Loading...

Κατηγορίες

Παρασκευή 26 Ιούλ 2019
Ελευθερία, Ουτοπία, Αδελφοποίηση  <Ενύπνιο ενός ρομαντικού!>
Κλίκ για μεγέθυνση

ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΨΕΙΣ

 

Μέρος Α’

   Πριν λίγο ξανασυνάντησα τον Αντώνη. Μέρες τώρα του ζήτησα να πάμε να δούμε ένα απ’ τα σχολεία και να παρασταθούμε σ’ ένα μάθημα ιστορίας, μα εκείνος εύρισκε τρόπο να τ’ αποφύγει, συστήνοντάς μου τα βιβλία και το διαδύχτιο, όπου βρίσκεις τα πάντα(!) και λέγοντας πως δεν είχε αρκετή φιλία παρά μόνο μ’ έναν δάσκαλο. Μα κι εκείνον δε θάθελε, λέει, να τον ενοχλήσει πάνω στην ώρα της δουλειάς του, ούτε να ταράξει την προσοχή και τη σκέψη των παιδιών με την παρουσία ξένων.

   Μου δόθηκε και σ’ αυτή την περίσταση η ευκαιρία να δω εκείνο που μου είχε πει κι άλλοτε ο Αντώνης, πως εδώ ένας Δάσκαλος δεν έχει καμιά απολαβή, μα προσφέρεται κανένας γι’ αυτή τη δουλειά μονάχα από κλίση!.. Έτσι κι ο Δάσκαλος, είπε ο Αντώνης, ένιωθε μέσα του αβάστακτη την ανάγκη να εξωτερικέψει τα όσα είχε, αβάσταχτο ένα αίσθημα χρέους να «δίνει» στα παιδιά, αντλώντας απ’ τον ακένωτο πλούτο της ψυχής του. Ήταν εκεί μέσα ένας ατίμητος θησαυρός που μαζευόταν απ’ τα πρώτα εφηβικά του χρόνια. Περνούσε ο καιρός, τα πρώτα χιόνια είχανε αρχινήσει να πασπαλίζουνε τα μαλλιά του Δασκάλου, μα μέσα του δεν ξεθώριαζε ούτε νοθευόταν ο όμορφος εκείνος ηθικός κόσμος. Το αντίθετο, ολοένα πλουτιζόταν. Κι ο Δάσκαλος ένα μονάχα φόβο τώρα είχε: μην πεθάνει πριν προλάβει να τα πει όλα εκείνα στα παιδιά, που τόσο αγαπούσε!

   Μερικοί απ’ αυτούς τους παιδαγωγούς με την τόση πνευματική ομορφιά, έχουν ξέχωρη εξέλιξη και φτάνουν να γενούν μεγάλοι διανοητές, καθώς τυχαίνει στην περίπτωση του Γ. Παλαιολόγου. Κι εκείνος έτσι είχε ξεκινήσει. Και τώρα ο Αντώνης αποφάσισε να πάμε στο Δάσκαλο μονάχα όταν τον ρώτησα αν δε θάταν μπορετό να με παρουσιάσει σ’ αυτόν σαν παλιό μαθητή του Γ. Παλαιολόγου.

- Αυτή είναι μια καλή ιδέα, είπε.

   …Ολόκληρη η πλευρά της αίθουσας όπου στα άλλα σχολεία βρίσκεται η έδρα, εδώ είναι μια τεράστια ζωγραφιά με παιδιά κάθε φυλής και χρώματος να παίζουν αδερφωμένα κι αμέριμνα…

   Είδα λοιπόν το Δάσκαλο-είναι ένας ασπρομάλλης εβδομηντάρης, με συμπαθητική έκφραση στοργής στη φωτισμένη του όψη-να κάθεται λίγο ψηλότερα απ’ τα παιδιά (καμιά εξηνταριά, δέκα-δώδεκα χρονών, αγόρια και κορίτσια), ανάμεσα στις δυο σειρές των καθισμάτων τους, στη μέση ευρύχωρου διαδρόμου. Αντίθετα με τα δικά μας σχολεία, έχει το πρόσωπο γυρισμένο προς το ίδιο μέρος όπου κοιτάνε και τα παιδιά. Τους μιλάει σήμερα για ένα παλιό περιστατικό, πριν δυο χιλιάδες τόσα χρόνια, που είναι μια συγκινητική και δοξασμένη σελίδα της ιστορίας τους: για το ξεκίνημα ελάχιστων χιλιάδων ανθρώπων και για τη χτίση της πόλης τους και του ιερού της βράχου…

   Η πρώτη εντύπωση, λέει, ήταν πως πιο άκαιρη δα περίσταση δε θα μπορούσε κανένας να φανταστεί για ένα τέτοιας λογής ξεσήκωμα. Ένας μεγάλος, σε άγνωστο ως τότε βαθμό, πολιτισμός βρισκόταν εκείνο τον καιρό στο απόγειό του. Το παλιό όνειρο που λογιζόταν άπιαστο, η οργάνωση δίκαιων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών μ’ ενιαίο τρόπο πάνω στη γη συντονισμένων, ήταν, αιώνες τώρα, ένα απόχτημα κι η εξασφάλιση μιας «έννομης τάξης» πραγματικής (δίχως δηλαδή τοπική μονάχα ισχύ καθώς στους παλιούς καιρούς, έτσι που να μοιάζει σα χάρτινος πύργος) είχε μπει στη θέση τής προτερινής αναρχίας, που παράδερνε σ’ αυτή χιλιάδες χρόνια το δύστυχο γένος των ανθρώπων. Χάρη σε πέντε αιώνων αδιάκοπη ειρήνη κι εργασία και παραγωγή αγαθών, χωρίς να μεσολαβούν κάθε τόσο οι παρανοϊκές κολοσσιαίες θεληματικές αυτοκαταστροφές των περασμένων καιρών, που μια χαρά μπορούσαν να κάνουν στάχτη μέσα σε λίγες ώρες το μόχθο ολάκερων γενεών, χάρη σε μια σοφή χώρα, χάρη σε μια οικονομία διευθυνόμενη σ’ όλες της τις κυριότερες εκδηλώσεις, μέσα σ’ ένα αρμονικό πλαίσιο ορθολογισμού, βασίλευε από καιρό ανάμεσα στους λαούς μια υλική ευημερία που θα φαινόταν πρωτύτερα απίστευτη.

    Οι μεγάλοι τεχνικοί κι άλλοι κορυφαίοι του καιρού εκείνου, στις φυσικές επιστήμες: οι Κιουρί, ο Μαξ Πλάνκ, ο Έντισον, ο Αϊνστάιν, και οι παλιότεροι Γαλιλαίος και Νεύτων, που κυριαρχούσανε, τότε, από κοινωνική και πολιτική άποψη κι ήταν σύγκαιρα και νομοθέτες, βοηθημένοι απ’ τις καινούριες κάθε τόσο τεχνικές εφαρμογές* που τις χρωστούσαν στην ολοένα μεγαλύτερη προκοπή της έρευνας, οδηγημένοι απ’ το άπλετο φως, που μια τέλεια πια λεπτόλογη στατιστική έριχνε κάθε φορά στις επικείμενες άμεσες ή απώτερες ομαδικές ανάγκες, κανόνιζαν όσο πιο σκόπιμα γινόταν τις βιοτικές σχέσεις, που είχαν ενδιαφέρον για την ολότητα, αφήνοντας στο άτομο ένα ζηλευτό πάντα πλαίσιο λευτεριάς κι αυτοδιάθεσης, που μεγάλωνε όσο περνούσαν οι αιώνες…

   Με αληθινή συγκίνηση, μέσα σε μια προοπτική αγνής χαράς, έβλεπαν οι μεγάλοι εκείνοι σοφοί τις συνέπειες των νόμων τους: από γενιά σε γενιά οι κάθε λογής ανέσεις και τα διαθέσιμα για τις γενικές διανομές οικονομικά αγαθά γίνονταν ολοένα περισσότερα και καλύτερα** και σύγκαιρα τα χρόνια της θητείας (για τη θητεία της εργασίας) μπορούσαν ακίνδυνα να περιορίζονται, αφού στο τέλος είχε καταλήξει ν’ αρχίζουν να σωριάζονται ανώφελα οι περίσσειες των αποθεμάτων1.

   Τεράστιες φυσικές δυνάμεις είχαν υποταχθεί στο μεταξύ στον άνθρωπο!

Καιρούς και καιρούς τώρα οι μεγάλοι εκείνοι ηγέτες τις χρησιμοποιούσαν για την εξυπηρέτηση του ανθρώπου. Και όμως, συνέχισε ο Δάσκαλος, τα θαυμαστά εκείνα τεχνικά μέσα μπορούσαν ν’ αποδώσουν τόσο καλά, δίχως το φρόνημα και την πίστη και τη μεθοδικότητα και την αγωγή των παιδιών και προπαντός δίχως τις κατευθυντήριες συντονιστικές γραμμές των τωρινών θεσμών2. Στην αγωγή των νέων είχαν γίνει αληθινά θαύματα και το νόημα της «θητείας» είχε πάρει τη μορφή ενός πολύ άξιου και πολύ μεγάλου «ιδανικού» στις νεανικές καρδιές. Σ’ εκατομμύρια κι εκατομμύρια περιπτώσεις κανένας τους δεν είχε ποτέ δοκιμάσει να ξεφύγει την εργασία3. Το αντίθετο μάλιστα, οι μεγάλοι εκείνοι τεχνικοί είχαν βρεθεί, πολλές φορές, στην ανάγκη να δώσουν οδηγίες και για τα παιδιά με κάποια νοητική επιβράδυνση… Μια τέτοια υπερευαισθησία συνείδησης στεκόταν ακολούθημα προηγούμενης θαυμαστής αγωγής που είχε ανεβάσει πολύ ψηλά στα μάτια της ψυχής τους το νόημα του ηθικού εκείνου χρέους. Ένας αμέτρητος κόσμος κάθε χρονιά από αγόρια και κορίτσια ερχόταν να τον ακούσει και να καταπιαστεί με έξαρση και με υψηλό φρόνημα στο χειρισμό της σωστής και ωφέλιμης λειτουργίας των ηλεκτρονικών εκείνων συσκευών με τις τωρινές υπεράνθρωπες «μαγικές» ικανότητες4. Έρχονταν μ’ ολάκερη επίγνωση της πολύ μεγάλης σημασίας της αποστολής τους και με περηφάνια που είχε έρθει κι η δική τους σειρά! Σε αυτές τις ηλικίες είχανε εμπιστευτεί οι γονείς και η κοινωνία την «ειρηνική μάχη» με τον ύπουλο, αφανέρωτη ακόμα, (για αιώνες αφανέρωτο), μα όχι λιγότερο σίγουρα υπαρκτό εχθρό: την φτώχεια, την αμφιβολία του αύριο, το φόβο, τις στερήσεις και το αναγκαίο τους επακόλουθο, μ’ άλλα λόγια τους κινδύνους για τη συνοχή της οικουμενικής κοινοπολιτείας, και για ολόκληρη την τωρινή οργάνωση ζωής και το σύγχρονο τρόπο ζωής.

   Μα απ’ την άλλη μεριά κι η διάθεση της ανθρώπινης καρδιάς ήταν φυσικό να επηρεαστεί απ’ τα επακόλουθα της απαράμιλλης αυτής οργάνωσης, της «πολιτικής του διαβήτη», και εκείνης της πολύχρονης εφαρμογής των νόμων με την «τετράγωνη λογική». Η ευτυχία του εκπληρωμένου καθήκοντος που άφηνε ολότελα λεύτερα (για πνευματική αυτοδιάθεση) τα πιο πολλά όμορφα χρόνια της ζωής (έμφυτες κλίσεις, ταξίδια, βίωση θησαυρών του πνεύματος ή των κλασικών έργων της μουσικής δημιουργίας), η βεβαιότητα για τα στερνά, η εξασφαλισμένη πρόβλεψη πως τα παιδιά τους θάταν κι εκείνα ευτυχισμένα και μάλιστα πιότερο, απ’ αυτούς (κάτι άγνωστο στα παλιά αναρχούμενα χρόνια), η έλλειψη του φόβου, της άγνοιας, της αγωνίας για το αύριο, της εξάρτησης, της «ανάγκης», της μειονεξίας, με μια λέξη ο οριστικός τερματισμός της φοβερής αλλοτινά κοινωνικής τραγωδίας και σύγκαιρα του άλλου εκείνου δράματος, του εμφύλιου σπαραγμού και της αλληλοεξόντωσης, όλα αυτά είχαν φέρει σιγά-σιγά μια γαλήνη της καρδιάς, μια έλλογη αισιοδοξία, μια αυτοπεποίθηση, μια νευροψυχική ισορροπία, που ήταν άγνωστη σε τέτοιο σημείο αλλοτινά.

   Εκείνο τον καιρό πάνω-κάτω, κι ενώ ήταν διάχυτη σ’ όλο τον κόσμο η προσδοκία μιας καινούριας άνθησης στα γράμματα και στην καλλιτεχνία κι όλοι είχαν στραμμένη προς τα εκεί την προσοχή τους, ακούστηκε ξαφνικά η εμπνευσμένη φωνή των λίγων διαλεκτών ανθρώπων. Δίχως ν’ αρνούνται τους ανέλπιστους καρπούς τούτων των σπουδαίων στην οικουμένη «θεσμών», δίχως να θέλουν το παραμικρό να πούνε πως έπρεπε να εμποδιστεί η εξέλιξη, που είχε σταθεί γεννήτρα ενός ολάκερου νέου πολιτισμού, έλεγαν όμως τη γνώμη τους πως «τώρα είναι καιρός» να μπει το πνεύμα το ανθρώπινο και σ’ άλλους δρόμους, με καινούρια τώρα δύναμη, με πρωτόφαντα απερίσπαστη ηρεμία, με πνευματικά μέσα που ποτέ δεν τάχε στους περασμένους καιρούς, στους δρόμους που μέλλουν να σβήσουν ή τουλάχιστο να λιγοστέψουν εκείνη την τυραννική δίψα της καρδιάς και να τη φέρουν με πιότερες τώρα ελπίδες κοντύτερα στις άφταστες ως τα σήμερα «κορφές τις καταυγασμένες από ανέσπερο φέγγος»5. Αυτή η ελπίδα ενός κάποιου διαφωτισμού πάνω στ’ αξεδιάλυτα προβλήματα του κόσμου, το χρυσόνειρο μιας μερικής έστω φανέρωσης σχετικής με τα μεγάλα μυστικά του σύμπαντος, αυτή είναι τώρα, έλεγαν, η πιο άξια επιδίωξη που έρχεται σε αβίαστη χρονική αλληλουχία ύστερα απ’ όλα τούτα τα αποχτήματα. Τα αληθινά μεγάλα πεπρωμένα της ανθρωπότητας προς τα εκεί πρέπει, λέει τώρα ο Δάσκαλος, να τα γυρέψουμε. Όλα τούτα εδώ δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μονάχα το «μέσον» που ήταν στ’ αλήθεια αναγκαίο για τον υπέρτατο εκείνο σκοπό της πνευματικής ανάτασης και ανάπτυξης6, αλλά και της έξαρσης της ανθρώπινης ψυχής σε σφαίρες ανώτερες.

 

Πάνος Ανέστιος (Αλέφαντος)

Πολιτικός Επιστήμονας-Νομικός

Δάσκαλος τ’ ανθρωπισμού

Σημειώσεις:

*.   Βλέπε άρθρο μου: Επιχειρησιακή Έρευνα-Αυτοματισμοί και θεωρία των Παιγνίων (N. Wiener, Von Neuman, Nas κ.α.).

**.  Αυτά είδαν οι ΠΑΣΟΚοι και… όρμησαν!...

  1. Και τότε «εφευρέθηκαν» οι χωματερές!
  2. Αδημονούσαν, οι Αμερικανοί, να αρπάξουν τα θαυμαστά επιτεύγματα της επιστήμης και να τα μετατρέψουν σε φονικά όπλα (ατομικές βόμβες). Βλέπε και άρθρα μου: Χιροσίμα και Ναγκασάκι…
  3. Οι διορισμοί, παλιότερα, αλλά κυρίως επί ΠΑΣΟΚ, σε θέσεις απίθανες και να πληρώνονται χωρίς να δουλεύουν, οδήγησε τους νέους ν’ αποφεύγουν οποιαδήποτε εργασία!.. Γυρίζω, ανά τη χώρα, και ρωτάω: «δουλεύει κανείς νέος, κάτω από τα σαράντα;». Η απάντηση είναι παντού ίδια: ΟΧΙ!
  4. N. Wiener, Κυβερνητική, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1970.
  5. Περίπου, τη φράση αυτή είχα γράψει στο μεταπτυχιακό μου, στην εγκληματολογία και κέρδισα «είκοσι μέρες υποτροφία στην Αγγλία» - «Στη χώρα τούτη που την καταυγάζει ο ήλιος, είναι απαράδεκτο να γίνονται εγκλήματα σαν του Λυμπέρη!»
  6. Τη φράση αυτή έλεγε, πάντα, ο αείμνηστος μεγάλος δάσκαλος μου Θ. Χαραλαμπίδης, με τον οποίο ανταλλάσαμε απόψεις μέχρι τις αρχές του ’90, οπότε (υπερήλικας πια) εγκατέλειψε το μάταιο τούτο κόσμο… Αιωνία σου η μνήμη μεγάλε μου Δάσκαλε!

(*) Η από καθέδρας διδασκαλία δημιουργεί απόσταση, δηλαδή, επικρατεί το «εγώ» και το «εσύ», ενώ, κατά το Δάσκαλο, όταν κοιτάζουν όλοι προς την ίδια κατεύθυνση, οδηγούμεθα στο πολυπόθητο «ΕΜΕΙΣ!»..

 
© Copyright 2011 - 2019 Στύξ - Ανεξάρτητη Πολιτισμική και Πολιτική Εφημερίδα της Βόρειας Πελοποννήσου