Loading...

Κατηγορίες

Τετάρτη 29 Αύγ 2018
Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018
Κλίκ για μεγέθυνση
Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018
 
Ανατολή Ήλιου: 06:51 – Δύση Ήλιου: 20:00
  • Διεθνής Ημέρα κατά των Πυρηνικών Δοκιμών
  • Γιορτάζουν:  Αρκάδιος, Αρκαδία

Σαν Σήμερα...

1912
Η Ελληνική Αεροπορία θρηνεί τον πρώτο νεκρό, τον Αλέξανδρο Καραμανλάκη, το αεροπλάνο του οποίου συντρίβεται στον Κορινθιακό κόλπο.

Αλέξανδρος Καραμανλάκης
1888 – 1912


Έλληνας δημοσιογράφος και πρωτοπόρος αεροπόρος. Υπήρξε ο πρώτος νεκρός της ελληνικής αεροπορίας.

Ο Αλέξανδρος Καραμανλάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 18 Ιανουαρίου 1888. Πρωτότοκος γιος του εμπόρου Θεμιστοκλή Καραμανλάκη και της Ευρυδίκης Καραμανλάκη, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το 1908 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, μετά το κίνημα των Νεοτούρκων.

Ο Καραμανλάκης ασχολήθηκε από μικρός με τη δημοσιογραφία και στις 7 Ιανουαρίου 1911 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα Ανεξάρτητος Αθηνών με τον υπότιτλο «Πολιτική, κοινωνιολογική και φιλολογική εβδομαδιαία επιθεώρησις». Η εφημερίδα κυκλοφόρησε 43 φύλλα και ανέστειλε την έκδοσή της στις 28 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς.

Στις 8 Αυγούστου 1911 ο Καραμανλάκης αναχώρησε για τη Γερμανία και Γαλλία «προς μελέτην ειδικήν των μεγάλων εκδόσεων και της εν γένει δημοσιογραφικής κινήσεως εν Ευρώπη», όπως έγραψε η εφημερίδα του. Αφού έμεινε για λίγο στη Γερμανία, πήγε στη Γαλλία και γράφτηκε στην αεροπορική σχολή του διάσημου αεροπόρου και μηχανικού Λουί Μπλεριό (1872-1936).

Τέσσερις ημέρες μετά την ιστορική πτήση του Εμμανουήλ Αργυρόπουλου, στις 12 Φεβρουαρίου 1912, ο Καραμανλάκης φτάνει στην Πάτρα, με ένα αεροπλάνο Μπλεριό 11 (Bleriot XI) στις αποσκευές του. Στις 26 Μαρτίου 1912 επιχειρεί να πετάξει από το Ρίο στην Αθήνα, ένα εγχείρημα επικών διαστάσεων για εκείνη την εποχή, δεδομένης και της πτητικής απειρίας του. Το αεροπλάνο του σηκώνεται και πέφτει σχεδόν αμέσως. Οι ζημιές δεν είναι μεγάλες και ο ίδιος δεν τραυματίζεται.

Ακολουθεί μία ακόμη αποτυχημένη απογείωση στις 9 Απριλίου, αλλά στις 23 του ίδιου μήνα απογειώνεται κανονικά από το Ρίο και πετάει για λίγο πάνω από την Πάτρα. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Απριλίου, προσπαθώντας να απογειωθεί από την Εγλυκάδα της Πάτρας, θα πέσει και θα τραυματισθεί, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στο αεροπλάνο του.

Ο Καραμανλάκης μεταφέρει τις αεροπορικές του δραστηριότητες στην Αττική, όπου ο ουρανός της θα αποδειχθεί πιο φιλόξενος. Στις 17 Ιουλίου 1912 πετάει σε ύψος 2.200 μέτρων και στις 19 Αυγούστου υψώνεται στα 3.050 μέτρα, μία αξιοσημείωτη επίδοση για την εποχή του. Τώρα νοιώθει απόλυτα έτοιμος για την πραγματοποίηση του ονείρου του, την πτήση από την Αθήνα στην Πάτρα.

Την Τετάρτη 29 Αυγούστου 1912, στις 6:10 το πρωί, απογειώνεται από το Παλαιό Φάληρο. Περίπου δύο ώρες αργότερα επιχειρεί αναγκαστική προσθαλάσσωση στον Κορινθιακό Κόλπο (ανάμεσα στα χωριά Στόμι και Λυγιά και σε μικρή απόσταση από την ακτή), λόγω μηχανικής βλάβης. Το αεροπλάνο αρχίζει να χάνει ύψος και καταπέφτει στη θάλασσα. Ο Καραμανλάκης, μπλεγμένος στα σχοινιά του αεροπλάνου, προσπαθεί να απεμπλακεί, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αφήσει την τελευταία του πνοή στο βυθιζόμενο αεροπλάνο του, σε ηλικία 24 ετών, και γίνεται ο πρώτος μάρτυρας της ελληνικής αεροπορίας.

Την επομένη γίνεται η κηδεία του στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση στην Αθήνα, παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και πλήθους κόσμου, που τον συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία στο Α' Νεκροταφείο. Τραγικές φιγούρες, η γηραιά μητέρα του και η νεαρά σύζυγός του. Μία εφημερίδα της εποχής έγραψε χαρακτηριστικά: «Η αρχαία Ελλάς έδωσε τον Ίκαρο θυσία της αεροπορικής ιδέας, η νεωτέρα Ελλάς δίδει τον Καραμανλάκη».

Διαβάστε: Η Ποιητική Μούσα για τον Α. Καραμανλάκη

Γεγονότα

 


μ.Χ.
1824
Καταναυμαχείται ο τουρκικός στόλος απ’ τον Ανδρέα Μιαούλη στο Γέροντα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη ναυτική επιχείρηση κατά τη διάρκεια της εθνεγερσίας. (Η Ναυμαχία του Γέροντα)

Η Ναυμαχία του Γέροντα

«Εμπρησμός της Οθωμανικής Φρεγάτας εις Γέροντα», πίνακας του Γ. Κ. Μιχαήλ, που φιλοξενείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή)

«Εμπρησμός της Οθωμανικής Φρεγάτας εις Γέροντα», πίνακας του Γ. Κ. Μιχαήλ, που φιλοξενείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλαιά Βουλή)

Μία από τις σημαντικότερες ναυτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης του ’21, που τελείωσε νικηφόρα για τα ελληνικά όπλα. Διεξήχθη στις 29 Αυγούστου 1824 στ' ανοιχτά του ακρωτηρίου Ποσείδιο ή Γέροντας της Μικράς Ασίας (νυν Didim Τουρκίας), απέναντι από τα νησιά Λειψοί και Λέρος της Δωδεκανήσου. Αντιμέτωποι τέθηκαν ο ελληνικός στόλος υπό τον Ανδρέα Μιαούλη, που αριθμούσε γύρω στα 70 πλοία και ο υπέρτερος (τεχνολογικά και ποσοτικά) τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπό τους πασάδες Χοσρέφ και Ιμπραήμ, με πάνω από 250 πλοία.

Μετά την καταστροφή της Κάσου (29 Μαΐου 1824) και των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), το ηθικό του ελληνικού ναυτικού είχε καταπέσει. Η βοήθεια που παρείχε ο χεβίδης της Αιγύπτου Μοχάμετ Άλι στον Σουλτάνο Μαχμούτ έθετε σε κίνδυνο την Ελληνική Επανάσταση. Στόχος του Μοχάμετ Άλι ήταν να συντρίψει το ελληνικό ναυτικό για να μπορέσει ο γιος του Ιμπραήμ Πασάς να αποβιβασθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στη Πελοπόννησο και να καταστείλει την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, το έπαθλο για τον πανέξυπνο Αλβανό εκ Καβάλας ήταν μεγάλο. Αν επιτύγχανε τον στόχο του, ο σουλτάνος θα τον επιβράβευε με την παραχώρηση της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

Στο πλαίσιο του κοινού τουρκοαιγυπτιακού σχεδίου, ο Τούρκος ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς επιχείρησε στις αρχές Αυγούστου του 1824 να καταλάβει τη Σάμο. Ο ελληνικός στόλος, που αποτελείτο από υδραίικα, σπετσιώτικα και λίγα ψαριανά πλοία, τον εμπόδισε να πλησιάσει το νησί με μια σειρά συγκρούσεων, που κράτησαν περίπου μία εβδομάδα. Ο Χοσρέφ δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταφύγει με τον στόλο του ανάμεσα στην Κω και την Αλικαρνασσό και να περιμένει ενισχύσεις από τον στόλο του Ιμπραήμ, που κατέφθασε στην περιοχή στις 19 Αυγούστου.

Πέντε ημέρες αργότερα έγιναν οι πρώτες αψιμαχίες μεταξύ των δύο στόλων, οι οποίες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες. Η αποφασιστική ναυμαχία δόθηκε στις 29 Αυγούστου, ημέρα Παρασκευή. Τα εχθρικά πλοία προσπάθησαν να κυκλώσουν τα ελληνικά, αλλά ο Μιαούλης με εννέα πλοία και δύο πυρπολικά προχώρησε προς τον κόλπο του Γέροντα. Τα αιγυπτιακά πλοία, που κάλυπταν το δεξιό άκρο του εχθρικού στόλου, αποφάσισαν να τα χτυπήσουν, καθώς ήταν απομονωμένα. Ο Παπανικολής προσπάθησε να τα εμποδίσει να πλησιάσουν τα πλοία του Μιαούλη, αλλά δέχθηκε ομαδικό πυρ και αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφού έκαψε πρώτα το πυρπολικό του. Η νηνεμία που επικρατούσε στη θάλασσα δεν επέτρεψε τη δράση των πυρπολικών του Ματρόζου, του Πιπίνου και του Νικόδημου.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε γύρω στο μεσημέρι, όταν ο άνεμος έγινε ευνοϊκός για τον ελληνικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία διείσδυσαν ανάμεσα στα εχθρικά, με αποτέλεσμα να μην πρόκειται πλέον για ναυμαχία εκ παρατάξεως (θα ήταν χαμένη υπόθεση για τον ελληνικό στόλο, λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής υπεροχής του εχθρού), αλλά για μια σύγκρουση, όπου όλα μαζί τα πλοία μάχονταν ανακατεμένα. Η κίνηση τακτικής του Μιαούλη ευνοούσε τα πυρπολικά, που ανέλαβαν δράση, κρίνοντας την έκβαση της ναυμαχίας.

Ο σπετσιώτης μπουρλοτιέρης Λάζαρος Μουσούς κατόρθωσε να προσκολλήσει το πυρπολικό του σ' ένα αιγυπτιακό μπρίκι. Έντρομοι οι 300 άνδρες που αποτελούσαν το πλήρωμά του έπεσαν στη θάλασσα και το μπρίκι ακυβέρνητο παρασύρθηκε από το ρεύμα και λίγο πιο κάτω ανατινάχθηκε. Δύο πυρπολικά υπό τους Παπαντώνη και Βατικιώτη κατόρθωσαν να κολλήσουν σε μια μεγάλη αιγυπτιακή φρεγάτα με 44 κανόνια, η οποία κάηκε μέσα σε λίγα λεπτά, παρασύροντας στον βυθό τούς περισσότερους από τους 1.100 άνδρες του πληρώματός της.

Μετά τη δυσμενή γι’ αυτόν εξέλιξη, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος άρχισε να υποχωρεί προς την Κω, ενώ ο ελληνικός αγκυροβόλησε και πάλι στον Γέροντα. Η επιτυχία αυτή του ελληνικού ναυτικού αναπτέρωσε το ηθικό των ανδρών του, διέσωσε τη Σάμο και καθυστέρησε την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Η ναυμαχία του Γέροντα είναι μία από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του '21. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν τόσο πολύ άνισες, που η θετική έκβαση της ναυμαχίας για τους Έλληνες προκάλεσε τον θαυμασμό των ξένων. Ο Γάλλος ναύαρχος Εντμόν Ζιριέν ντε λα Γκραβιέρ (1812-1892), αναφερόμενος στη ναυμαχία του Γέροντα, παρατηρεί: «Η ναυτική ιστορία ίσως να μην έχει σελίδα περισσότερο ενδιαφέρουσα από αυτήν για έναν ναυτικό».

Ανδρέας Μιαούλης
1769 – 1835

Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.

Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.

Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.

Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.

Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.

Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

Βιβλιογραφία

  • «Ανδρέας Μιαούλης 1769 - 1835: Από την υπόδουλη ώς την ελεύθερη Ελλάδα» της Αννίτας Πρασσά και της Κωνσταντίνας Αδαμοπούλου - Παύλου. («Εστία»)
  • «Ανδρέας Μιαούλης: Έπος και τραγωδία» του Δημήτρη Σταμέλου. («Εστία»)
1842
Υπογράφεται η Συνθήκη του Νανκίνγκ μεταξύ Μ. Βρετανίας και Κίνας, που θέτει τέλος στον Α’ Πόλεμο του Οπίου. Με τη συνθήκη επιβεβαιώνεται η παραχώρηση του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία.

Οι Πόλεμοι του Οπίου

Με την ονομασία αυτή έμειναν στην ιστορία οι δύο πόλεμοι που εξαπέλυσε η Αγγλία κατά της Κίνας (1839-1842 και 1856-1860), τον δεύτερο με τη συνδρομή της Γαλλίας. Εντάσσονται στην επεκτατική πολιτική προς Ανατολάς των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης για την ανακάλυψη νέων αγορών.

Στα μέσα του 18ου αιώνα το εμπορικό ισοζύγιο της Βρετανίας με την Κίνα ήταν ελλειμματικό. Οι Βρετανοί εισήγαγαν τσάι, μετάξι και πορσελάνες και πλήρωναν με πολύτιμο ασήμι τους Κινέζους, που αδιαφορούσαν για τα προϊόντα τους. Έτσι, μέσω της Βρετανικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών που είχε το μονοπώλιο και με τη βοήθεια ντόπιων εμπόρων αποφάσισαν να πλημμυρίσουν την Κίνα με όπιο, με στόχο να ισοσκελίσουν το εμπορικό τους έλλειμμα. Εκείνη την εποχή το κάπνισμα οπίου ήταν αρκετά διαδεδομένο στην Άπω Ανατολή. Οι Κινέζοι καταναλωτές ανταποκρίθηκαν θετικά και από τους 15 τόνους του 1730, οι Βρετανοί έφθασαν να διαθέτουν στις παραμονές του πολέμου 1.400 τόνους οπίου στην Κίνα.

Ο εθισμός μεγάλου αριθμού υπηκόων του ανησύχησε τον αυτοκράτορα Τζιατζίνγκ, ο οποίος το 1810 απαγόρευσε τη διάθεση του οπίου στην επικράτειά του, με το αιτιολογικό ότι «έκανε κακό στην υγεία και υπονόμευε τα ήθη και τους καλούς τρόπους του λαού του». Οι Άγγλοι και οι ντόπιοι συνεργάτες τους αγνόησαν το διάταγμα και συνέχισαν το εμπόριο οπίου, αφού είχαν ανάγκη το πολύτιμο ασήμι των Κινέζων. Με τον τρόπο αυτό έδειχναν να μην υπολογίζουν τη δυναστεία των Τσινγκ, που κυβερνούσε την αχανή χώρα από το 1644 και βρισκόταν σε προφανή παρακμή. Η δυναστεία αυτή είχε οδηγήσει την Κίνα σε απομόνωση στην προσπάθειά της ν' αποφύγει την αλλοίωση του πολιτισμού της από την εισαγωγή του ευρωπαϊκού.

Το 1838, οι Κινέζοι πήραν ακόμη πιο δραστικά μέτρα. Αποφάσισαν να απαγορεύσουν με κάθε τρόπο τις εισαγωγές οπίου από τα μεγάλα λιμάνια της χώρας και να καταδικάζουν σε θάνατο τους ντόπιους εμπόρους. Την υλοποίηση των μέτρων ανέλαβε ο μανδαρίνος Λιν Τσε Χσου, ένας αυστηρός κομφουκιανιστής, που από τότε θεωρείται εθνικός ήρωας. Οι Άγγλοι μάλλον υποτίμησαν τις προθέσεις του και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Όταν αυτός επέβαλε εμπάργκο σε όλα τα βρετανικά προϊόντα, η βασίλισσα Ελισάβετ το θεώρησε αιτία πολέμου. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, όταν οι άνδρες του Σετσίου κατάσχεσαν ένα μεγάλο φορτίο οπίου στην Καντώνα, που ισοδυναμούσε με τις εισαγωγές ενός χρόνου.

Α' Πόλεμος του Οπίου (1839 - 1842)

Η αφορμή για την πολεμική αναμέτρηση Κινέζων και Άγγλων δόθηκε τον Ιούλιο του 1839, όταν κάποιοι μεθυσμένοι άγγλοι ναύτες σκότωσαν έναν κινέζο χωρικό. Η Βρετανία, που δεν εμπιστευόταν το νομικό σύστημα της Κίνας, αρνήθηκε να παραδώσει τους κατηγορουμένους στις αρχές.

Σύντομα ξέσπασαν εχθροπραξίες (4 Σεπτεμβρίου 1839), που κατέληξαν στην κατάληψη της Σαγκάης το 1842. Το βρετανικό ναυτικό προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στις παράκτιες πόλεις της Κίνας και ο αριθμητικά μικρότερος, αλλά καλύτερα εξοπλισμένος στρατός των Βρετανών κατενίκησε τις δυνάμεις του αυτοκράτορα.

Ο Α' Πόλεμος του Οπίου έληξε και τυπικά με τη Συνθήκη του Νανκίνγκ στις 29 Αυγούστου 1842, η οποία προέβλεπε:

  • Την παραχώρηση του Χονγκ-Κονγκ στη Βρετανία.
  • Την παραχώρηση πέντε λιμανιών της νοτιοανατολικής Κίνας για το εμπόριο και τη διαμονή των Βρετανών (Καντώνα, Αμόι, Φουτσόου, Νίγκμπο και Σαγκάη).
  • Ετεροδικία για τους βρετανούς υπηκόους.
  • Καταβολή μεγάλης αποζημίωσης από την Κίνα.

Παρόμοια προνόμια απέκτησαν το 1844 οι ΗΠΑ και η Γαλλία, με ανάλογες συμφωνίες.

Η ταπεινωτική ήττα κηλίδωσε την εικόνα του Αυτοκράτορα Γκουάνγκ Ντάο. Ο στρατός και η γραφειοκρατία ξεσηκώθηκαν και ανακήρυξαν χωριστό κράτος με την επωνυμία Ουράνιο Βασίλειο της Αιώνιας Ειρήνης (Taipíng Tian Guo), με πρωτεύουσα το Νανκίνγκ (1850-1864). Οι Ευρωπαίοι έπρεπε τώρα να διαλέξουν στρατόπεδο...

Β' Πόλεμος του Οπίου (1856 - 1860)

Στις 8 Οκτωβρίου 1856, κινέζοι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι συνέλαβαν το πλήρωμα του πλοίου Βέλος για πειρατεία και λαθρεμπόριο. Το πλοίο ήταν κινέζικης ιδιοκτησίας, αλλά έφερε τη βρετανική σημαία. Οι Άγγλοι παραπονέθηκαν ότι οι τελωνειακοί έσχισαν τη βρετανική σημαία και κήρυξαν τον πόλεμο στον αυτοκράτορα. Μαζί τους συντάχθηκαν και οι Γάλλοι, με το πρόσχημα της δολοφονίας ενός συμπατριώτη τους ιεραποστόλου στις αρχές του χρόνου. Τη συμπαράστασή τους στους Αγγλογάλλους εξέφρασαν ΗΠΑ και Ρωσία.

Οι δύο σύμμαχου γρήγορα κυριάρχησαν στο πεδίο των μαχών και κατέλαβαν την Καντώνα, αναγκάζοντας τους Κινέζους να συνθηκολογήσουν και να υπογράψουν τον Ιούνιο του 1858 τη Συνθήκη του Τιεντσίν, η οποία προέβλεπε:

  • Εγκατάσταση διπλωματικών αποστολών από Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ και Ρωσία στο Πεκίνο, που εκείνη την εποχή ήταν Απαγορευμένη Πόλη.
  • Άνοιγμα δέκα νέων λιμανιών για εμπορική δραστηριότητα.
  • Ελευθερία κινήσεων για τους ξένους στο εσωτερικό της χώρας.
  • Ελευθερία κινήσεων για τους χριστιανούς ιεραποστόλους.
  • Νομιμοποίηση των εισαγωγών οπίου.
  • Καταβολή μεγάλης αποζημίωσης από την Κίνα σε Βρετανία και Γαλλία.

Ο Αυτοκράτορας Φενγκ Ξιάν αρνήθηκε να επικυρώσει τη συμφωνία και οι Αγγλογάλλοι επανέλαβαν τις εχθροπραξίες το 1859. Με επικεφαλής τον Τζέιμς Μπρους, 8ο Κόμη του Έλγιν (γιο του γνωστού μας Λόρδου Έλγιν) οι Αγγλογάλλοι προήλασαν και εισήλθαν χωρίς να συναντήσουν μεγάλη αντίσταση στο Πεκίνο. Έβαλαν φωτιά στα θερινά Ανάκτορα, προέβησαν σε λεηλασίες και ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να υπογράψει στις 18 Οκτωβρίου 1860 τη Σύμβαση του Πεκίνου, με την οποία επικυρωνόταν η Συνθήκη του Τιεντσίν. Στη συνέχεια, οι Αγγλογάλλοι βοήθησαν τον αυτοκράτορα Τζι Τονγκ να καταστείλει την Εξέγερση του Ταϊπίγκ και να αποκαταστήσει την ενότητα της Κίνας το 1864.

Οι ταπεινωτικές ήττες των Κινέζων στους δύο Πολέμους του Οπίου, προκάλεσαν την εθνική τους αφύπνιση και συνέβαλαν μακροπρόθεσμα στην πτώση της δυναστεία των Τσινγκ το 1911 και την κατάργηση της βασιλείας. Από την εποχή εκείνη μεγάλωσε η καχυποψία των Κινέζων για τη Δύση. Αυτή η ψυχολογική κατάσταση διατηρείται άσβεστη και σήμερα στην Άπω Ανατολή.

1885
Ο Γκότλιμπ Ντέιλμερ πατεντάρει την πρώτη μοτοσικλέτα.

1949
Λήγει ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Το Βίτσι «πέφτει» στις δυνάμεις του Εθνικού Στρατού από τους αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού» (ΔΣΕ) που το υπερασπίζονται.
1962
Εγκαινιάζεται η νέα μεγάλη οδική αρτηρία της χώρας, η εθνική Αθηνών - Λαμίας, από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Γεννήσεις

 


μ.Χ.
1632
Τζον Λοκ, άγγλος φιλόσοφος, από τους πρωτεργάτες του εμπειρικισμού και φιλελευθερισμού. (Θαν. 28/10/1704)

1920
Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ, αμερικανός αλτοσαξοφωνίστας, από τις σπουδαιότερες μορφές του bebop και εν γένει της τζαζ. (Θαν. 12/3/1955)
1931
Στέλιος Καζαντζίδης, έλληνας λαϊκός τραγουδιστής και μουσικοσυνθέτης. (Θαν. 14/9/2001)

Θάνατοι

 


μ.Χ.
1533
Αταχουάλπα, ο τελευταίος βασιλιάς των Ίνκας, που δολοφονήθηκε με διαταγή του ισπανού κατακτητή του Περού, Φρανθίσκο Πιθάρο. (Γεν. 17/11/1502)
1922
Ζορζ Σορέλ, γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος, γνωστός για την ταυτόχρονη υποστήριξη των Λένιν και Μουσολίνι, καθώς θεωρούσε ότι τόσο η ρωσική επανάσταση, όσο και ο ιταλικός φασισμός, αποτελούσαν παραδείγματα για την υπέρβαση της ευρωπαϊκής «παρακμής». (Γεν. 2/11/1847)

Βλαντίμιρ Λένιν
1870 – 1924

Ρώσος πολιτικός, ο εμπνευστής και ο ηγέτης της «Οκτωβριανής Επανάστασης» του 1917. Θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους πολιτικούς ηγέτες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρξε ο δημιουργός και ο πρώτος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και ο ιδρυτής της Γ’ Διεθνούς (γνωστή και ως Κόμιντερν), η οποία συσπείρωνε τα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούσαν τις πολιτικές υποθήκες του. Το συγγραφικό του έργο ξεπερνά τους 55 τόμους και τον κατατάσσει στις σημαντικότερες προσωπικότητες της πολιτικής επιστήμης.

Ο Βλαντίμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1870 στο Σιμπίρσκ (νυν Ουλιάνοφσκ), μία πόλη 893 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μιας πολύ δεμένης και ευτυχισμένης οικογένειας, με γονείς υψηλής παιδείας και καλλιέργειας. Ο πατέρας του ήταν σχολικός επιθεωρητής και η μητέρα του κόρη γιατρού.

Ο νεαρός Βλαδίμηρος ήταν πολύ καλός μαθητής και τίποτε δεν προμήνυε ότι θα γινόταν επαναστάτης, εκτός ίσως από το ότι δήλωνε άθεος. Όλα τα παιδιά της οικογένειας Ουλιάνοφ στράφηκαν στο επαναστατικό κίνημα, όπως και άλλα μέλη της ρωσικής ιντελιγκέντσιας, από την οποία το τσαρικό σύστημα στερούσε δικαιώματα και ελευθερίες.

Δύο γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή του νεαρού παιδιού: η απειλή απόλυσης του πατέρα του, λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του, και η εκτέλεση του μεγαλύτερου αδερφού του, επειδή ανήκε σε επαναστατική οργάνωση που συνωμοτούσε κατά του τσάρου. Αίφνης, στην ηλικία των 17 ετών, ο Λένιν έγινε ο επικεφαλής της οικογένειάς του, η οποία έφερε πλέον το στίγμα ότι είχε αναθρέψει έναν «εγκληματία κατά του κράτους».

Το φθινόπωρο του 1887 άρχισε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, αλλά τρεις μήνες μετά αποβλήθηκε από τη σχολή για επαναστατική δράση και εξαναγκάστηκε από την τσαρική αστυνομία να ζήσει για δύο χρόνια υπό περιορισμό στην κατοικία του παππού του στο χωριό Κακούσκινο. Σε αυτό το διάστημα, ο Λένιν ήρθε σε επαφή με τους εξόριστους επαναστάτες και διάβασε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ.

Με τα πολλά, το κράτος πείστηκε να τον αφήσει να τελειώσει τις σπουδές του και να του επιτρέψει να δικηγορήσει στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα, όμως, εξορίστηκε για τρία χρόνια στη Σιβηρία, λόγω της επαναστατικής δραστηριότητάς του. Εκεί πήρε το επαναστατικό ψευδώνυμο «Λένιν» (από την ονομασία του ποταμού Λένα) και νυμφεύθηκε τη συναγωνίστριά του Ναντέζντα Κρούπσκαγια (1869-1939).

Μετά τη λήξη της εξορίας του το 1900 κατέφυγε στο Μόναχο, όπου εξέδιδε μαζί με άλλους το περιοδικό «Ίσκρα» («Σπίθα»). Ήρθε σε ρήξη με όσους πίστευαν ότι ο μαρξισμός δεν ήταν εφαρμόσιμος στην αγροτική Ρωσία, επειδή δεν υπήρχε προλεταριάτο, δηλαδή βιομηχανική εργατική τάξη, και με όσους θεωρούσαν ότι έπρεπε πρώτα να γίνει μία επανάσταση της μπουρζουαζίας (αστικής τάξης) και να ακολουθήσει η επανάσταση του προλεταριάτου.

Ο Λένιν υποστήριζε ότι η κατάσταση ήταν ώριμη για την εκδήλωση μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, διότι στη Ρωσία υπάρχει καπιταλισμός, συνεπώς υπάρχει και η ρωσική εργατική τάξη, που είναι η κινητήρια δύναμη της επανάστασης. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα «κόμμα ενός νέου τύπου», το οποίο πρέπει να είναι οργανωμένο γύρω από ένα πυρήνα πεπειραμένων επαγγελματιών επαναστατών και να διέπεται από τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» και την απόλυτη κομματική πειθαρχία. «Δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών και θα αναποδογυρίσουμε τη Ρωσία» διατυμπάνιζε.

Όταν το 1898 ιδρύθηκε το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (μετέπειτα Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης), η πλευρά του Λένιν αποκαλέστηκε «μπολσεβίκοι» (δηλαδή, πλειοψηφούντες) και η άλλη «μενσεβίκοι» (μειοψηφούντες). Σύμφωνα με τα λόγια ενός μενσεβίκου, «δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος τόσο απορροφημένος από την επανάσταση 24 ώρες το 24ωρο, που δεν σκεφτόταν άλλο από την επανάσταση και που ακόμη και στον ύπνο τον ονειρευόταν την επανάσταση».

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το 1914, ο Λένιν προέτρεψε τους σοσιαλιστές να «μετατρέψουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο», λέγοντάς τους ότι ο εχθρός δεν ήταν ο εργάτης στο απέναντι χαράκωμα, αλλά οι καπιταλιστές συμπατριώτες τους. Τελικά, τον Μάρτιο του 1917 ο αποκαμωμένος από τον πόλεμο ρωσικός λαός ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β’. Την εξουσία ανέλαβε μία προσωρινή κυβέρνηση, αποτελούμενη από φιλελεύθερους και σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς. Ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία ένα μήνα αργότερα, χαρακτήρισε «ιμπεριαλιστική» τη νέα κυβέρνηση και απαίτησε να παραδώσει την εξουσία στα Σοβιέτ, τα συμβούλια εκπροσώπων των εργατών, στρατιωτών και αγροτών.

Οι ιδέες του περί επιβολής μιας «δικτατορίας του προλεταριάτου» είχαν όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Στις 26 Οκτωβρίου 1917 οι στρατιώτες, που είχαν συνταχθεί με τους Μπολσεβίκους του Λένιν, καταλαμβάνουν τα χειμερινά ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης και ανατρέπουν την προσωρινή κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Αλεξάντρ Κερένσκι (1881-1970). Η εξουσία περνά στα Σοβιέτ και ο Λένιν εκλέγεται πρόεδρος της επαναστατικής κυβέρνησης.

Ως ηγέτης, πλέον, της Ρωσίας, ο Λένιν αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες από τον αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Κόκκινων (κομμουνιστών) και Λευκών (φιλοτσαρικών), που διάρκεσε σχεδόν τρία χρόνια και την απόπειρα δολοφονίας του από τη Φάνι Καπλάν το 1918 ως την κατεστραμμένη οικονομία της αχανούς χώρας του. Κατόρθωσε, όμως, να τις ξεπεράσει, χάρη στις αναμφισβήτητες πολιτικές του ικανότητες. Για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του, όμως, κατέφευγε σε σκληρά μέτρα και στην καταδίωξη κάθε αντιφρονούντος.

Το 1921 άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι σκληρές μέθοδοι του «πολεμικού κομμουνισμού» δεν μπορούν να διατηρηθούν μετά την αποκατάσταση της ειρήνης. Χωρίς την εισροή κεφαλαίων δεν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση του εκβιομηχανισμού της χώρας κι επομένως η θεμελίωση του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να επανέλθει ένας τύπος καπιταλιστικής οικονομίας σε ορισμένους τομείς και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που εισηγήθηκε τον Μάρτιο του 1921, είχε ευεργετικά αποτελέσματα στη σοβιετική οικονομία.

Το 1922 ο Στάλιν ανέλαβε γενικός γραμματέας του κόμματος κι επιδόθηκε στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του. Ο Λένιν προσπάθησε να ανακόψει αυτές τις τάσεις, αλλά αρρώστησε βαριά. Στην πολιτική «διαθήκη του», όπως αποκαλείται το κείμενο που υπαγόρευσε στη γραμματέα του στα τέλη του 1923 ή στις αρχές του 1924, εξέφρασε το φόβο του για τη σταθερότητα του κόμματος υπό την ηγεσία ισχυρών, αλλά ολότελα διαφορετικών προσωπικοτήτων, όπως ήταν ο Στάλιν και ο Τρότσκι.

Το πρωί της 21ης Ιανουαρίου 1924 υπέστη ένα ακόμα εγκεφαλικό επεισόδιο και ο ασθενικός οργανισμός του δεν άντεξε. Πέθανε το ίδιο βράδυ στο Γκόρκι, κοντά στη Μόσχα, σε ηλικία 53 ετών.

Χωρίς αμφιβολία, ο Λένιν υπήρξε μέγας οργανωτής και τακτικιστής, βαθύς γνώστης της μηχανορραφίας και της δημαγωγίας. Άκαμπτος, επίμονος, αλλά και προσαρμοστικός στις κρίσιμες στιγμές. Η στάση του απέναντι στη θεωρία του Μαρξ υπήρξε ωφελιμιστική και οπουρτουνιστική. Γνήσιο τέκνο του Μακιαβέλι, προείχε γι’ αυτόν η επιτυχία του σκοπού, και η επιλογή των μέσων τον άφηνε αδιάφορο και ασυγκίνητο. Όσο, όμως, στην πολιτική του ζωή ήταν αδίστακτος και αμοραλιστής, τόσον στην ιδιωτική του ζωή υπήρξε μετριόφρων, λιτός, και στις προσωπικές του σχέσεις συνετός.

Μπενίτο Μουσολίνι
1883 – 1945

Ιταλός πολιτικός, ιδρυτής και ηγέτης του Φασιστικού Κόμματος. Κυβέρνησε την Ιταλία από το 1922 έως το 1943, επιβάλλοντας ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, που επιδίωξε να εφαρμόσει στην πράξη τις φασιστικές του ιδέες. Γνωστός και ως Ντούτσε (Il Duce = αρχηγός, ηγέτης), υπήρξε ο πρώτος χρονολογικά από τους φασίστες δικτάτορες της Ευρώπης κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου.

Ο Μπενίτο Αμίλκαρε Αντρέα Μουσολίνι (Benito Amilcare Andrea Mussolini) γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1883 στο Πρεντάπιο, ένα χωριό της επαρχίας Εμίλια - Ρομάνια, ένα από τα προπύργια διαχρονικά της Ιταλικής Αριστεράς. Ήταν γιος του τοπικού σιδερά Αλεσάντρο Μουσολίνι και της δασκάλας του χωριού Pόζας Μαλτόνι. 

Ο πατέρας, πιστός στην ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν οι Ιταλοί για τα ονόματα μεγάλων ιστορικών προσωπικοτήτων, τον ονόμασε Μπενίτο, σε ανάμνηση του μεξικάνου επαναστάτη Μπενίτο Χουάρες, Αμίλκαρε προς τιμήν του γαριβαλδινού κομμουνάρου Αμίλκαρε Τσιπριάνι και Αντρέα προς τιμήν του σοσιαλιστή ηγέτη Αντρέα Κόστα, εκ των ιδρυτών του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI). Ακολουθώντας τα βήματα της μητέρας του, ο νεαρός Μπενίτο τελείωσε το σχολείο κι έγινε και αυτός δημοδιδάσκαλος. Ιδεολογικά ταυτίστηκε με τα «πιστεύω» του πατέρα του κι έγινε ένθερμος σοσιαλιστής.

Το 1902, σε ηλικία 19 ετών, αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Ελβετία. Εκεί όμως μπλέκει, συλλαμβάνεται για αλητεία και αναρχική δράση και απελαύνεται από τη χώρα. Αναγκάζεται να επιστρέφει στην Ιταλία και να εκτίσει τη στρατιωτική θητεία του. Ο χαρακτήρας του, όμως, δεν αλλάζει. Τα μπλεξίματα με την αστυνομία συνεχίζονται και ο ατίθασος Μπενίτο καταφεύγει στην Αυστρία. Εκείνο το διάστημα γράφει ένα μυθιστόρημα, το οποίο μεταφράζεται στα αγγλικά με τον τίτλο «The Cardinal’s Mistress» («Η ερωμένη του καρδινάλιου»).

Κυνηγημένος και από τις αυστριακές αρχές, καταφεύγει στο Φορλί, όπου γίνεται εκδότης της εφημερίδας «La Lotta di Classe» («Ταξική Πάλη»). Στο κεφάλι του στριφογυρίζουν οι ιδέες του Καρλ Μαρξ, τις οποίες αναμειγνύει με τη φιλοσοφία του Φρίντριχ Νίτσε, τις επαναστατικές δοξασίες του γάλλου ριζοσπάστη διανοητή Λουί Ογκίστ Μπλανκί και τις συνδικαλιστικές αρχές του γάλλου επαναστάτη Ζορζ Σορέλ, θεμελιωτή της θεωρίας της βίας του προλεταριάτου, παράγοντας ένα δικό του ιδεολογικό συνονθύλευμα.

Το 1910, ο 27χρονος πλέον Μπενίτο γίνεται γραμματέας της τοπικής οργάνωσης του Σοσιαλιστικού Kόμματος και καυχιέται να αυτοχαρακτηρίζεται «αντι-πατριώτης». Τον επόμενο χρόνο, η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο Μουσολίνι φυλακίζεται για την πασιφιστική του δράση. Μετά την αποφυλάκισή του εγκαθίσταται στο Μιλάνο και διορίζεται εκδότης της επίσημης εφημερίδας των σοσιαλιστών «Avanti» («Εμπρός»).

Θεωρεί ότι είναι ο ισχυρότερος σοσιαλιστής ηγέτης που γνώρισε ποτέ η Ιταλία. Πιστεύει ότι το προλεταριάτο μπορεί να ενωθεί σ’ ένα δυνατό «επαναστατικό πυρήνα», που τον ονομάζει fascio (από το σύμβολο της κρατικής εξουσίας της αρχαίας Ρώμης: τον πέλεκυ και τη δέσμη ράβδων των δικαστών). Είναι το σπέρμα για τη δημιουργία του φασιστικού κινήματος.

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει τον Μουσολίνι και τους άλλους ιταλούς σοσιαλιστές αντίθετους. Ο Μπενίτο πιστεύει μόνο στην πάλη των τάξεων και στην επανάσταση του προλεταριάτου. Ανεξήγητα, όμως, μέσα σε λίγους μήνες, κάνει στροφή 180 μοιρών. Αναθεωρεί τις απόψεις του για τον πόλεμο και εγκαταλείπει τόσο το Σοσιαλιστικό Κόμμα, όσο και τη θέση του εκδότη στην κομματική εφημερίδα «Avanti».

Τον Νοέμβριο του 1914 ιδρύει νέα εφημερίδα, την οποία ονομάζει «II Popolo d’ ltalia» («Ο λαός της Ιταλίας»), με προμετωπίδα τη ρήση του Μπλανκί «Όποιος έχει όπλο έχει ψωμί» και την εθνικιστική ομάδα «Fasci d’Azione Rivoluzionaria» («Πυρήνες Επαναστατικής Δράσης»). Πιστεύει ότι ο πόλεμος θα επιφέρει σύντομα την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και ότι δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την άνοδό του στην εξουσία.

Τον Μάρτιο του 1919 ιδρύει το κόμμα «Fasci Italiani di Combattimento» («Ιταλικοί Πυρήνες της Μάχης»), που συγκροτείται κυρίως από τις μονάδες κρούσης του ιταλικού στρατού. Ωστόσο, διανθίζονται από μποέμ πρώην σοσιαλιστές, επαναστάτες συνδικαλιστές, νεαρούς αμφισβητίες σπουδαστές - γενικώς από άτομα με την πολιτική ταυτότητα του προσωπικού κύκλου του Μπενίτο Μουσολίνι. Ετερόκλητες μονάδες, που ποθούν να αναλάβουν δράση, συσπειρώνονται σ’ έναν πατριωτικού χαρακτήρα κομματικό σχηματισμό. Στις εκλογές του Νοεμβρίου, όμως, ο Μουσολίνι καταποντίζεται.

Γρήγορα, όμως, ανασυντάσσει το κόμμα του, εκμεταλλευόμενος το κλίμα γενικής παράλυσης, που επικρατεί στην Ιταλία. Το 1920 σημειώνεται το αποκορύφωμα της επαναστατικής αναταραχής, όταν 500.000 εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσια όπου δουλεύουν (κυρίως χαλυβουργίες). Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’ φοβάται εμφύλια σύγκρουση. Η διετία 1919-1920 βαφτίζεται «κόκκινη» («biennio rosso»). Στη χώρα της ανεργίας, της σιτοδείας, των διαδηλώσεων και των καταλήψεων, το όραμα της Μεγάλης Ιταλίας φαντάζει ελκυστικό. Μία απόπειρα διάλυσης των φασιστών αποτυγχάνει.

Στις εκλογές της 15ης Μαΐου 1921 οι φασίστες σημειώνουν σημαντικά κέρδη και ο Μουσολίνι εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής. Οι φιλελεύθεροι και δημοκράτες, που είναι οι νικητές των εκλογών, αδυνατούν να εκτιμήσουν σωστά την απειλή που κυοφορούσαν τα τουλάχιστον 300.000 οργανωμένα μέλη του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, που ιδρύθηκε στις 9 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Ο Μουσολίνι, ο οποίος κατά τη διάρκεια των απεργιών έπαιξε το ρόλο μεσολαβητή μεταξύ επαναστατών, αρχών και βιομηχάνων, για να εξασφαλίσει τη στήριξη της Αριστερός δεσμεύτηκε αρχικά να υιοθετήσει απόψεις για συνταγματική μεταρρύθμιση και επιβολή φορολογίας στα  υπερκέρδη των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η κοινωνική σύνθεση του κόμματος, περιλαμβάνοντας ως και συντηρητικούς υποστηρικτές της μοναρχίας, δεν το επέτρεψε.

Οι φασίστες δημιουργούν «ομάδες επαγρύπνησης» και αρχίζουν να συγκρούονται στους δρόμους με τους σοσιαλιστές. Οι πρώην σύντροφοι καίνε τα γραφεία της «Avanti». Η μεταστροφή αυτή τους εξασφαλίζει τη στήριξη των βιομηχάνων. Τον Μάιο του 1922, 20.000 φασίστες καταλαμβάνουν την Μπολόνια και τον Αύγουστο το Μιλάνο.

Η πορεία προς τη Ρώμη

Τα στελέχη του κόμματός του πιέζουν τον Μουσολίνι να αποφασίσει τη Μεγάλη Πορεία προς τη Ρώμη, που θα οδηγούσε στην κατάληψη της εξουσίας. Στο «τελεσίγραφο» προς την κυβέρνηση, με το οποίο ζητούσαν την παραίτησή της, παίρνουν αρνητική απάντηση. Τελικά, η Μεγάλη Πορεία πραγματοποιείται δύο μήνες μετά: στις 28 Οκτωβρίου 1922. Δύο μέρες αργότερα, ο Μουσολίνι εισέρχεται θριαμβευτικά στη Ρώμη, σαν ρωμαίος αυτοκράτορας, σχηματίζοντας κυβέρνηση την επόμενη ημέρα.΄Ενα μήνα αργότερα εξασφαλίζει προσωρινές δικτατορικές εξουσίες. Και δύο χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου 1924, υπογράφει τη Συνθήκη της Ρώμης με τη Γιουγκοσλαβία, βάσει της οποίας το Φιούμε (σημερινή Ριέκα της Κροατίας) περιέρχεται στην Ιταλία.

Ημέρα με την ημέρα οι πολιτικές ελευθερίες περιορίζονται. Τον Ιούνιο του 1924 τα υπόλοιπα κόμματα αποχωρούν από τη Βουλή, θεωρώντας ότι έτσι «εκβιάζουν» για τον τερματισμό της βίας. Καταφέρνουν ακριβώς το αντίθετο. Οι βιαιοπραγίες των Μελανοχιτώνων και της Φασιστικής Αστυνομίας (Milizia) που είχαν ιδρυθεί από το 1922 κορυφώνονται. Ο σοσιαλιστής πολιτικός Τζιάκομο Ματεότι, που έχει καταγγείλει ανοιχτά τις φασιστικές μεθόδους στη Βουλή, δολοφονείται.

Ο Μουσολίνι εγκαινιάζει επισήμως τη λογοκρισία στον Τύπο. Αρχίζει το πογκρόμ εις βάρος των αντιπάλων και ύστερα από μία απόπειρα εις βάρος της ζωής του, ο Μουσολίνι εισάγει τη θανατική ποινή για συνωμοσία κατά της βασιλικής οικογένειας ή του αρχηγού του κράτους. Θέλοντας να αποδυναμώσει την επιρροή της Εκκλησίας, έρχεται σε συμβιβασμό με τον πάπα. Με τις συμφωνίες του Λατερανού του παραχωρεί πλήρη εξουσία στο Βατικανό, υπό τον όρο ότι δεν θα αναμειγνύεται στα κοινά.

Ως το 1930 έχει γίνει απόλυτος δικτάτορας. Αρέσκεται να τον παρομοιάζουν με τον Ναπολέοντα και να φωτογραφίζεται για τους δημοσιογράφους με την αγαπημένη του λέαινα που έχει στον κήπο. Τον Οκτώβριο του 1935 εισβάλλει στην Αβησσυνία (σημερινή Αιθιοπία), κάνοντας πραγματικότητα το αυτοκρατορικό του όνειρο και διεκδικώντας μερίδιο στην αποικιοκρατούμενη Αφρική. Το 1936 υποστηρίζει τη δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία και συμμαχεί με τον Αδόλφο Χίτλερ.

Το 1940 εμπλέκει τη χώρα του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως μέλος του «Άξονα» Ιταλίας, Γερμανίας και Ιαπωνίας. Τον χειμώνα του 1940 θα υποστεί δεινή και ατιμωτική ήττα στα βουνά της Πίνδου από τον ελληνικό στρατό. Από τις οδυνηρές συνέπειές της θα τον απαλλάξουν οι σύμμαχοί του Γερμανοί, που θα εισβάλλουν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941.

Στις 24 Ιουλίου 1943, αμέσως μετά την απόβαση των Συμμάχων στην Ιταλία, το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο θα τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του και την επομένη ημέρα με διαταγή του βασιλιά ο Μουσολίνι θα συλληφθεί. Στις 12 Σεπτεμβρίου θα απελευθερωθεί από γερμανούς κομάντος και με τις ευλογίες του Χίτλερ θα ιδρύσει ένα βραχύβιο κρατικό μόρφωμα στην βόρεια Ιταλία, την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία ή Δημοκρατία του Σαλό, όπως είναι γνωστή.

Μετά την κατάρρευση της γερμανικής άμυνας στην Ιταλία, τα συμμαχικά στρατεύματα προελαύνουν και στις 3 Ιουνίου 1944 μπαίνουν στη Ρώμη. Ο κλοιός γύρω από τον Μουσολίνι στενεύει. Στις 27 Απριλίου 1945, προσπαθώντας να διαφύγει στην Αυστρία, μεταμφιεσμένος σε γερμανό στρατιώτη, αναγνωρίζεται από κομμουνιστές παρτιζάνους και συλλαμβάνεται. Την επομένη, 28 Απριλίου 1945, ο Μπενίτο Μουσολίνι και η ερωμένη του Κλαρέτα Πετάτσι, που τον συνόδευε και επέμενε να παραμείνει μαζί του μέχρι το τέλος, θα εκτελεστούν στο Τζουλίνο της επαρχίας του Κόμο. Δύο ημέρες αργότερα τα πτώματά τους θα εκτεθούν σε κοινή θέα στην κεντρική πλατεία του Μιλάνου.

1944
Αττίκ, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Κλέωνος Τριανταφύλλου, «τροβαδούρος» της Αθήνας. (Γεν. 19/3/1885)

πηγη: www.sansimera.gr

 
© Copyright 2011 - 2018 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου