Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 07 Σεπ 2018
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:58 – Δύση Ήλιου: 19:46
  • Γιορτάζουν:  Κασσιανή, Κασσιανός, Ονησιφόρος, Ονησιφόρα, Σώζων

Σαν Σήμερα...

1833
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας συλλαμβάνονται και φυλακίζονται στο Παλαμήδι από τη Βαυαρική Ανιβασιλεία, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
1770 – 1843

Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 - 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Δημήτριος Πλαπούτας
1786 – 1864

Ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, στρατιωτικός και πολιτικός.

Ο Δημήτριος Πλαπούτας γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1786 στην Παλούμπα Αρκαδίας και ήταν δευτερότοκος γιος του κλεφταρματολού Νικόλα - Κόλια Πλαπούτα από τον Σουλιμά Μεσσηνίας. Νεαρότατος έγινε αρματολός και σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε τη Στεκούλα Κολοκοτρώνη, ανιψιά του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο ταύτισε τον πολεμικό του βίο και τις πολιτικές του θέσεις.

Το 1811, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, κατέφυγε στα Επτάνησα, όπου υπηρέτησε στον Αγγλικό Στρατό ως λοχαγός. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο χωριό και ανέλαβε καπόμπασης στους Δεληγιανναίους. Το 1819 κατέφυγε και πάλι στα Επτάνησα, αφού κατηγορήθηκε για φόνο Τούρκου στην Αλωνίσταινα. Στη Ζάκυνθο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Κατά την Επανάσταση, επικεφαλής σώματος και υπό τις διαταγές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έλαβε μέρος στις περισσότερες επιχειρήσεις (Βαλτέτσι, Λάλα, Τριπολιτσά, Μανιάκι, Ακροκόρινθος, Πάτρα, Δερβενάκια) και διακρίθηκε για τη φρόνηση και την ανδρεία του. Την πολεμική του δραστηριότητα εξιστορεί στο βιβλίο του «Διορθώσεις και Παρατηρήσεις στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του Σπυρίδωνα Τρικούπη». Το 1823 έλαβε τον βαθμό του στρατηγού και μετά την απελευθέρωση διετέλεσε διοικητής χιλιαρχίας ατάκτων στρατευμάτων και το 1832 στρατηγός.

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια διετέλεσε πληρεξούσιος Γόρτυνος στην Ε' Εθνική Συνέλευση και από τον Απρίλιο μέλος της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας. Συμμετείχε στην τριμελή πρεσβεία, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει στον πρίγκιπα Όθωνα το στέμμα του Βασιλέα των Ελλήνων.

Την περίοδο της Αντιβασιλείας καταδιώχθηκε ως ρωσόφιλος και μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη κατηγορήθηκε για απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος και εσχάτη προδοσία. Αυτός και ο Κολοκοτρώνης συνελήφθησαν το 1833 και δικάσθηκαν από Στρατοδικείο στο Ναύπλιο («Δίκη Κολοκοτρώνη - Πλαπούτα»). Καταδικάσθηκαν σε θάνατο τον Μάιο του 1834, παρά την αντίδραση των δικαστών Τερτσέτη και Πολυζωίδη. Προ της ογκούμενης λαϊκής οργής, η ποινή τους μετατράπηκε σε 20ετή κάθειρξη, ενώ μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, το 1835, αμφότεροι αμνηστεύτηκαν.

Μετά τη δικαστική του περιπέτεια συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο στρατό από διάφορες θέσεις και ονομάστηκε επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα (1858). Αναμίχθηκε εκ νέου στην πολιτική και πήρε μέρος στην Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου (1843-1844) εκπροσωπώντας την Καρύταινα, ενώ διατέλεσε βουλευτής Καρύταινας (1844-1847) και Γερουσιαστής (1847-1862).

Σε μεγάλη ηλικία ξαναπαντρεύτηκε με μια γυναίκα αρκετά μικρότερή του, η οποία του χάρισε τη μοναχοκόρη του Αθανασία. Πέθανε στον οικογενειακό πύργο της Παλούμπας τον Ιούλιο του 1864.

Γεγονότα

 


413
Οι Συρακούσιοι, υπό τον Σπαρτιάτη Γύλιππο, καταναυμαχούν τον Αθηναϊκό Στόλο, κοντά στο λιμάνι των Συρακουσών. Έτσι καταλήγει σε ολοκληρωτική καταστροφή η προσπάθεια των Αθηναίων να αποκτήσουν τον έλεγχο της Σικελία (Πελοποννησιακός Πόλεμος).
μ.Χ.

1912
Οι Σάμιοι υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη κηρύσσουν επανάσταση, επιδιώκοντας την αυτοδιάθεση του νησιού και την ένωσή του με το Βασίλειο της Ελλάδος.

Θεμιστοκλής Σοφούλης
1860 – 1949

Διακεκριμένος Έλληνας πολιτικός του κεντρώου χώρου, ο οποίος διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας και ισάριθμες φορές πρόεδρος της Βουλής.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης γεννήθηκε το 1860 στο Βαθύ της Σάμου, που τότε ήταν αυτόνομη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διοικούμενη από χριστιανό ηγεμόνα. Ο πατέρας του Παναγιώτης Σοφούλης είχε αγωνιστεί για την αυτονομία του νησιού και ήταν ένας από τους σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες του νησιού.

Ο Σοφούλης ως αρχαιολόγος

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σάμο, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης φοίτησε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου ειδικεύτηκε στην αρχαιολογία. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίστηκε έφορος αρχαιοτήτων (1885) και αργότερα αναγορεύθηκε υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ως αρχαιολόγος, συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές στη Λακωνία και τη Μεσσηνία (ήταν υπεύθυνος για τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη το 1895), ενώ δημοσίευσε πλήθος αρχαιολογικών μελετών. Όμως, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του είχε άδοξο τέλος, όταν το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν τον εξέλεξε τακτικό καθηγητή της Αρχαιολογίας. Τότε, ο Σοφούλης προτίμησε να επιστρέψει στη γενέτειρά του το 1899 και να ασχοληθεί με την πολιτική.

Πολιτικός στη Σάμο

Το 1900 εξελέγη πληρεξούσιος της πόλης της Σάμου στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων και σχημάτισε μία ριζοσπαστική πολιτική ομάδας, με εθνικές και προοδευτικές θέσεις, που είχε ως στόχο τη διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών του νησιού, τις οποίες καταπατούσαν οι χριστιανοί ηγεμόνες, κατά παράβαση των διατάξεων περί αυτονομίας του 1832. Σύντομα, ο Σοφούλης απέκτησε μεγάλη επιρροή, καταγγέλλοντας τις αυθαιρεσίες του ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση, ενώ άρχισε να έχει επαφές με το ελεύθερο ελληνικό κράτος.

Οι ενέργειές του αυτές προκάλεσαν την αντίδραση του Κοπάση, ο οποίος ζήτησε ενισχύσεις από τον Σουλτάνο για την επιβολή της τάξης, που είχε αρχίσει να διασαλεύεται από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των Σαμιωτών. Ο Μεχμέτ ο 5ος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του ηγεμόνα και έστειλε στο νησί το στόλο του κι ένα σύνταγμα πεζικού. Οι κάτοικοι του νησιού με τη θέα του τουρκικού στόλου ξεσηκώθηκαν, με επικεφαλής τον Σοφούλη, τον Μάιο του 1908. Γρήγορα, το κίνημα κατεστάλη και ο Σοφούλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον νησί, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Σάμου στις 20 Σεπτεμβρίου του 1908.

Στις 3 Μαρτίου 1912 ο Κοπάσης δολοφονήθηκε και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Βεγλερής, ο οποίος χορήγησε αμνηστία στους Σάμιους εξόριστους επί τη αναλήψει των καθηκόντων του. Έτσι, ο Σοφούλης επέστρεψε στο νησί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1912 και με προκήρυξή του ζήτησε από τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Στις σκληρές μάχες που ακολούθησαν, οι επαναστάτες είχαν σημαντικές επιτυχίες και ανάγκασαν τον τουρκικό στρατό να εγκαταλείψει το νησί στις 23 Σεπτεμβρίου 1912. Μετά από λίγες ημέρες συγκλήθηκε η συνέλευση των Σαμίων, η οποία εξέλεξε τον Σοφούλη πρόεδρό της.

Μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912), η Εθνοσυνέλευση των Σαμίων με ψήφισμά της κήρυξε την ένωση του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα (11 Νοεμβρίου 1912). Ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Σάμου και παρέμεινε στο νησί έως τον Απρίλιο του 1914, οπότε διορίστηκε γενικός διοικητής Μακεδονίας από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή

Ο πρωθυπουργός Θ. Σοφούλης σε εξώστη κτηρίου στη Σάμο

Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 εξελέγη βουλευτής Σάμου με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στα χρόνια του εθνικού διχασμού, ο Σοφούλης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών στην κυβέρνηση της Εθνικής Αμύνης, που σχημάτισε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1916. Όταν αποκαταστάθηκε η ενότητα του κράτους και ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία, ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της αναβιώσασας Βουλής του 1915, που έμεινε στην ιστορία ως «Βουλή των Λαζάρων» (20 Ιουλίου 1917 - 10 Σεπτεμβρίου 1920).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 δεν εκλέχθηκε βουλευτής, αλλά επανήλθε στη Βουλή μετά τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ως βουλευτής Σάμου. Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής στη συγκεκριμένη περιφέρεια, εκτός από τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Διατέλεσε υπουργός Εσωτερικών στις βραχύβιες κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου (11 Ιανουαρίου - 11 Φεβρουαρίου 1924) και του Γεωργίου Καφαντάρη (11 Φεβρουαρίου - 12 Μαρτίου 1924). Τότε εκφράσθηκε δημοσίως υπέρ της κατάργησης της βασιλείας και ανέλαβε την ηγεσία της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Στις 25 Ιουλίου του 1924, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Παύλος Κουντουριώτης, του ανέθεσε την πρωθυπουργία, την οποία προσπάθησε να ασκήσει με ήπιο και συναινετικό τρόπο. Οι προσπάθειές του δεν έφεραν αποτέλεσμα κι έτσι αναγκάσθηκε να παραιτηθεί τρεις μήνες αργότερα (8 Οκτωβρίου 1924), εξαιτίας των στασιαστικών κινήσεων στις ένοπλες δυνάμεις και κυρίως στο Ναυτικό. Το μόνο σημαντικό μέτρο της κυβέρνησής του ήταν η απαλλοτρίωση 350.000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και σε ακτήμονες.

Το 1925 ήταν από τους λίγους πολιτικούς που κατήγγειλαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου και καταψήφισε την κυβέρνησή του. Μετά το τέλος της δικτατορίας Πάγκαλου και την επάνοδο των Βενιζελικών στην εξουσία, ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής (6 Δεκεμβρίου 1926 - 9 Ιουλίου 1928). Το 1928 ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και στις 17 Νοεμβρίου 1930 επανεξελέγη πρόεδρος της Βουλής και παρέμεινε στη θέση ως τις 24 Ιανουαρίου του 1933. Μετά το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935, ο Σοφούλης συνελήφθη, δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.

Με τη φυγή του Βενιζέλου στη Γαλλία το 1935, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το «Παλλαϊκό Μέτωπο» (ΚΚΕ) το περίφημο «Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα», χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 6 Μαρτίου του 1936.

Επί της προεδρίας του, η Βουλή παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά (27 Απριλίου 1936) και διέκοψε τις εργασίες της μέχρι τις 10 Οκτωβρίου. Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς διέλυσε τη Βουλή και κυβέρνησε δικτατορικά μέχρι τον θάνατό του το 1941. Η αντίδραση του Σοφούλη στη δικτατορία Μεταξά υπήρξε μάλλον χλιαρή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σοφούλης παρέμεινε στην Αθήνα και συμμετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση ΑΑΑ («Αγών, «Ανόρθωσις», «Ανεξαρτησία») του Στέφανου Σαράφη, η οποία είχε επαφές με το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αρνήθηκε, ωστόσο, να συνεργαστεί με το ΕΑΜ και τον Ιανουάριο του 1944 το κατηγόρησε ότι αποτελούσε προμετωπίδα του ΚΚΕ για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας. Στις 19 Μαΐου 1944, οι γερμανικές αρχές τον συνέλαβαν με την κατηγορία της αντιστασιακής δράσης και τον φυλάκισαν στο Χαϊδάρι μέχρι το τέλος της Κατοχής.

Το αντιβασιλικό παρελθόν του, αλλά και η εχθρότητά του προς το ΕΑΜ, έκανε τους Βρετανούς να τον επιλέξουν ως πρωθυπουργό σε αντικατάσταση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ορκίστηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1945 και η κυβέρνησή του διενήργησε τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στις 31 Μαρτίου 1946. Στις 4 Απριλίου 1946 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Φιλελευθέρων, εξαιτίας του κακού αποτελέσματος του κόμματός του στις εκλογές.

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1947, σε μια κρίσιμη καμπή του Εμφυλίου Πολέμου, ανέλαβε για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, ηγούμενος κυβέρνησης συνεργασίας με το Λαϊκό Κόμμα. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η χορήγηση αμνηστίας στους κομμουνιστές αντάρτες που θα εγκατέλειπαν τις μονάδες τους και θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους στις αρχές. Το μέτρο αυτό είχε πενιχρά αποτελέσματα. Τον Ιανουάριο του 1949 ο Σοφούλης, αφού ανάρρωσε από σοβαρό πνευμονικό οίδημα, σχημάτισε νέα κυβέρνηση και διόρισε αρχιστράτηγο των επιχειρήσεων κατά των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού τον Αλέξανδρο Παπάγο.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τις 24 Ιουνίου 1949, αφού ηγήθηκε τεσσάρων κυβερνήσεων. Την ημέρα εκείνη άφησε την τελευταία του πνοή στην Κηφισιά, λόγω της επιβαρυμένης υγείας του και της μεγάλης ηλικίας του. Υπήρξε πρότυπο τίμιου και αγωνιστή πολιτικού, ο οποίος υπηρέτησε τη χώρα με πνεύμα πρακτικό και πατριωτικό, χωρίς έπαρση και κομπασμό.

1936
Με τον Αναγκαστικό Νόμο 95 της δικτατορίας Μεταξά ιδρύεται η ΥΡΕ (Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκπομπών) «δια την διαπαιδαγώγησιν, μόρφωσιν και ψυχαγωγίαν του κοινού». Υπήρξε ο πρόδρομος της ΕΡΤ.
1960
Ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα, με σκάφος τύπου Dragon, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης.
1999
Ισχυρός σεισμός, μεγέθους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, πλήττει την Αθήνα και αφήνει πίσω του 143 νεκρούς, περισσότερους από 700 τραυματίες και ζημιές σε 70.000 κτίρια.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1882
Θεόφραστος Σακελλαρίδης, έλληνας μουσουργός, δημιουργός της ελληνικής οπερέτας. («Θέλω να δω τον Πάπα!») (Θαν. 2/1/1950)

1909
Ελία Καζάν, (Ηλίας Καζαντζόγλου), ελληνικής καταγωγής αμερικανός σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου. («Λεωφορείον ο Πόθος», «Αμέρικα - Αμέρικα», «Ανατολικά της Εδέμ», «Το Λιμάνι της Αγωνίας») (Θαν. 28/9/2003)
1912

Ντέιβιντ Πάκαρντ
1912 – 1996

Αμερικανός επιχειρηματίας και πολιτικός. Μαζί με τον Μπιλ Χιούλετ ίδρυσε το 1939 τον κολοσσό της πληροφορικής Hewlett-Packard (hp).

O Ντέιβιντ Πάκαρντ (David Packard) γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1912 στο Πουέμπλο της πολιτείας Κολοράντο. Από μικρός έδειξε κλίση στις θετικές επιστήμες και το 1930 έγινε δεκτός στο ονομαστό Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στο Σαν Φρανσίσκο. Σπούδασε ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος και το 1934 πήρε το πτυχίο του. Στο πανεπιστήμιο γνώρισε τα δύο πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του: τη σύζυγό του Λουσίλ Σάλτερ (1915-1987) και τον συνεταίρο του Μπιλ Χιούλετ (1913-2001).

Αμέσως μετά τις σπουδές του δούλεψε για τέσσερα χρόνια στην General Electric και το 1938 επέστρεψε στο Στάνφορντ για μεταπτυχιακές σπουδές. Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τη Λουσίλ Σάλτερ, η οποία του χάρισε τέσσερα παιδιά, ένα αγόρι και τρία κορίτσια. Το 1939, στο γκαράζ του σπιτιού του στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνιας ίδρυσε με τον Χιούλετ την εταιρεία Hewlett-Packard, με αρχικό κεφάλαιο 538 δολαρίων. Η σειρά των επιθέτων τους στην εταιρική επωνυμία προέκυψε από το στρίψιμο ενός νομίσματος, όπως αναφέρει ο Πάκαρντ στο βιβλίο του HP Way.

Το πρώτο προϊόν της νεοσύστατης εταιρείας ήταν ένας ηχητικός ταλαντωτής, που πουλήθηκε στο στούντιο του Γουόλτ Ντίσνεΐ για τις ανάγκες του σάουντρακ της ταινίας Φαντασία. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Hewlett-Packard κατασκεύασε για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διαφόρων ειδών ναυτικές και αεροπορικές συσκευές. Ο Πάκαρντ εφάρμοσε σύγχρονες μεθόδους μάνατζμεντ στην εταιρεία του. Κατάργησε την παραδοσιακή ιεραρχική δομή και ενθάρρυνε τη δημιουργικότητα και τις καινοτόμες  πρωτοβουλίες του προσωπικού.

Το 1947 η Hewlett-Packard έλαβε εταιρική μορφή με πρώτο πρόεδρο τον Ντέιβιντ Πάκαρντ, που κράτησε τη θέση αυτή ως το 1964, όταν εκλέχθηκε διευθύνων σύμβουλος. Με την πάροδο των χρόνων η εταιρεία παρουσίασε αρκετές καινοτόμες ιδέες κι έγινε ηγέτιδα δύναμη παγκοσμίως στην κατασκευή ηλεκτρονικών οργάνων, υπολογιστικών συστημάτων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και εκτυπωτών.

Τον Ιανουάριο του 1969 ο Ντέιβιντ Πάκαρντ διορίστηκε υφυπουργός Άμυνας στην πρώτη κυβέρνηση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον Δεκέμβριο του 1971, οπότε παραιτήθηκε για να επανέλθει στη Hewlett-Packard. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Υπουργείο Άμυνας μετέφερε στον αμερικανικό στρατό πολλές από τις τεχνικές διαχείρισης προσωπικού που εφαρμόζονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μετά την παραίτησή του δεν έχασε την επαφή του με τα πολιτικά δρώμενα της Ουάσιγκτον, καθώς  διατέλεσε σύμβουλος των αμερικανικών κυβερνήσεων επί στρατιωτικών θεμάτων μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Το 1993 αποχώρησε οριστικά από τη Hewlett-Packard και με την κολοσσιαία κινητή και ακίνητη περιουσία που είχε αποκτήσει (υπολογίζεται σε τρία δισεκατομμύρια δολάρια) επιδόθηκε σε έργα φιλανθρωπίας, με κυριότερο την ίδρυση Νοσοκομείου Παίδων στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

Ο Ντέιβιντ Πάκαρντ πέθανε στο Στάφορντ της Καλιφόρνιας στις 26 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 83 ετών.

1936
Απόστολος Κακλαμάνης, έλληνας πολιτικός (ΠΑΣΟΚ), μακροβιότερος πρόεδρος της Βουλής (1993-2004).

Θάνατοι

 


μ.Χ.
  Παύλος Μαρία Βοναπάρτης, ανιψιός του Ναπολέοντα. Ήρθε στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στον Αγώνα, αλλά τραυματίστηκε σοβαρότατα στη φρεγάτα «Ελλάς» από μία εντελώς τυχαία εκπυρσοκρότηση του όπλου του και λίγο αργότερα πέθανε μέσα στη γενική θλίψη όλων για το τραγικό συμβάν. (Γεν. 19/2/1809)

Παύλος Μαρία Βοναπάρτης
1808 – 1827

Γάλλος φοιτητής, ανιψιός του Μεγάλου Ναπολέοντα και θερμός φιλέλληνας. Το καλοκαίρι του 1827 κατήλθε στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στον Αγώνα, αλλά ένα απρόοπτο δυστύχημα του έκοψε το νήμα της ζωής.

Ο Παύλος Μαρία Βοναπάρτης (Paul Marie Bonaparte) γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1808 στο Κανίνο της Ιταλίας και ήταν το ένατο από τα δεκατέσσερα παιδιά του Λουκιανού Βοναπάρτη (Lucien Bonaparte), αδελφού του Μεγάλου Ναπολέοντα.

Σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βολωνίας (Μπολόνια), αλλά τον Μάρτιο του 1827 έφυγε κρυφά από την πόλη και με ψεύτικο όνομα έφθασε πρώτα στα Ιόνια νησιά και στη συνέχεια στο Ναύπλιο, για να λάβει μέρος στην Ελληνική Επανάσταση (24 Αυγούστου / 5 Σεπτεμβρίου 1827). Στην πρωτεύουσα των επαναστατημένων Ελλήνων τον υποδέχθηκε ο άγγλος ναύαρχος Κόχραν, διοικητής του ελληνικού στόλου.

Ο υψηλός επισκέπτης, που έμοιαζε πολύ με τον διάσημο θείο του, εντάχθηκε αμέσως στο πλήρωμα της φρεγάτας «Ελλάς», της ναυαρχίδας του ελληνικού στόλου. Όμως, στις 25 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου, καθώς καθάριζε το όπλο του, τραυματίσθηκε σοβαρά από αδέξιο χειρισμό και την επομένη άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις 19 ετών.

Στο Ναύπλιο δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν φήμες ότι ο θάνατος του νεαρού Βοναπάρτη δεν ήταν τυχαίος, εφόσον μάλιστα προήλθε στο πλοίο του Κόχραν, τον οποίον οι Έλληνες υποπτεύονταν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας. Πάντως, ο αμερικανός φιλέλληνας Σάμιουελ Χάου, που ήταν αυτόπτης των γεγονότων, διαβεβαιώνει ότι μόλις ο Κόχραν έμαθε ότι το τραύμα ήταν θανατηφόρο «ήρχισε να βηματίζη εις την καμπίνα του κλαίων ως παιδίον...».

Καθώς λέγεται, η σορός του νεαρού Βοναπάρτη διατηρήθηκε επί τριετία σ’ ένα βαρέλι με ρούμι στη Μονή Αγίου Νικολάου Σπετσών, μέχρις ότου την παρέλαβε το Γαλλικό Ναυτικό. Μετά την απελευθέρωση, το 1832, το ταριχευμένο σώμα του Παύλου Μαρία Βοναπάρτη ενταφιάστηκε σε μαυσωλείο στο νησί της Σφακτηρίας, κοντά στους Γάλλους ναύτες που έπεσαν στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου.

Ούζιελ Γκαλ, ισραηλινός εφευρέτης του υποπολυβόλου «Uzi», ενός από τα δημοφιλέστερα φορητά όπλα. (Γεν. 15/12/1923)
Αρτέμης Μάτσας, έλληνας ηθοποιός, γνωστός για τους ρόλους του κακού που ενσάρκωσε στον κινηματογράφο. (Γεν. 1930)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου