σε σύνολο εκατόν πενήντα σπουδαστών.

Στα 21 του χρόνια έγινε αξιωματικός του ιππικού και στρατιωτικός παρατηρητής. Τα αμέσως επόμενα χρόνια τον βρίσκουν να έχει ενταχθεί στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών, της Αιγύπτου και της Νότιας Αφρικής, εκτελώντας παράλληλα καθήκοντα πολεμικού ανταποκριτή. Η πρώτη του απόπειρα να διεκδικήσει βουλευτική έδρα ως υποψήφιος των Συντηρητικών το 1899 στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία.

Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ δεν το έβαλε κάτω κι ένα χρόνο αργότερα κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος, από το οποίο διαφωνώντας θα αποχωρήσει το 1904 για να ενταχθεί στους Φιλελευθέρους. Η παρουσία του στη Βουλή των Κοινοτήτων είναι έντονη και χαρακτηρίζεται από σχολαστικά προπαρασκευασμένους λόγους, που αναδεικνύουν τη ρητορική του δεινότητα.

Το μεταρρυθμιστικό του πνεύμα θα επιβεβαιωθεί σε περισσότερους από έναν τομείς (ως υφυπουργός Αποικιών και ως υπουργός Εμπορίου και Εσωτερικών), ενώ ως υπουργός Εφοδιασμού το 1917 εργάζεται για τη μαζική παραγωγή αρμάτων που κρίνουν ως ένα βαθμό την τελική επιτυχή έκβαση του A’ Παγκοσμίου Πολέμου. Προηγουμένως, είχε παραιτηθεί από το αξίωμα του λόρδου του Ναυαρχείου, δεχόμενος επικρίσεις για την αποτυχημένη εκστρατεία των Δαρδανελίων (1915), που στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.

Η πρώτη μεγάλη περίοδος αφοσίωσής του στη συγγραφή (1922-1924) ξεκινά μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού του Λόιντ Τζορτζ. Για δέκα χρόνια παραμένει απλό μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων, έχοντας επιστρέψει στο Συντηρητικό Κόμμα, και δημοσιεύει πλήθος έργα του. Την εποχή εκείνη δεν παραλείπει σε κάθε ευκαιρία να επισημαίνει τους κινδύνους επικράτησης των Ναζιστών στη Γερμανία. Η συνάντηση του Γουίνστον Τσόρτσιλ με το πεπρωμένο του, όπως ο ίδιος λέει, δεν γίνεται παρά όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι μία πραγματικότητα και η πασιφιστική κυβέρνηση Τσάμπερλεν καταρρέει. Από μία υποσημείωση σε κάποιο ιστορικό βιβλίο, το όνομα Τσόρτσιλ θα γραφτεί με ολόχρυσα γράμματα στις χρυσές δέλτους της ιστορίας.

Στην πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός στη Βουλή των Κοινοτήτων (αξίωμα που ανέλαβε στις 10 Μαΐου 1940) ξεκαθαρίζει στους συμπατριώτες του: «Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω, εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Και θέτει ως μοναδικό στόχο της κυβέρνησής του την ολοκληρωτική νίκη επί του εχθρού. Σε δύσκολες στιγμές κατορθώνει να ανεβάσει το κλονισμένο ηθικό των συμπατριωτών του και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να χτίσει καλές σχέσεις με τον αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ.

Η συμμαχία Βρετανίας, ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης θεμελιώνεται το 1942 και χαράσσεται κοινή πολεμική προσπάθεια, η οποία οδηγεί τελικά στη νίκη επί των δυνάμεων του Άξονα το 1945. Αναφορικά με το ελληνικό πρόβλημα, ο Τσόρτσιλ παρεμβαίνει ανοικτά το 1944 εναντίον του ΕΑΜ και συμβάλλει στη σύναψη των συμφωνιών του Λιβάνου (20 Μαΐου) και της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου). Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας (12 Οκτωβρίου), υποστηρίζει ενόπλως τις κυβερνητικές δυνάμεις. Έρχεται ο ίδιος στην Αθήνα και καθορίζει την έκβαση της εμφύλιας αναμέτρησης των «Δεκεμβριανών».

Το Φεβρουάριο του 1945 ο Γουίνστον Τσόρτσιλ παίρνει μέρος στη Διάσκεψη της Γιάλτας και αποφασίζει μαζί με τους Ρούζβελτ και Στάλιν την κατανομή των περίφημων «σφαιρών επιρροής» στο μεταπολεμικό κόσμο. Μολονότι θεωρείται μεγάλος ηγέτης σε καιρό πολέμου, δεν κρίνεται ο κατάλληλος για να οικοδομήσει μία καλύτερη Βρετανία σε καιρό ειρήνης. Η ευκολία του να αλλάζει κόμματα δεν του συγχωρείται. Αλλά ακόμη και όταν χάνει τις εκλογές του 1945, παραμένει ο σφριγηλός ηγέτης που εργάζεται για τον συνασπισμό δυτικών χωρών (αργότερα ΝΑΤΟ). Σε ηλικία 77 ετών, αναλαμβάνει την πρωθυπουργία στις εκλογές του 1951, για να παραιτηθεί τέσσερα χρόνια αργότερα και να λάβει τα τελευταία χρόνια της ζωής του πολλές υψηλές τιμητικές διακρίσεις.

Από τη βουλευτική του, όμως, ιδιότητα δεν παραιτείται, παρά μόνο λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, τον Ιούλιο του 1964. Θα πεθάνει έξι μήνες αργότερα, χτυπημένος από εγκεφαλικό, στις 24 Ιανουαρίου 1965, και θα αναπαυθεί στο χωριό Μπλάντον της Οξφόρδης, κοντά στη γενέτειρά του. Από το 1908 ήταν νυμφευμένος με την Κλημεντίνη Χόζιερ, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

Γερμανικό αεροπλάνο βομβαρδίζει το αστυνομικό τμήμα του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα, τρεις μέρες προτού εγκαταλείψουν την πόλη οι Ναζί. 6 νεκροί και 20 τραυματίες είναι ο τραγικός απολογισμός. 8 σπίτια καταρρέουν.
Ο Αντρέι Ζαχάροφ βραβεύεται με το Νόμπελ Ειρήνης. Ο σοβιετικός πυρηνικός επιστήμονας, που διαφωνεί με το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του, θεωρείται ο «πατέρας» της βόμβας υδρογόνου.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
Άλφρεντ Ντρέιφους, γαλλοεβραίος αξιωματικός του στρατού. Η καταδίκη του εξαιτίας μιας αβάσιμης κατηγορίας προδοσίας το 1894 έγινε το επίκεντρο της αντιπαράθεσης που ταλαιπώρησε τη γαλλική κοινωνία για δεκαετίες. (Υπόθεση Ντρέιφους) (Θαν. 12/7/1935)

Υπόθεση Ντρέιφους

Άλφρεντ Ντρέιφους

Άλφρεντ Ντρέιφους

Η πολύκροτη «Υπόθεση Ντρέιφους» έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές πλάνες και αποτέλεσε το επίκεντρο μιας έντονης αντιπαράθεσης, που ταλάνισε τη γαλλική κοινωνία για πολλά χρόνια.

Στις 15 Οκτωβρίου 1894 ο αξιωματικός του πυροβολικού Άλφρεντ Ντρέιφους συνελήφθη για προδοσία, μία κατηγορία που βασίστηκε σε απλές υποψίες και κυρίως στην εβραϊκή καταγωγή του. Οδηγήθηκε ενώπιον στρατοδικείου και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης, στο Νησί του Διαβόλου, στη Γαλλική Γουινέα.

Η υπόθεση πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις. Έγινε πολιτικό και ιδεολογικό λάβαρο, δίχασε βαθιά τη Γαλλία, συντάραξε τα θεμέλια της Γαλλικής Δημοκρατίας, και έφερε στο φως δηλητηριώδεις χυμούς που διαπότιζαν το σώμα της γαλλικής κοινωνίας, όπως π.χ. το ανερχόμενο κύμα αντισημιτισμού. Ο στρατός, όταν διαπίστωσε το λάθος, χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να το συγκαλύψει.

Στο πλευρό του Ντρέιφους τάχθηκαν προοδευτικοί πολιτικοί, σοσιαλιστές και διανοούμενοι, όπως ο Εμίλ Ζολά, ο οποίος στις 13 Ιανουαρίου του 1898 δημοσίευσε στην εφημερίδα «L' Aurore» μια ανοιχτή επιστολή προς τον πρόεδρος της χώρας, υπό τον τίτλο «Κατηγορώ».

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την κύρια αιτία για την αναψηλάφηση της υπόθεσης, που οδήγησε τελικά στην αθώωση του Ντρέιφους, ο οποίος στις 12 Ιουλίου του 1906 επέστρεψε στο σύνταγμά του, με το βαθμό που είχε πριν από τη μακρόχρονη δικαστική του περιπέτεια.

Σαγίντ Κουτμπ, αιγύπτιος συγγραφέας και θεωρητικός του Ισλαμισμού. (Θαν. 29/8/1966)
  Τζον Λένον, βρετανός μουσικός, μέλος των Beatles. (Θαν. 8/12/1980)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
Γεώργιος Π. Μαυρομιχάλης, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, που δολοφόνησε τον Ιωάννη Καποδίστρια. (Γεν. 1800)


Ζακ Μπρελ, βέλγος τραγουδοποιός. Τραγούδια του διασκεύασαν πολλοί ροκ καλλιτέχνες, όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Άλεξ Χάρβεϊ και ο Ρέι Τσαρλς. (Γεν. 8/4/1929)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου